Κριτική για την παράσταση "Frozen"

Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

«Ο Καυτός Πάγος (Frozen) είναι η ιστορία δυο πολύ γενναίων γυναικών, και το πώς αυτές ξεπερνάνε ό,τι χειρότερο μπορούσε να τους συμβεί». Μια τραγική ιστορία για το κουράγιο των απλών ανθρώπων, που όμως ξέρουν να συγχωρούν, που αναγνωρίζουν την αξία της ζωής και κινούν για το δρόμο τους.

Τρία πρόσωπα εμπλέκονται  στο ψυχολογικό θρίλερ «Frozen» της Bryony Lavery: Ένας σήριαλ κίλερ, μια δικαστική ψυχίατρος και μια μητέρας που η κόρη της είναι ένα από τα θύματα αυτού του κατά συρροή δολοφόνου.

Η συγγραφέας μέσα απ’ τους μονολόγους των τριών πρωταγωνιστών μεταφέρει στη σκηνή την άλλη κόρη της Νάνσυ, την Ίγκριντ, τον σύζυγό της τον Μπομπ με την τραυματισμένη τους σχέση, το περιβάλλον της ψυχολόγου και βέβαια τον διαταραγμένο αυστηρό πατέρα και τους θείους του Ραλφ. Όλοι εκεί, μαζί με τους θεατές, που αναστοχάζονται είτε τα λάθη που οι ίδιοι διέπραξαν είτε τα λάθη των άλλων που υπέστησαν με τραγικές συνέπειες. Τα τέρατα τα κατασκευάζουμε συχνά εμείς οι ίδιοι και ο αντίκτυπος, δυστυχώς, αφορά τρίτα πρόσωπα. Ας σκεφτούμε το μύθο του Λαΐου. Εκείνος διέπραξε επονείδιστη πράξη, δολοφονήθηκε από το γιο του, εκείνος έκανε παιδιά με τη μάνα του, τιμώρησε τον εαυτό του και τιμωρήθηκαν και τα παιδιά του.

Έχουμε συλλογική ευθύνη γιατί είμαστε όλοι από το ίδιο ζυμάρι. Δύσκολο για τη μάνα που συνήθως μιλά για τη Ρόνα, αδιαφορώντας για την Ίγκριντ, να μπορέσει να καταλάβει τη θέση του Ραλφ. Μα και εκείνη έχει διαπράξει τα δικά της λάθη. Το ίδιο και η ψυχολόγος που φαίνεται ιδιαίτερα φορτισμένη από τη δική της ζωή.

Ο σκηνοθέτης έχει χτίσει καταπληκτικά το ρόλο του Ραλφ και των δυο γυναικών. Η δυσφορία της Νάνσυ από μια ζωή που δεν την ικανοποιεί, η νευρικότητα της ψυχολόγου που κάμπτεται κάποια στιγμή από την ανατροπή στη ζωή της και από την αποκάλυψη του δικού της μελανού σημείου.

Όλοι έχουν τραύματα και όλοι άθελά τους ή δυστυχώς ηθελημένα κάποιοι με διαταραχή, είτε το συνειδητοποιούν, είτε όχι, έχουν δημιουργήσει τραύματα σε άλλους ανθρώπους. Η ίδια η ψυχολόγος την ώρα που εγκαταλείπει το σπίτι διακατέχεται από ταραχή και προσπαθεί να επιβληθεί στον εαυτό της για να μπορέσει να αναχωρήσει.

Τα χέρια του Ραλφ , η κίνησή τους, το βλέμμα του, το χαμόγελό του όλα συναινούν σε κάτι σκοτεινό. «Πρέπει να είναι πάντα έτοιμος, όταν θα έρθει η μοναδική χρυσή στιγμή». Το παιδικό γελάκι δε θα ακουστεί μετά τη στιγμή αυτή.

Εκείνος στο χώρο του μαζεύει τις βιντεοκασέτες με ταινίες παιδοφιλίας, που είχε παραγγείλει από το Άμστερνταμ. Γίνεται όλο και πιο αντιπαθητικός από την πρώτη στιγμή. Η βία που έχει δεχθεί αυτό το τέρας δημιουργεί.

