Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα και μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών) Δήμητρα Χόνδρου
Παρακολουθήσαμε στις 20 Ιουνίου την πολυαναμενόμενη ανασύνθεση της τρίπρακτης τραγωδίας Medea του Luigi Cherubini σε Γαλλικό λιμπρέττο αρχικώς του François-Benoît Hoffmann (1760–1828), στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου. Η καθιερωμένη πλέον Ιταλική εκδοχή σε ποιητική μετάφραση του CarloZangarini (1874–1943) της εκδοχής του Franz Lachner (1803-1890) το 1909 όπως και η αρχική Γαλλική σύνθεση, βασίστηκαν τόσο στην τραγωδία του Ευριπίδη όσο και στο έργο Médée του Γάλλου δραματουργού Pierre Corneille (1606-1684). Η δράση εκτυλίσσεται στην αρχαία πόλη της Κορίνθου, λίγο πριν τους γάμους της κόρης του Κρέοντα Γλαύκης με τον αρχηγό των Αργοναυτών Ιάσονα, που στο μεταξύ έχει αποκτήσει δύο παιδιά με τη Μήδεια, την κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη.
Μπαίνοντας στο θέατρο, το βλέμμα μαγνήτιζε το σκηνικό. Κατασκευασμένο στα χρώματα της φυσικής πέτρας σε απόλυτη αρμονία με τον περιβάλλοντα χώρο, ήταν λιτό και επιβλητικό χωρίς όμως να δημιουργεί την αίσθηση του βάρους. Αριστερά το ανάκτορο του Κρέοντα, δεξιά ο Ναός της Ήρας και στη μέση το Ιερό της Αρτέμιδος. Η ορχήστρα, τοποθετήθηκε σε μία περίκλειστη κατασκευή-σχεδόν λαβυρινθώδη, και παρ’ όλο που βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τον κυκλικό χώρο της ορχήσεως, έδινε την εντύπωση του σκάμματος λόγω της υπερυψωμένης σκηνής. Αυτό, οφείλουμε να το πιστώσουμε στη σκηνογράφο Λιλή Πεζανού, η οποία μέσα από τη μελέτη των ιστορικών σωζόμενων τεκμηρίων, κατάφερε να μας ταξιδέψει στις εικαστικές προθέσεις του Γιάννη Τσαρούχη. Το ίδιο υψηλής αισθητικής αποτέλεσμα όσον αφορά τα εκπληκτικά κατά τη γνώμη μας κοστούμια κατάφερε να αποδώσει και η ενδυματολόγος Τότα Πρίτσα, ακολουθώντας και εκείνη τις Τσαρούχειες επιταγές.
Το έργο ξεκίνησε με την Ουβερτούρα, με ζωηρό tempo μεν αλλά αρκετά προβλήματα όσον αφορά τον συγχρονισμό μεταξύ ορχήστρας και μαέστρου δε. Ο αρχιμουσικός Jacques Lacombe καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, έδωσε την αίσθηση του μάλλον αδιάβαστου, μη μπορώντας να κυριαρχήσει σε ορχήστρα και χορωδία, αφήνοντας πολλές φορές και τους σολίστες «ξεκρέμαστους», κυρίως στις éntrées τους. Η ορχήστρα και η χορωδία (σε διδασκαλία Αγαθάγγελου Γεωργακάτου), γνώριζαν το έργο και η παρτιτούρα τους ήταν οικεία, αφού το είχαν μελετήσει για την παραγωγή της ΕΛΣ του 2023. Εικάζουμε πως ο αριθμός των προβών ήταν ανεπαρκής, με το ακουστικό αποτέλεσμα να παραπέμπει σε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των συντελεστών. Μας λυπεί πολύ αυτή η διαπίστωση, μιας και τόσο η ορχήστρα της ΕΛΣ στο σύνολό της όσο και οι μουσικοί που την απαρτίζουν είναι πλέον πολύ υψηλού επιπέδου, και μας έχουν συνηθίσει σε ποιοτικότερες εκτελέσεις.
Η ανασύνθεση της χορογραφίας της Μαρίας Χορς, ανατέθηκε στις Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαμπέλα. Η κινησιολογία μας ταξίδεψε στην αισθητική της δεκαετίας του ’60, όμως έλλειψε από τον χορό η συμπαγής και ενιαία κίνηση χάνοντας έτσι την απαιτούμενη αίσθηση της ενότητας. Οφείλουμε να επισημάνουμε, πως παρ’ όλο που φυσούσε και οι συνθήκες δεν ήταν οι ιδανικότερες, σολίστες, χορωδοί και μουσικοί ακούγονταν περίφημα-ευτυχώς για εμάς τους ακροατές χωρίς χειλόφωνο, με αποτέλεσμα να γίνουμε κοινωνοί του φυσικού ήχου, έτσι όπως οφείλουν οι τραγουδιστές και οι ηθοποιοί να προβάλλουν τη φωνή τους.
