Μεγάλο Αφιέρωμα στο 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου: Ανδρεία (Μέρος 3ο)

Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα και μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών) Δήμητρα Χόνδρου

Παρακολουθήσαμε στο Παραθαλάσσιο Πάρκο του Ξενοδοχείου Δελφίνια στον Μόλυβο της Λέσβου, τη συναυλία της 17ης Αυγούστου που έφερε τον τίτλο Ανδρεία.

Κατά τον Αριστοτέλη, το βασικό χαρακτηριστικό του ευδαίμονος βίου είναι η συμμόρφωση της ψυχικής μας ενεργητικότητας με την αρετή, με την προαιρετική εκείνη έξη που επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο (ορθολογική επιλογή). Στα Ηθικά Νικομάχεια, χωρίζει τις αρετές σε δύο βασικές κατηγορίες: τις διανοητικές και τις ηθικές. Οι διανοητικές αφορούν το λογικό κομμάτι της ψυχής και έχουν να κάνουν με την Φρόνηση, τη Σοφία και τη Σύνεση. Οι ηθικές αρετές από την άλλη, αφορούν τα πάθη, τα συναισθήματα και τις πράξεις των ανθρώπων. Η αρετή-μέρος της οποίας είναι και η ανδρεία, είναι ο δρόμος της μεσότητας ανάμεσα σε δύο άκρα: της υπερβολής και της έλλειψης (στην περίπτωση της ανδρείας της θρασύτητας και της δειλίας), που για τον καθένα μας είναι διαφορετικός και ταυτόχρονα μοναδικός.

Αυτόν τον δύσκολα επιτεύξιμο δρόμο, υπογράμμισε εμφατικά η επιλογή του προγράμματος. Ακούστηκαν τα ακόλουθα έργα: το κουαρτέτο εγχόρδων αρ. 8 σε Ντο ελάσσονα, op. 110 του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975), το κουιντέτο με πιάνο με τον τίτλο Hommage: Φαντασία για πέντε σε ένα τραγούδι χωρίς λόγια, σε παγκόσμια πρώτη, του Χρίστου Παπαγεωργίου (γενν. 1967) και το κουαρτέτο για πιάνο σε Μιb μείζονα, op. 47 του Ρόμπερτ Σούμαν (1810-1856).

Το πρώτο έργο, ένα έργο μουσικής δωματίου από τα πιο προσωπικά και συγκλονιστικά του συνθέτη, φέροντας την αφιέρωση «Eἰς μνήμην τῶν θυμάτων τοῦ φασισμοῦ καὶ τοῦ πολέμου», ερμηνεύθηκε από τους: Άμπιγκελ Κράλικ και Σίμος Παπάνας (βιολί), Τομόκο Ακασάκα (βιόλα) και Μπένεντικτ Κλένκερ (τσέλο). Στο πενταμερές κουαρτέτο, κυριαρχεί το προσωπικό μουσικό μονογράφημα του συνθέτη, περιλαμβάνοντας το αρχικό γράμμα του ονόματός του «D» που αντιστοιχεί στη νότα Ρε και στα τρία πρώτα γράμματα του επωνύμου του «Sch», που εκπροσωπούνται από τις νότες Μιb, Ντο και Σι αντίστοιχα. Το συγκεκριμένο κουαρτέτο, λειτούργησε και ως προσωπικό μουσικό μνημόσυνο, καθώς σκεφτόταν την αυτοκτονία κάτω από τις πιέσεις του σοβιετικού καθεστώτος.

Είχαμε την ευκαιρία να θαυμάσουμε ένα πολύ «δεμένο» κουαρτέτο, με συμπαγή ήχο και χρήση ιδιαιτέρως μεγάλης χρωματικής παλέτας όσον αφορά τις δυναμικές. Με πολύ μεγάλη άνεση μεταπηδούσαν από το pianississimo στο fortissimo και αντιστρόφως, μεταφέροντάς μας στον ακραίο ψυχισμό του συνθέτη της υπερβολής και της έλλειψης, επιζητώντας την αριστοτελική μεσότητα.

Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε το δεύτερο-λυρικό μέρος ενός κουιντέτου ύστερα από ανάθεση του Φεστιβάλ, που ήταν αφιερωμένο και δικαίως κατά τη γνώμη μας στη Λητώ Ντάκου, τη γυναίκα που συνέβαλλε και συμβάλλει τα μέγιστα για την επίτευξη αυτής της αξιοζήλευτης πολιτιστικής πράξης. Ένα έργο που συνιστά μουσική δήλωση και αναγνώριση, τιμώντας τρεις μεγάλους Έλληνες συνθέτες: τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γιάννη Κωνσταντινίδη - κατά κόσμον Κώστα Γιαννίδη, αλλά και τον Max Steiner, εξ αιτίας της επιρροής που άσκησε το soundtrack της ταινίας TheLetter (1940) στον Χρίστο Παπαγεωργίου. Ο τελευταίος, σκιαγράφησε με μεγάλη επιτυχία και πειστικότητα τον κάθε συνθέτη ξεχωριστά, με σεβασμό στην προσωπικότητα, την ιδιαίτερη συνθετική γλώσσα και το ύφος του καθενός, βάζοντας την προσωπική του πινελιά.

Οι ρόλοι μεταξύ πιάνου και κουαρτέτου εγχόρδων εναλλάσσονταν συνεχώς, σε μια αέναη εναλλαγή μεταξύ κύριας μελωδίας και συνοδείας αυτής, δημιουργώντας εξαίρετους διαλόγους.

