Κριτική για τη συναυλία της ΚΟΑ 17.04.2026

Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου

Παρακολουθήσαμε την Παρασκευή 17 Μαρτίου στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών την τακτική συναυλία της ΚΟΑ με τίτλο: Νέος Κόσμος και Νόστος, 250 χρόνια Αμερικανική Ανεξαρτησία. Στο πρώτο νοσταλγικό μέρος, ακούστηκαν με τη σειρά τα έργα Νόστος ΙΙΙ του Δραμινού συνθέτη Χρήστου Σαμαρά, και το πρώτο κοντσέρτο για πιάνο του Λούντβιχ βαν Μπετόβεν με σολίστα τον Μάνο Κιτσικόπουλο. Στο πόντιουμ ήταν ο πορτογαλικής καταγωγής Ντίνις Σόουζα, ένας πολλά υποσχόμενος και ανερχόμενος αρχιμουσικός.

Το Νόστος ΙΙΙ, έργο που συνετέθη το 2025 (ανάθεση της ΚΟΑ), παρόλο που παρουσίασε εξαιρετικό ενδιαφέρον όσον αφορά τον συνδυασμό της έντεχνης μουσικής με το λαϊκό και παραδοσιακό στοιχείο, εντούτοις ενορχηστρωτικά ήταν πέραν του δέοντος πολύβουο, δημιουργώντας μία ασάφεια στην κατανόηση της δομής αλλά και του ίδιου του μουσικού κειμένου.

Όσον αφορά το κοντσέρτο που συνιστά ένα αριστούργημα, που κινείται στο μεταίχμιο της Wiener Klassik και πιανιστικού Ρομαντισμού, ο Κιτσικόπουλος μπορεί να ήταν άρτιος σε όλα τα επίπεδα, ήταν όμως εκτός ύφους του έργου και της εποχής, υιοθετώντας μία πολύ πιο ρομαντική διάσταση χωρίς προφανή λόγο, μη δίνοντας την πρέπουσα σημασία όσον αφορά την καθαρότητα των φράσεων, την ηχητική δομή τους και τη χρήση του πεντάλ. Αντίθετα, στο encore που ερμήνευσε το Oblivion του Astor Piazzola, βρέθηκε στο στοιχείο του, κάνοντας μία αξιοζήλευτη ερμηνεία.

Στο δεύτερο μέρος, αυτό του Νέου Κόσμου, ακούστηκαν έργα Αμερικάνων συνθετών που σπάνια παίζονται στην Ελλάδα. Το πρώτο ήταν το Νόξβιλ: Καλοκαίρι του 1915 του Σάμιουελ Μπάρμπερ, μία λυρική ραψωδία για φωνή και ορχήστρα όπως υποστηρίζει η Μπάρμπαρα Χέυμαν, γραμμένο για τη φωνή της Έλιανορ Στήμπερ (η οποία σημειωτέον είχε κάνει την παραγγελία). Το έργο, ερμήνευσε η υψίφωνός Ελένη Καλένος. Πρόκειται για μία αφηγηματική ονειροπόληση ενός αγοριού, που περιγράφει μια καλοκαιρινή βραδιά στον αμερικανικό νότο. Η Θεσσαλονικιά σοπράνο, έχοντας άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, απέδωσε το έργο δίνοντας έμφαση σε όλες τις αποχρώσεις του ποιήματος του Τζέιμς Άγκι. Δυστυχώς, για όποιον ακροατή δε γνώριζε εκ των προτέρων το ποιητικό κείμενο, η μεταφορά στα ελληνικά δεν ήταν η καλύτερη δυνατή.

Η βραδιά έκλεισε με τη Σουίτα Μπαλέτου Άνοιξη στα Απαλάχια του Άαρον Κόπλαντ, ένα επίσης περιγραφικό έργο σε οκτώ συνεχόμενα μέρη, ένα από τα πλέον εμβληματικά της Αμερικάνικης μουσικής φιλολογίας του 20ου αιώνα. Η Σουίτα, ανέβηκε για πρώτη φορά με επιτυχία τον Οκτώβρη 1945, από τη New York Philharmonic Orchestra με μαέστρο τον Artur Rodzinski. Ο Ντίνις Σόουζα, μας παρουσίασε μία εντελώς διαφορετική ανάγνωση από αυτές που έχουμε συνηθίσει. Πολύ πιο λυρικός, στρογγυλοποίησε όλες τις «γωνίες» μαλακώνοντας τους τονισμούς, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα με ιμπρεσιονιστική διάθεση. Είτε κανείς συμφωνεί είτε όχι με την ερμηνευτική και την αισθητική του προσέγγιση, γεγονός είναι πως υποστήριξε επαρκώς την οπτική του άποψη.

Η συναυλία ταξίδεψε σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και ηπείρους. Από την Ευρώπη του 21ο αιώνα στο τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, στον Νέο Κόσμο του 20ου αιώνα. Το ρεπερτόριο της βραδιάς απαίτησε εκ διαμέτρου αντίθετες ερμηνείες από την ορχήστρα, η οποία στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν σε όλους τους σολίστες του δεύτερου μέρους, που ερμήνευσαν τα απαιτητικά μέρη του Αμερικάνικου ρεπερτορίου με περίσσια δεξιοτεχνία και ευαισθησία.