Η σκηνή είναι έτσι χωρισμένη με πάγκους ώστε να διακρίνεται το πεδίο δράσης του κάθε ρόλου. Εκείνο του Ραλφ, που μετά θα γίνει η φυλακή του και ο χώρος επισκεπτηρίου, το σπίτι της Νάνσυ και το δωμάτιο της Αγκνέτα.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έρσης Δρίνη απέδωσαν απόλυτα την ιδιοσυγκρασία του καθενός και έδωσαν πολλά στοιχεία για τη ζωή του. Η Αγκνέτα, πάντα στη αρχή και αλλά και στο τέλος με μια βαλίτσα, να πρέπει να γυρίσει πίσω, εκεί που την περιμένουν τα προσωπικά της θέματα. Ανάλογο σοβαρό ντύσιμο επιστήμονα, όταν δίνει διαλέξεις, αναλύοντας τον παγωμένο εγκέφαλο του εγκληματία, μελετώντας την περίπτωση του Ραλφ, και απλή εμφάνιση,  που ακολουθεί την επιφυλακτική  αλλά στο τέλος τρυφερή συμπεριφορά της με τον κρατούμενο αυτόν, κατασκεύασμα μιας νοσηρής κοινωνίας.

Η οδύνη της Νάνσυ είναι μεγάλη, απατηθείσα  σύζυγος, που ανέχεται και δυσφορεί σε ένα σπίτι με αδυναμία στη μια της κόρη. Μια ωραία γυναίκα με σκούρα χρώματα, μέχρι να κάνει την ανατροπή και να ακολουθήσει τη ζωή, συγχωρώντας.

Αρχικά θα ήθελαν και οι δυο να πεθάνει αυτός ο άνθρωπος που κακοποίησε 7 κορίτσια σε διάστημα 22 ετών. Ειδικά η μάνα θα τον ήθελε νεκρό.

Καταπληκτικές ερμηνείες και από τους τρεις ηθοποιούς. Ο Ραλφ (Σωτήρης Χατζάκης)  ακολουθεί πάντα τη διαταραχή του εγκληματία, στο λόγο στην κίνηση και στο βλέμμα. Χτυπά το κεφάλι του όπως τον χτυπούσε ο πατέρας στο νεροχύτη αναπαράγοντας τον πόνο που του έχει πρωτοπροκληθεί από εκείνον. Κακοποιημένο παιδί που κακοποιεί.

Η Αγκνέτα, η επιστήμονας (Δέσποινα Κούρτη), προσπαθεί  και μόνη της και με τον συνεργάτη της να εξηγήσει αυτή την εγκληματική συμπεριφορά με την έκκριση της κορτιζόλης στον εγκέφαλο στα κακοποιημένα παιδιά. Στις συναντήσεις τους ο Ραλφ παραφέρεται και η Αγκνέτα όταν εκείνος τη ρωτά αν έχει παραφερθεί, του απαντά «Ναι, Ραλφ, αλλά δε φταις εσύ!» Έχει διαλυθεί το σύμπαν από την άδηλη ή δεδηλωμένη βία εναντίον των παιδιών.

Η μάνα ακούει την παρότρυνση της κόρης της να ζήσει το σήμερα και να συγχωρέσει, αλλά αυτό στην αρχή την εξοργίζει. Η Νάνσυ ( Έφη Μουρίκη ) περνά από όλα τα στάδια την μελαγχολίας, του πένθους, της οργής για να φτάσει στο σημείο, όταν πια κινεί γη και ουρανό να συναντήσει τον εγκληματία φονιά του παιδιού της, να του πει ότι τον συγχωρεί. Αυτή η εξέλιξη στη ψυχολογία της ηρωίδας αποδόθηκε πιστά σε όλες τις διακυμἀνσεις της έχοντας τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

Παρά την υπέροχη σκηνή όπου η Αγκνέτα ετοιμάζει τις βαλίτσες της με μια εκπληκτική τραγουδιστική ερμηνεία της ηθοποιού Δέσποινας Κούρτη, ο θεατής αντιλαμβάνεται με πικρή επίγνωση ότι εντέλει κανείς δεν μπορεί να διαφύγει από τα προβλήματά του αν δεν τα αντιμετωπίσει με θάρρος και γενναιότητα. Όσο μακριά και να πάει, αυτά θα είναι εκεί. Μόνη λύση η συγχώρεση. Αν κάποιος είχε βοηθήσει και τον Ραλφ να κάνει το ίδιο;

Η μουσικές επιλογές ακολουθούν την πορεία του έργου, τη διαταραχή του Ραλφ, την δυσφορία της Νάνσυ και την χαρά της Αγκνέτα .

Όλα σωστά ενορχηστρωμένα από τον Σωτήρη Χατζάκη, έτσι που τελικά να πετύχει να μεταδώσει το λόγο της Λέιβερι μαζί με τη μετάφραση της Αννίτας Δεκαβάλλα. Οι θεατές, το ένιωθε κανείς, ήταν μουδιασμένοι και βαθιά προβληματισμένοι .

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

1 ΣΧΟΛΙΟ