Κριτική για τη μουσικοθεατρική παράσταση «Ταξίδι γύρω από τη χύτρα μου»

Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου 

Παρακολουθήσαμε την Τρίτη 17/02/2026, την ηθογραφική φαρσοκωμωδία του 19ου αιώνα Ταξίδι γύρω από τη χύτρα μου (γαλλ.: Voyage autour de ma marmite) του Γάλλου δραματουργού και λιμπρετίστα Eugène Labiche (ελλ.: Ευγένιος Λαμπίς).

Η σκηνοθέτης Άννα Σωτρίνη, δημιούργησε ένα αφαιρετικό σκηνικό, με τη μινιμαλιστική αρχή των τριών χρωμάτων να επικρατεί στον χώρο της σκηνής. Διατηρώντας τον χρωματικό κανόνα 60-30-10 του αισθητικού μινιμαλισμού, εξασφάλισε την απαιτούμενη ισορροπία και οπτική ηρεμία ώστε ο θεατής να μείνει προσηλωμένος στη δραματουργία. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Ανδρομάχη Μοτζολή που υπέγραψε τα σκηνικά και τα κοστούμια. Έτσι, το μαύρο ως κυρίαρχο χρώμα, αποτέλεσε τον καμβά πάνω στον οποίο εκτυλίχθηκε η περιπέτεια των παρορμήσεων-ενίοτε και παρεξηγήσεων, το δευτερεύον χρώμα ήταν το λευκό που λειτούργησε συνεκτικά μεταξύ των σερβίτσιων και των κοστουμιών, ενώ το χρώμα έμφασης που έσπαγε τη μονοτονία ήταν το κόκκινο. Εκτός όμως του αισθητικού μινιμαλισμού, η σκηνοθέτης επικεντρώθηκε και στον λειτουργικό μινιμαλισμό, διατηρώντας στον χώρο μόνο όσα αντικείμενα χρησιμοποιούνταν πραγματικά. Ένα τέτοιο αντικείμενο αποτέλεσε η κόκκινη φόρμα του κέικ, κρεμασμένη στη δεξιά πλευρά της σκηνής, που λειτούργησε συμβολικά ως σημείο αναφοράς για το αναδυόμενο ειδύλλιο μεταξύ του κυρίου Αλζεαντόρ ντι Λουαρέ (Χάρης Φλέουρας) και της Ευτυχίας (Βασούλα Σιάτρα), της μαγείρισσάς του, κατά τη διάρκεια της απουσίας της συζύγου του.

Αξίζει να επισημανθεί πως όλοι οι ηθοποιοί (Θεοχάρης Μαγκρίδης, Σαράντος Γεωγλερής, Γιάννης Παπαθύμνιος, Γιώργος Φράγκος, συμπεριλαμβανομένων και των δύο προαναφερθέντων πρωταγωνιστών), είχαν εξαιρετική φωνητική προβολή με μεγάλο χρωματικό εύρος και ένταση, αναδεικνύοντας αριστοτεχνικά κάθε λέξη του κειμένου δίνοντας την σωστή απόχρωση. Επίσης τα tableaux vivants (γαλλικός όρος που σημαίνει στην κυριολεξία ζωντανός πίνακας, όπου δημιουργείται από τους συμμετέχοντες ηθοποιούς η αίσθηση ενός παγωμένου φωτογραφικού instantané και δημοφιλής πρακτική του 19ου αιώνα) που παρουσιάστηκαν ήταν εξαιρετικά, όπως και η επιλογή των ηχητικών εφέ της κουζίνας και της μουσικής εν γένει, την επιμέλεια της οποίας είχε ο Αντώνης Μιχαηλίδης.

Το έργο που ανήκει στο είδος του vaudeville (βοντβίλ, είδος θεάματος που θα μπορούσε grosso modoνα αποδοθεί στην ελληνική πραγματικότητα ως βαριετέ με ποικίλα παρατακτικά μέρη), αν και γραμμένο το 1859 η θεματολογία του παραμένει μέχρι σήμερα επίκαιρη, σατιρίζοντας τα ήθη καθώς και τις ανθρώπινες σχέσεις και συμπεριφορές που τελικά μένουν αναλλοίωτες μέσα στον χρόνο.