Παρ’ όλο που ο ίδιος ο συνθέτης στον πρόλογο του το χαρακτήρισε -μάλλον υπερθεματίζοντας- ως Κοντσέρτο για Πιάνο, προφανώς (και δικαίως!) για να εξάρει την σημαντική συμβολή στο έργο της πιανίστας Κυβέλης Ντόρκεν, που παρά την προχωρημένη εγκυμοσύνη της υποστήριξε τα έργα που ανέλαβε με αξιοθαύμαστο επαγγελματισμό. Επί της ουσίας ο συνθέτης δεν αδίκησε ούτε τα έγχορδα περιορίζοντας τον ρόλο τους, ούτε αφήνοντας το πιάνο να μονοπωλήσει τη βραδιά , κάτι που υποστηρίχθηκε και από τις έντονες προσωπικότητες των "εγχόρδων" συντελεστών. Ίσα-ίσα, επετεύχθη μία αρμονική ισορροπία μεταξύ των δύο μερών (πιάνου και εγχόρδων) και κατά τη γνώμη μας, θα μπορούσε το έργο να χαρακτηρισθεί ως διπλό κοντσέρτο για πιάνο και έγχορδα.

Μεταξύ άλλων διακρίναμε μοτίβα και επιρροές από το εμβληματικό Ηθοποιός σημαίνει φως του Μάνου Χατζηδάκι, από τον Καημό του Μίκη Θεοδωράκη, από το συγκλονιστικό ροδίτικο Ας τραγουδήσω κι ας χαρώ της 1ης Δωδεκανησιακής Σουίτας του Γιάννη Κωνσταντινίδη, που λειτούργησαν ως απόηχοι και αντίλαλοι πάνω στο αρχικό αυθεντικό Τραγούδι χωρίς λόγια, μια νεανική νεορομαντική μελωδία του συνθέτη που ανέσυρε για τον σκοπό του έργου αυτού.

Ερμήνευσαν εξαιρετικά παρά τις τεχνικές δυσκολίες που προέκυψαν, δίνοντας υπόσταση στο πρωτοεμφανιζόμενο έργο οι: Σίμος Παπάνας και Κλεμάνς ντε Φορσβίλ (βιολί), Τομόκο Ακασάκα (βιόλα), Μπένεντικτ Κλένκερ (τσέλο) και Κυβέλη Ντέρκεν (πιάνο). Ελπίζουμε στο μέλλον, να έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε ολοκληρωμένο του έργο του Παπαγεωργίου και γιατί όχι, με τους ίδιους συντελεστές.

Η συναυλία αφιερωμένη στην Ανδρεία, έκλεισε με ένα από τα αριστουργήματα του Γερμανικού Ρομαντισμού, το περίφημο Κουαρτέτο για πιάνο, που συνέθεσε ο Σούμαν το 1942, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου Έτους Μουσικής Δωματίου του συνθέτη, και θεωρείται το δίδυμο αδελφάκι του εξίσου διάσημου Κουιντέτου του για πιάνο. Ερμήνευσαν οι: Άντιε Βάιτχαας (βιολί), Ρέιτσελ Ρόμπερτς (βιόλα), Αντρέας Μπράντελιντ (τσέλο) και Δανάη Ντέρκεν (πιάνο).

Το έργο αποτελείται από τέσσερα μέρη: Sostenuto assai-Allegro ma non troppo, Scherzo, Andante cantabile και Finale. Η γεμάτη φλόγα εξάρχουσα Άντιε Βάιτχαας, οδήγησε με ορμή και πάθος τους υπόλοιπους ερμηνευτές στα γρήγορα μέρη του έργου. Θαυμάσαμε την απαράμιλλη τεχνική της βιολίστριας Ρέιτσελ Ρόμπερτς, το poignet (γαλλ.: καρπός) και το toucher της Δανάης Ντέρκεν, ενώ στο τρίτο και γνωστότερο μέρος του Κουαρτέτου, ταξιδέψαμε με όχημα τον άκρως συγκινητικό ήχο του τσελίστα Αντρέας Μπράντελιντ, στη Ρομαντική ατμόσφαιρα του 19ου αιώνα.

Επειδή πολλοί από το κοινό αναρωτήθηκαν για την ύπαρξη δύο τσέλων (βλ. Φωτ. 3), να εξηγήσουμε πως αυτό γίνεται για λόγους πρακτικούς. Ο Σούμαν προς το τέλος του τρίτου μέρους, χρησιμοποιεί το χόρδισμα scordatura, δηλαδή θέλει η χαμηλότερη χορδή του τσέλου να χορδιστεί σε Σιb αντί για Ντο, ώστε μέσω της αντήχησης και του εξαιρετικά πλούσιου ήχου, να δοθεί η ψευδαίσθηση της ύπαρξης δύο τσέλων. Έτσι, για να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος και διακοπεί η συνοχή του έργου, συνηθίζεται είτε να υπάρχει δεύτερος τσελίστας είτε ο βασικός τσελίστας να αλλάζει όργανο που είναι ήδη προ-κουρδισμένο κατά τις επιταγές του συνθέτη.

Οι τέσσερεις ερμηνευτές απέδωσαν τόσο τα ομοφωνικά μέρη όσο και την στριφνή πολυφωνία που χαρακτηρίζει τον Σούμαν με τρόπο μοναδικό, λαμβάνοντας υπ’ όψιν, πως ο ανοικτός χώρος δεν είναι και τόσο φιλικός πάντα για τα έργα μουσικής δωματίου. Ο υπεύθυνος ηχοληψίας Κάσπαρ Βόλχαϊμ, έκανε το «θαύμα» του δίνοντάς μας την αίσθηση μιας περίκλειστης συναυλιακής αίθουσας.

Μπορείτε να διαβάσετε το μέρος Β' εδώ