Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα και μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών) Δήμητρα Χόνδρου

Το φιλοσοφικό ταξίδι που μετουσιώθηκε σε μουσική πράξη, διήλθε από τους σταθμούς της Σοφίας, της Σωφροσύνης, της Ισορροπίας, της Αρετής, και της Ανδρείας, για να καταλήξει στον τερματικό και επιζητούμενο σταθμό-σκοπό της περιήγησής μας στο νησί της Λέσβου- αυτόν της αριστοτέλειας Ευδαιμονίας. Από τις καλλιτεχνικές διευθύντριες του Φεστιβάλ αδελφές Ντέρκεν, επιλέχθησαν τα ακόλουθα τρία εμβληματικά έργα για το πολυπόθητο φινάλε: Το Διπλό Κοντσέρτο σε ρε ελάσσονα BWV 1043 του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (1685-1750), η Φαντασία για πιάνο τέσσερα χέρια σε φα ελάσσονα D. 940 του Φραντς Σούμπερτ (1797-1828) και το Οκτέτο εγχόρδων σε Μιbμείζονα, op. 20 του Φέλιξ Μέντελσον (1809-1847).
Το Διπλό Κοντσέρτο του Μπαχ κλασικής Ιταλικής δομής (γρήγορο-αργό-γρήγορο), παίχθηκε από κουαρτέτο εγχόρδων και πιάνο, με τον σολιστικό ρόλο να έχουν αναλάβει ο Σίμος Παπάνας και η Κλεμάνς ντε Φορσβίλ. Θαυμάσαμε τα εξαιρετικά ποικίλματα και τους αυτοσχεδιασμούς που χαρακτηρίζουν τη Μπαρόκ μουσική των δύο σολιστών-κυρίως στο δεύτερο μέρος (Largo ma non tanto, σε ρυθμό siciliano), όπου τα δύο βιολιά πλέκονται σε έναν εκφραστικό και συνάμα συγκινητικό διάλογο, δίνοντας την εντύπωση δύο αγαπημένων φίλων που συζητούν. Όσον αφορά τα γρήγορα μέρη (πρώτο και τρίτο), εντυπωσιάζει μέχρι σήμερα ο αντιστικτικός τρόπος γραφής όπου τα δύο βιολιά είναι απολύτως ισότιμα. Μιμούνται, συμπληρώνουν, προκαλούν και ενίοτε ανταγωνίζονται το ένα το άλλο, δημιουργώντας την τέλεια ηχητική ισορροπία. Απολαύσαμε ερμηνείες με πάθος που συνεπήραν το κοινό, τόσο από τους σολίστες όσο και από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στο αριστουργηματικό Μπαρόκ κοντσέρτο που ήταν οι εξής: Άντιε Βάιτχαας και Αμπιγκέλ Κράλικ (βιολί), Ρέιτσελ Ρόμπερτς (βιόλα), Αντρέας Μπράντελιντ (τσέλο) και Δανάη Ντέρκεν (πιάνο).

Το δεύτερο έργο που παρουσιάστηκε, ήταν η Φαντασία για τέσσερα χέρια του Σούμπερτ, που συνιστά ένα από τα σπουδαιότερα και πιο συγκινητικά έργα που γράφτηκαν ποτέ για ντουέτο πιάνου. Το αριστουργηματικό αυτό έργο εκτός του ότι καταφέρνει να ενσωματώσει μια ολόκληρη σονάτα τεσσάρων μερών σε ένα ενιαίο, συνεζευγμένο έργο, ξεχωρίζει για τη βαθιά μελαγχολία του, τις ξαφνικές εναλλαγές συναισθημάτων και την αριστουργηματική του δομή. Οι αδελφές Ντέρκεν (Δανάη και Κυβέλη) με την ερμηνεία τους, απέδωσαν εξαιρετικά το συναισθηματικό βάθος του έργου, κάνοντάς μας να νιώσουμε την αντανάκλαση της απομόνωσης που βίωνε ο Σούμπερτ τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Οι δύο σολίστες, αναπνέοντας σαν να ήταν ένα σώμα, λειτούργησαν ως μία ορχήστρα έχοντας εξαιρετική ισορροπία στον ήχο τους-γεγονός που αποτελεί πρόκληση για το συγκεκριμένο έργο, η οποία κορυφώθηκε στο φινάλε του έργου, στην απαιτητικότατη διαλογική φούγκα.

Η βραδιά έκλεισε με το Οκτέτο εγχόρδων σε Μιbμείζονα, του Μέντελσον, με ερμηνευτές τους: Άντιε Βάιτχαας, Αμπιγκέλ Κράλικ, Σίμος Παπάνας και Κλεμάνς ντε Φορσβίλ (βιολί), Ρέιτσελ Ρόμπερτς και Τομόκο Ακασάκα (βιόλα), Αντρέας Μπράντελιντ και Μπένεντικτ Κλένκερ (τσέλο).
Σε αυτό το έργο, ο συνθέτης ζητά ρητώς στο σημείωμά του, η ερμηνεία να έχει συμφωνικό ύφος, αλλάζοντας την ερμηνευτική προσέγγιση της εποχής. Αυτή η συμφωνική τάση στη μουσική δωματίου, επηρέασε συνθέτες όπως τον Μπραμς, τον Τσαϊκόφσκι, τον Ντβόρζακ, ακόμα και τον Σένμπεργκ στο έργο του Εξαϋλωμένη Νύχτα (Verklärte Nacht). Οι ερμηνευτές, απέδωσαν εξαιρετικά τον όγκο, τις δυναμικές και τα ηχοχρώματα μιας πλήρους ορχήστρας εγχόρδων, ενώ διαχειρίστηκαν με περίσσια μαεστρία τον πυκνό πολυφωνικό ιστό χωρίς να θυσιάσουν τη διαύγεια των επιμέρους φωνών. Ειδική μνεία αξίζει στην Άντιε Βάιτχαας, το πρώτο βιολί του Οκτέτου, που ερμήνευσε τα δύσκολα και εκτεταμένα σολιστικά μέρη του αριστουργηματικού αυτού έργου.
Αξίζει να επισημανθεί, πως πριν τον Μέντελσον, οι συνθέτες έγραφαν για διπλά κουαρτέτα, όπου τα δύο σχήματα απλώς συνομιλούσαν. Ο Μέντελσον τα ενοποίησε σε ένα ενιαίο σχήμα, καθιερώνοντας το Οκτέτο ως σύνολο. Εκτός τούτου, το αριστουργηματικό τρίτο μέρος (Scherzo) σε πολύ ανάλαφρο ύφος που δίνει την εικόνα κινούμενων ξωτικών, δημιούργησε μια ολόκληρη σχολή γραφής.
Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Δημήτρης Κιουσόπουλος στο ένθετο του φεστιβάλ, το έργο αντανακλά την «εκρηκτική εξωστρέφεια ενός εφήβου» (ο Μέντελσον το συνέθεσε μόλις 16 ετών).Μέσα σε αυτή τη χαρμόσυνη ατμόσφαιρα, έπεσε η αυλαία για το 12ο Διεθνές Φεστιβάλ Μουσικής Μολύβου, αφήνοντας μια ευδαίμονα επίγευση κι ένα έντονο αίσθημα πληρότητας και ψυχικής γαλήνης.
Μπορείτε να διαβάσετε το μέρος Γ' εδώ

