Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Παρακολουθήσαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης την Παρασκευή 5 Ιουνίου, την τακτική συναυλία της ΚΟΑ με αρχιμουσικό τον Νίκο Χαλιάσα, που έφερε τον τίτλο Σύγχρονη Αρχαιότητα. Ο τίτλος από μόνος του, προδιαθέτει τον ακροατή για έργα που συντέθηκαν κατά τη διάρκεια του 20ού και του τρέχοντος αιώνα, με κοινό παρονομαστή την Ελληνική αρχαιότητα. Μόνο όμως δύο από αυτά – το πρώτο και το τελευταίο – συμβάδισαν με τις προδιαγραφές του τίτλου.
Η βραδιά άνοιξε με το συμφωνικό ποίημα του Γιάννη Γκίκα Η μεταμόρφωση του Νάρκισσου, το οποίο μας έδωσε την αίσθηση μίας περιγραφικής promenade – βουτιάς στα δύσβατα νερά του υπερρεαλισμού. Αξίζει να επισημανθεί, πως η εξαιρετική ενορχήστρωση που δημιούργησε από την πρώτη κιόλας νότα μία υποβλητική και μυστηριακή κινηματογραφική ατμόσφαιρα, οπτικοποίησε τρόπον τινά την περιήγησή μας από τα σκοτάδια ενός πυκνού δάσους-εν προκειμένω του ανθρώπινου ψυχισμού που βυθίζεται στον ίδιο του τον εαυτό, μέχρι τη χαρά ενός ουράνιου τόξου που σχηματίζεται σε καθάριο ουρανό πάνω από τη θάλασσα. Χωρίς υπερβολές και κοινότυπους συναισθηματισμούς, η ένταση αυξομειούμενη διαρκώς κράτησε ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού μέχρι το τέλος.
Επόμενος σταθμός ήταν τα Επινίκια του Σπύρου Σαμάρα (1861-1917), ενός από τους κυριότερους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Σε στίχους Γεωργίου Δροσίνη, τα Επινίκια συνιστούν έναν κύκλο επτά ποιημάτων για φωνή και ορχήστρα-τον πρώτο που μελοποίησε ο συνθέτης (Το ξύπνημα της Δόξας, Στον Πόλεμο, Θαλασσινά Κανόνια, Το Αγίασμα της Σημαίας, Παραμονή Μάχης, Τα Γιάννενα, Στην Ακρόπολη). Αρχικώς γράφτηκαν για φωνή βαρυτόνου, εξυμνώντας τον θρίαμβο και το τέλος των νικηφόρων Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913). Ο συνθέτης, προσπάθησε να αποδώσει μουσικά το πανηγυρικό κλίμα της εποχής, μετά τη διπλασίαση των εδαφών της Ελλάδας με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913). Δυστυχώς δεν μπορέσαμε να γίνουμε κοινωνοί αυτής της πανηγυρικής ατμόσφαιρας, μιας και η ερμηνεύτρια-η μεσόφωνος Μαρίτα Παπαρίζου, μετά βίας ακουγόταν κι έτσι, το ποιητικό κείμενο ήταν θολό όπως και η μελωδική γραμμή της φωνής. Θεωρούμε πως σε τέτοιες περιπτώσεις, καλό θα ήταν να υπάρχουν υπέρτιτλοι καθώς και η βοήθεια του μικροφώνου στον ή στην σολίστ, γιατί αλλιώς το αποτέλεσμα θυμίζει βωβό κινηματογράφο...
Παραμένοντας στην Επτανησιακή Σχολή, σειρά είχε το απόσπασμα από τη βιβλική όπερα Eleazaro(Ελεάζαρ) του Ιωσήφ Μαστρεκίνη (1842-1903) σε λιμπρέτο του Carmelo Pignatelli. Τη Ρομάντσα μαζί με το ρετσιτατίβο, ερμήνευσε και πάλι η Μαρίτα Παπαρίζου. Με εμφανέστατες επιρροές από την Ιταλική οπερατική Σχολή των Ροσσίνι, Μπελίνι και Βέρντι, στο έργο απαντώνται και στοιχεία αστικού ύφους, που επίτασσε η μόδα της εποχής.
Το πρώτο μέρος της συναυλίας, έκλεισε με το Κοντσέρτο Γκρόσο για βιόλα, τούμπα και πιάνο, του Βασίλη Ρώτα. Το πρώτο μέρος βασισμένο στην τεχνική των ερωτοαπαντήσεων και μεταξύ ορχήστρας και σολιστών, με κυρίαρχο το πρώτο ρυθμικομελωδικό μοτίβο που ακούστηκε, ήταν το «ελληνικότερο» των τριών. Το δεύτερο μέρος, αρκετά ατμοσφαιρικό, έδωσε την αίσθηση μιας πιο ελεύθερης και αυτοσχεδιαστικής σύνθεσης, ενώ στο τρίτο, φάνηκαν έντονα οι επιρροές του Σοστακόβιτς και της Σοβιετικής Σχολής γενικότερα. Οι τρεις σολίστ, Μιχαήλ Σμιρνώφ (βιόλα), Γεώργιος-Θεόδωρος Ραράκος (τούμπα) και Έφη Παπαθωμαΐδη (πιάνο), απέδωσαν με τον βέλτιστο τρόπο το κοντσέρτο, ερμηνεύοντας εξαιρετικά την παρτιτούρα.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας, ξεκίνησε με το πρώτο μέρος της Συμφωνίας Κοντσερτάντε με τίτλο La ville s’endormait του Ευάγγελου Κοκκόρη, επηρεασμένο από την όπερα Λα Μποέμ του Πουτσίνι (χρησιμοποιεί άλλωστε και μελωδικό υλικό από την όπερα). Με φινετσάτη και λεπτεπίλεπτη ενορχήστρωση, που προσομοίαζε με τα κομψοτεχνήματα του Fabergé και ρέουσες μελωδίες, άλλοτε ονειρικές κι άλλοτε αντικρουόμενες, το έργο κινήθηκε σε κινηματογραφική ατμόσφαιρα θυμίζοντας βόλτα στον Σηκουάνα με bateaux mouches, αναβιώνοντας το Παρίσι του 19ου αιώνα.
Η βραδιά συμπεριέλαβε στο φινάλε της την παγκόσμια πρεμιέρα του Κοντσέρτου της Κορίνθου, έργου για κιθάρα και ορχήστρα δωματίου που συνέθεσε ο Λέο Μπρόουερ (ανάθεση της ΚΟΑ και του Δήμου Κορινθίων). Σολίστ ήταν ο Δημήτρης Σουκαράς, του οποίου εκτιμήσαμε τη γεμάτη εσωτερική ένταση εκφραστική ερμηνεία, τον ζεστό και καθαρό ήχο, καθώς και το ωραίο βιμπράτο.
Ο Νίκος Χαλιάσας, είχε μια αξιοπρεπή ερμηνευτική προσέγγιση-με καλύτερη όλων κατά τη γνώμη μας, το έργο του Κοκκόρη. Θεωρούμε πως δεν απείχε από την αρχική πρόθεση των συνθετών, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης.
Με αυτή τη συναυλία, αποχαιρετήσαμε τις χειμερινές εμφανίσεις της ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ανανεώνοντας το ραντεβού μας για την επόμενη και άκρως ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική σεζόν.



