Η αδερφή μου

Αρχείο Παίχτηκε από 19/12/2019 έως 15/02/2020
στο
Συγγραφέας: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Σκηνοθέτης: Περικλής Μουστάκης
Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Ερμηνεύουν: Δώρα Στυλιανέση, Άλκης Ζούπας

Περιγραφή

Ο Περικλής Μουστάκης σκηνοθετεί το βιωματικό αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Η αδερφή μου», από τις 19 Δεκεμβρίου και για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων, στον ατμοσφαιρικό χώρο της Αγγλικανικής Εκκλησίας του Αγίου Παύλου, στο Σύνταγμα. Ερμηνεύει η Δώρα Στυλιανέση.

Περισσότερα

«Όποιος έχει αγόγγυστα σκατοσκουπίσει άρρωστο είναι μείζων όλων των τιτάνων της θεολογίας. Γνώρισα στη ζωή μου σπουδαίους ανθρώπους, συγγραφείς, φιλοσόφους, επιστήμονες, ορισμένοι – οι λιγότεροι – μου έγιναν συμπαθείς, περνάω καλά στη συντροφιά τους. Ξέρω να αξιολογώ τα έργα τους και να τα τιμώ όταν αξίζουν, η ηθική όμως εκτίμησή μου πηγαίνει μόνο, αποκλειστικά και μόνο, σε όσους στάθηκαν δίπλα σε βαριά και ανίατα άρρωστους και τους φρόντισαν δίχως κανένα γογγυσμό, με αγάπη και αφοσίωση».

Μέσα από την επιληψία της αδερφής του, που σφράγισε τη ζωή της και, με έναν άλλο τρόπο, και τη δική του, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, θέλησε να μας μιλήσει για την αρρώστια, τον πόνο, τη χαρά, την πίστη και πάνω από όλα για την καλοσύνη και την αγάπη. Ένα κείμενο τελικά παρηγορητικό.

Ο συγγραφέας, μάς χαρίζει ένα άκρως εξομολογητικό και βαθιά προσωπικό αφήγημα, το οποίο μέσα από συνομιλίες με την Βέιλ, τον Λεβινάς και τον Καμύ, φτάνει σε μας ως ένα μείζον θεολογικό σχόλιο, μια υπαρξιακή και ταυτόχρονα οικουμενική διερώτηση πάνω στο ζήτημα της αγάπης, της πίστης, αλλά και της  αρρώστιας.

Η αφοπλιστική, εξομολογητική απλότητα της αφήγησης του Ζουμπουλάκη, τρυπάει σαν βέλος το κέντρο της καρδιάς και προκαλεί εσωτερικό ρίγος, οδηγώντας τελικά στη λύτρωση.

Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Σιγανός
Μουσική επιμέλεια: Φραγκίσκη Μουστάκη
Επιμέλεια σκηνικού χώρου: Νίκη Ψυχογιού
Φωτογραφία: Σοφία Μανόλη

Η αδερφή μου, η αρρώστια της και η σχέση μου μαζί της καθόρισαν τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, που κρίνω, ιεραρχώ, αξιολογώ. Ο Καμύ μας είπε ότι το κυριότερο, το μόνο, φιλοσοφικό ζήτημα είναι το ζήτημα της αυτοκτονίας, γιατί θέτει το ερώτημα της αξίας ή της απαξίας της ζωής. Η ιστορία της αδερφής μου με οδήγησε από τα εφηβικά μου χρόνια να θεωρώ ότι το κύριο φιλοσοφικό ερώτημα είναι η αρρώστια. Η αρρώστια θέτει, με τον οξύτερο τρόπο, το ζήτημα του νοήματος της ζωής, του Θεού, της σχέσης με τους άλλους, της ευδαιμονίας, της χαράς. Δεν πιστεύω διόλου σε όλη αυτή τη μεταφυσική του πόνου ούτε στην εξαγνιστική λειτουργία του, πιστεύω μόνο ότι όποιος δεν έχει πονέσει θα γίνει μοιραία ένας ρηχός και λίγο ως πολύ ανόητος άνθρωπος. Αλλά πάλι όποιος δεν έχει γευτεί τη χαρά είναι ένας άρρωστος άνθρωπος, που μπορεί εύκολα να γίνει φθονερός, χαιρέκακος και μνησίκακος. Αυτά τα εγκώμια του πόνου τα κάνουν άνθρωποι που μάλλον δεν έχουν πονέσει όσο λένε. Η αρρώστια, η δική σου και των άλλων, σε οδηγεί να εκτιμάς την αξία των πιο κοινών και καθημερινών πραγμάτων της ζωής και ταυτόχρονα να σχετικοποιείς, χωρίς να μηδενίζεις, τη σημασία άλλων, που θεωρούνται σημαντικά. | Σταύρος Ζουμπουλάκης

Το βιβλίο ‘Η αδερφή μου’ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις ‘Πόλις’.

Φωτογραφίες

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Από τη θεατρολόγο Τζούλια Κόγκου

    Η παράσταση του σκηνοθέτη Περικλή Μουστάκη στην Αγγλικανική Εκκλησία αναφέρεται στη ζωή της αδελφής του συγγραφέα Σταύρου Ζουμπουλάκη, Γιούλας. Στην αιώνια μνήμη της, ο αδελφός της μας χαρίζει ένα κορυφαίο κείμενο που αφηγείται τον πόνο και συνδιαλέγεται με το θείο, τη μοίρα, την τελετουργία της γέννησης και του θανάτου.