Στην πρώτη της άρια, O amore, vieni a me…, η Γλαύκη (Δανάη Κοντόρα) μας εξέπληξε με μία μικρή cadenza που έκανε στην πρώτη κορώνα (…in me discendi, amore...), προσφέροντάς μας απλόχερα ένα χορταστικότατο κόντρα Ρε. Η Κοντόρα-παρότι μικρή φωνή, απέδωσε τον ρόλο της με πολύ μελωδικότητα και λυρισμό, αφήνοντας να φανεί η μουσικότητά της σε κάθε φράση που ήταν εξόχως δομημένη. Στον ρόλο του Ιάσωνα ήταν ο Jean-François Borras-επίσης μικρή φωνή, αλλά ασταθής και με ερμηνεία που της έλλειπε η εκφραστικότητα – πιο σωστά μάλλον αδιάφορη. Κρέων, ήταν ο όπως πάντα υπέροχος σκηνικά και εκφραστικά Τάσσης Χριστογιαννόπουλος, με χαρακτηριστικό που τον διακρίνει από τους συναδέλφους του τη βαθιά γνώση του κειμένου που καλείται να ερμηνεύσει. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε η Anna Pirozzi, που αν και διαφοροποιείτο όσον αφορά το physique της σε σχέση με αυτό της Μαρίας, εντούτοις προσπάθησε να μιμηθεί κινησιολογικά τη μεγάλη Ελληνίδα ντίβα. Η παρουσία της ήταν τουλάχιστον εξαιρετική και η éntrée της στην πρώτη πράξη συγκλονιστική. Θαυμάσαμε όλοι την τονική της ακρίβεια, την καθαρότητα των ήχων, την ευκολία με την οποία περνούσε σε voce di petto ώστε να τονιστούν τα δραματικά σημεία του κειμένου και φυσικά τη μεγάλη της φωνή, που μαζί με την Alisia Kolosova που υποδύθηκε τη Νέριδα, επισκίασαν όλους τους υπόλοιπους. Μελανό σημείο ήταν η σκηνοθετική προσέγγιση, η οποία δεν ήταν βοηθητική κυρίως για τον δύσκολο και απαιτητικότατο φωνητικά και εκφραστικά ρόλο της Μήδειας. Από την ερμηνεία της Pirozzi έλλειπε το πάθος και η δραματικότητα που αρμόζει σε έναν τέτοιο ρόλο. Υποθέτουμε, πως λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργούσε ο μαέστρος, η πρωταγωνίστρια να φοβήθηκε να «τα δώσει όλα», λόγω ανεπάρκειας της αίσθησης ασφάλειας που οφείλει να παρέχει απλόχερα κάθε σωστός αρχιμουσικός στους τραγουδιστές. Η αποκάλυψη της βραδιάς ήταν η μεσόφωνος Alisia Kolosova, η οποία απέδωσε τον ρόλο της με πάθος και εκφραστικότητα. Ιδιαιτέρως συγκινητική, ήταν η ερμηνεία της στην άρια της δεύτερης πράξης Solo un pianto… όπως και αυτή της φαγκοτίστα Σόνια Πισκ, όπου και καταχειροκροτήθηκαν. Στην αρχή της τρίτης πράξης κατά τη διάρκεια της ορχηστρικής εισαγωγής (Introduzione), τεχνητοί κεραυνοί και αστραπές δημιούργησαν μια καταιγίδα, φωτίζοντας τα δέντρα πίσω από τη σκηνή καθώς και τον αρχαιολογικό χώρο, δημιουργώντας μίαν εγγύτητα μεταξύ δρώμενου και περιβάλλοντος αλλά και ένα φαντασμαγορικό θέαμα.
Πράγματι, η παράσταση που είχαμε την τύχη να παρακολουθήσουμε, ήταν μια ανασύνθεση υψηλής αισθητικής της ιστορικής παραγωγής της Medea της Κάλλας, του Μινωτή, του Τσαρούχη και της Χορς, κυρίως όσον αφορά τα σκηνικά, τα κοστούμια και τους φωτισμούς. Οι συντελεστές που συνέβαλλαν στη φιλόδοξη ανασύσταση της παραγωγής του ’61, ήταν ο πρωτίστως ο καλλιτεχνικός διευθυντής της ΕΛΣ Γιώργος Κουμεντάκης, ο οποίος επωμίσθηκε το βάρος της καλλιτεχνικής επιμέλειας και ανασκαφής του παρελθόντος, δημιουργώντας κυρίως για τη νεότερη γενιά μία γέφυρα μεταξύ του χθες και του σήμερα. Τη σκηνοθετική ανασύσταση του Αλέξη Μινωτή ανέλαβε ο Παναγής Παγουλάτος με εξαιρετικά αφαιρετική ματιά, ενώ ο Χρήστος Τζιόγκας τους φωτισμούς, σεβόμενος απόλυτα τον χώρο του αρχαίου Θεάτρου του Ασκληπιείου της Επιδαύρου και τη δραματουργία του έργου. Η αισθητική των σκηνικών και των κοστουμιών ήταν υψηλοτάτου επιπέδου, που οδήγησε ασυναίσθητα σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις σημερινές εικαστικές προσεγγίσεις που υστερούν κατά πολύ.
Το ετερόκλητο κοινό της Επιδαύρου που αριθμούσε περίπου τις 10.000, κατενθουσιασμένο από το όλο εγχείρημα χειροκρότησε με περίσσια ζέση όλους τους συντελεστές της βραδιάς. Το θερμότερο χειροκρότημα όλων εισέπραξε η Νέρις (Alisia Kolosova), δικαιώνοντας τους ειδήμονες της όπερας για το αισθητικό κριτήριο των παρευρισκομένων. Ας ελπίσουμε πως η παράσταση που κανείς δε μπορεί να αρνηθεί πως ήταν ένα μεγαλεπήβολο όραμα που πήρε σάρκα και οστά, ηχογραφήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε, ώστε να υπάρχει ως παρακαταθήκη για την ανθρωπότητα. Προσδοκούμε και σε άλλα τέτοια εγχειρήματα της ΕΛΣ στο μέλλον.



