Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Παρακολουθήσαμε την Παρασκευή 13 Μαρτίου στην κατάμεστη αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την τακτική συναυλία της ΚΟΑ που μας ταξίδεψε στην Αυστρία, δημιουργώντας μία γέφυρα που ένωσε την Πρώτη Βιεννέζικη Σχολή (Wiener Klassik) με τον Μεταρομαντισμό (Post-Romanticism).
Ως εκπρόσωπος της Wiener Klassik επιλέχθηκε ο Wolfgang Amadeus Mozart (1756–1791), με το περίφημο Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 20 σε ρε ελάσσονα, K.466. Το έργο, συνετέθη το 1785 και πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά με σολίστ τον ίδιο τον συνθέτη. Συνιστά έργο αναφοράς του πιανιστικού ρεπερτορίου-ένα από τα δραματικότερα και εκφραστικότερα έργα του Μότσαρτ, διατηρώντας παράλληλα τη φινέτσα της δομής, την καθαρότητα και τις λιτές μελωδικές γραμμές πάνω σε ομοφωνικό υπόβαθρο. Είχαμε τη χαρά, να το ακούσουμε από τη διακεκριμένη και εμπειρότατη Ελληνίδα πιανίστα και καθηγήτρια πιάνου Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου, η οποία σεβόμενη την αισθητική και το στυλ που χαρακτήρισε την εποχή που γράφτηκε το έργο, το ερμήνευσε χρησιμοποιώντας τεχνικές όπως το jeu perlé και τη φειδωλή χρήση του δεξιού πεντάλ, που συνέτειναν στην καθαρή άρθρωση του μουσικού κειμένου. Οι φράσεις της, εξαιρετικά προσεγμένες, προσεγγίστηκαν με ευαισθησία και κομψότητα. Μαζί με τον καλλιτεχνικό διευθυντή της ΚΟΑ Λουκά Καρυτινό, ο οποίος σημειωτέον διηύθυνε χωρίς μπαγκέτα το μοτσάρτειο πρώτο μέρος της βραδιάς ώστε να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή κινησιολογική εκφραστικότητα, παρέμειναν αμφότεροι μέσα στο υφολογικό πλαίσιο της εποχής, διατηρώντας τις δυναμικές πιάνου και ορχήστρας σε τέτοια επίπεδα, που φευγαλέα μας έδωσαν την αίσθηση πως βρισκόμασταν σε μία αίθουσα συναυλιών της Βιέννης, στα τέλη του 18ου αιώνα.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, παρουσιάστηκε η Συμφωνία αρ. 4 σε Σολ μείζονα του Gustav Mahler(1860–1911). Το έργο συνετέθη μεταξύ των ετών 1899-1900, ενώ ο συνθέτης ενσωμάτωσε στο τελευταίο τέταρτο μέρος της Συμφωνίας ένα τραγούδι που είχε γραφεί το 1892 με τίτλο Das himmlische Leben (ελλ. Ηεπουράνια Ζωή). Το τραγούδι αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίον ένα παιδί συναισθάνεται έναν παραδεισένιο κόσμο και συνήθως τραγουδιέται από μία υψίφωνο. Ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στην Ελληνίδα σοπράνο Χριστίνα Πουλίτση, που εκτιμούμε ότι θα μπορούσε να τον αποδώσει σαφώς καλύτερα. Ίσως κάποια εποχικήίωση να την είχε ταλαιπωρήσει...
Ο Καρυτινός σεβόμενος απόλυτα την κυκλική φόρμα του έργου, απέδωσε κάθε μέρος του με το ανάλογο ύφος. Στο πρώτο, διατήρησε τον νεοκλασικό χαρακτήρα του, θέτοντας την ορχήστρα στα ανάλογα ηχητικά πλαίσια. Εντυπωσίασαν ερμηνευτικά ορχήστρα και μαέστρος αναφορικά με την πολύπλοκη «Ανάπτυξη» της φόρμας Σονάτα -φόρμα που είναι γραμμένο το αρχικό μέρος. Στο δεύτερο μέρος (Σκέρτσο), απολαύσαμε την εξάρχουσα της ΚΟΑ Κατερίνα Χατζηνικολάου που απέδωσε εξαιρετικά -καθ’ υπόδειξη του Μάλερ- τις «αλλόκοτες δοξαριές με τις οποίες ο θάνατος μας οδηγεί στον ουρανό». Το αργό τρίτο μέρος, ένα διπλό θέμα με παραλλαγές, συγκίνησε την αίθουσα με την λεπτότητα, την υψηλή αίσθηση του ωραίου και την ηχητική καλαισθησία που επέδειξαν όλοι οι επί σκηνής μουσικοί. Στο τέταρτο και τελευταίο στροφικό τριμερές μέρος, γίναμε κοινωνοί μιας άπιαστης ουράνιας οπτασίας, έτσι όπως την ονειρεύτηκε, τη φαντάστηκε και την πόθησε ο Μάλερ, έχοντας στα αυτιά μας φωνές όπως η ChristinaLandshamer, η Edith Mathis ή η Magdalena Kožená.