    Μέσα από την ιστορία που ξεδιπλώνεται μπροστά στα στασίδια της Εκκλησίας, σκιαγραφείται η μορφή ενός όμορφου και χαρισματικού πλάσματος όπου η ζωή του επιφύλασσε δυσάρεστες εκπλήξεις. Στο πέρασμα από την εφηβεία στην ενηλικίωση, το κορίτσι γνωρίζει το μαρτυρικό πρόσωπο της επιληψίας για πρώτη φορά. Η ιδιάζουσα μορφή της συγκεκριμένης ψυχικής αρρώστιας πρόκειται να στιγματίσει όχι μόνο τη ζωή της ίδιας αλλά και του συγγενικού και φιλικού της περιβάλλοντος. Η αντίστροφη πορεία προς το θάνατο ξεκινά παρότι είναι πολύ νωρίς. Οι επιθυμίες της ζωής ανατρέπονται, οι σχέσεις ταράσσονται και η μνήμη χτίζει το βιογραφικό του πόνου και των αναπάντεχων ερωτημάτων, όπου αγωνιζόμενος ο συγγραφέας ψάχνει να βρει την απάντηση σε ολόκληρη σχεδόν την υπόλοιπη ζωή του: “γιατί;”, “γιατί σε αυτό το πλάσμα;”, “γιατί στην δική μου οικογένεια;”, “λύτρωση από τις αμαρτίες, ποιανού;” κ.α. και τίθεται το θέμα για το ποιος μπορεί, τελικά, να τα απαντήσει: o Θεός, ο γιατρός, ο φιλόσοφος ή ο ίδιος ο Σταύρος; Και ο πόνος εξαπλώνεται χωρίς να διαφαίνονται σημεία ελπίδας ή γαλήνης, παρά μόνο μέσα από το πρόσωπο του θανάτου. Ποιού, όμως και πόσων; Και συνεχίζεται εις το άπειρον, η αναζήτηση οποιασδήποτε απάντησης στο παράλογο της ζωής των καθημερινών αντι-ηρώων που αναζητούν ένα δίαυλο επικοινωνίας με το θείο. Αντίθετα, η Γιούλα ξέρει και διακρίνει τα άξια - κατά τις διδαχές του Ελύτη - και πορεύεται χωρίς ερωτήσεις παρά μόνο με τη χαρά, την αγάπη και το χαμόγελο που απλόχερα μπορεί και χαρίζει. "Ποιος ο λόγος να μην έχουμε καλοσύνη;" αναρωτιέται και ταυτόχρονα την μοιράζει. Ως αφιέρωση στην αιώνια μνήμη της, η μορφή της σαν άγαλμα αγίας μας αποχαιρετά από το χώρο της παράστασης.

    Η θρησκευτικότητα που φέρει το ίδιο το κείμενο, προφανώς, ενέπνευσε τον σκηνοθέτη σε μία μοναδική απόδοση του στον εκκλησιαστικό χώρο όπου καταφέρνει να παντρέψει την τελετουργική διάσταση του θεάτρου με εκείνη της ζωής και της θρησκείας. Η σκηνοθετική προσέγγιση παραλληλίζει την αφήγηση με την εκκλησιαστική λειτουργία, υιοθετώντας τον αργό ρυθμό της στο λόγο και στην κίνηση, σχηματίζοντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα αναμονής για το δυσάρεστο. Η μελωδικότητα του λόγου αποστασιοποιεί το κοινό από το δράμα και, ταυτόχρονα, το ενσωματώνει στο χώρο. Η γυναικεία μορφή που κυριαρχεί έχει διπλό ρόλο: την ενσάρκωση των σκέψεων του αφηγητή και το άτομο που τελεί τη «λειτουργία». Τα λόγια υμνούν την μνήμη του πόνου και το κοινό διδάσκεται δρόμους υπέρβασης, σκηνοθετικές επιλογές που αποδεικνύουν τη βαθιά γνώση του σκηνοθέτη στον τρόπο αφύπνισης του κοινού του. Τα υπόλοιπα εργαλεία του μηδαμινά, αφού ο ίδιος ο χώρος της Αγγλικανικής Εκκλησίας ταράσσει τις αισθήσεις και οξύνει την ακοή.

    Η καλόγρια-αδελφή ή αδελφή του συγγραφέα μας εξιστορεί την αρχή και το τέλος, ενώ ο καλόγερος-αδελφός της βρίσκεται συνέχεια δίπλα της. Η ουδετερότητα της μορφής της με ή χωρίς το κάλυμμα στο πρόσωπο επιτρέπει στο κοινό να επικεντρωθεί στην ιστορία και η τονικότητα του λόγου της σε ολόκληρη τη διάρκεια της παράστασης δημιουργεί εικόνες ή ενεργοποιεί τις αισθήσεις. Η ηθοποιός υπηρετεί πιστά την πρωτότυπη παρτιτούρα λόγου και κίνησης παρασύροντας τον θεατή στο ταξίδι ανάμεσα στο τότε της Γιούλας, το τώρα του Σταύρου και το παρόν του κοινού. Η σκηνική δράση διατηρείται στο κεντρικό σημείο του χώρου με απόλυτη οικονομία και σε συνάρτηση με τα σημειολογικά στοιχειά που ο ίδιος ο ναός παραχωρεί στην αφήγηση. Η λιτότητα χαρακτηρίζει και τα υπόλοιπα σκηνογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται όπως είναι τα κουστούμια και οι φωτισμοί.

    Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μία μοναδική ευκαιρία συνάντησης του κοινού με πολλά από τα διαχρονικά ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη, ενώ η καλλιτεχνική ματιά του σκηνοθέτη αποδεικνύει την ιδιαίτερη δύναμη και ικανότητα του στην σκηνική απόδοση οποιουδήποτε κειμένου και την δημιουργία ξεχωριστών εμπειριών.