Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Στις 23 Δεκεμβρίου, παραμονές εορτών, παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών από την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (εφεξής ΚΟΑ), η πολυαναμενόμενη όπερα Salome (Σαλώμη) του Richard Strauss (1864-1949) op.54 σε μορφή concertante, υπό τη διεύθυνση του διακεκριμένου Έλληνα αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού διευθυντή της ορχήστρας Λουκά Καρυτινού. Η μονόπρακτη αυτή όπερα, χωρίζεται σε τέσσερεις σκηνές, με την τέταρτη να αποτελεί τη μεγαλύτερη σε διάρκεια αλλά και τη σπουδαιότερη όσον αφορά τη δραματουργία. Αποτελεί σταθμό στην εκπαίδευση μαέστρων και κορεπετιτόρων, συμπεριλαμβάνοντας το εξαιρετικής δυσκολίας Κουιντέτο των Ιουδαίων της τέταρτης σκηνής, ενώ ταυτόχρονα συνιστά ένα tour de force ερμηνείας από όλους τους συντελεστές.
Λίγα λόγια για το έργο:
Η Salome όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το 1905 στη Δρέσδη, σόκαρε το οπερατικό κοινό με τον τρόπο με τον οποίο ένα βιβλικό-χριστιανικό θέμα συνδυάστηκε με την αποκλίνουσα σεξουαλική-ψυχοπαθολογική συμπεριφορά μιας έφηβης λόγω της ανιαρής ζωής της στην αυλή του Τετράρχη της Ιουδαίας Ηρώδη Αντύπα. Στην όπερα, η Σαλώμη «παίζει» ερωτικά με δύο απαγορευμένους για εκείνην άνδρες: τον Προφήτη Ιωάννη τον Βαπτιστή που όσο περισσότερο μένει αμετακίνητος στα πιστεύω του τόσο περισσότερο τον ποθεί, και τον πατριό της Ηρώδη, γνωρίζοντας πολύ καλά πως η ίδια αποτελεί το αντικείμενο του πόθου του (άλλωστε για εκείνον θα χορέψει τον σαγηνευτικό Χορό τον Επτά Πέπλων). Η Σαλώμη, περιγράφεται ως όμορφη, χλωμή και φιλάσθενη˙ παρουσιάζεται ως αλληγορία, ως ένα είδος εφιάλτη που στοιχειώνει την πουριτανική κοινωνία και που σε καμία περίπτωση δε θέλει να την αποδεχθεί. Υπάρχουν στιγμές που χλευάζονται τα κοινωνικά ήθη όπως η σκηνή των Ιουδαίων, ενώ έμφαση δίνεται στον φόβο, στο αίσθημα της κλειστοφοβίας, της δυσφορίας, όλα δοσμένα με μια ειρωνεία που ενυπάρχει καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Τα παραπάνω, υπογραμμίζονται από τη μουσική δραματουργία και την ευφάνταστη πρωτοποριακή ενορχήστρωση, όπου ο συνθέτης χρησιμοποιεί και δίνει passages de virtuosité σε όργανα όπως το heckelphone (κάτι μεταξύ όμποε και φαγκότου), το κόντρα-φαγκότο, το κόντρα-μπάσο κ.ά.
Εντυπωσιαστήκαμε όλοι από το υψηλότατο επίπεδο της ΚΟΑ, που απέδωσε αυτήν την απαιτητικότατη όπερα με τη μεγάλη ψυχολογική ένταση τόσο άρτια, με αποτέλεσμα στο φινάλε το κοινό να ξεσπάσει σε ένα θερμότατο και παρατεταμένο χειροκρότημα. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε τη συμβολή του αρχιμουσικού της Λουκά Καρυτινού, μιας και σε τέτοιας δυσκολίας έργα από ερμηνευτικής, εκτελεστικής αλλά και εκφραστικής πλευράς, τα ηνία κρατώνται από τον μαέστρο. Ήταν απόλυτος γνώστης κάθε νότας της όπερας, τόσο που μας έδωσε την αίσθηση πως τη διηύθυνε από στήθους.
Η Ρωσίδα υψίφωνος Elena Stikhina στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ήταν τουλάχιστον εξαιρετική. Απέδωσε το κείμενο με περίσσια εκφραστικότητα. Παρότι η παράσταση ήταν σε συναυλιακή μορφή, κατόρθωσε μέσω των χειρονομιών, των εκφράσεων του προσώπου της, καθώς και της κινησιολογίας που της επέτρεψε ο περιορισμένος σκηνικός χώρος, να «θεατρικοποιήσει» τον ρόλο της έκλυτης Σαλώμης. Κινήθηκε με πολύ μεγάλη ευχέρεια σε όλο το φάσμα της τεσσιτούρας του έργου, επιδεικνύοντας φοβερή φωνητική ομοιογένεια, ενώ χρησιμοποίησε με άνεση και φυσικότητα τη λεγόμενη voce di petto.
Ο ρόλος του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή ανατέθηκε στον σπουδαίο Έλληνα βαρύτονο Δημήτρη Τηλιακό, τον οποίο θα θέλαμε να βλέπαμε συχνότερα στη σκηνή. Η αίσθηση της σπηλαιώδους φωνής da lontano και του βάθους, δόθηκε άρτια από την τoποθέτησή του στο χώρο (επάνω δεξιά, κάτω από το εκκλησιαστικό όργανο). Προσέγγισε τον ρόλο με ευαισθησία και θρησκευτικότητα, ενώ επέδειξε δυναμικότητα στα σημεία του κειμένου που αφορούσαν ζητήματα ηθικής τάξης.
Για τον διακεκριμένο Αυστριακό τενόρο Wolfgang Ablinger-Sperrhacke που ερμήνευσε τον ρόλο του Ηρώδη, τα λόγια είναι περιττά. Με πολυετή πείρα στο γερμανόφωνο ρεπερτόριο του 20ου αιώνα, ο ρόλος ερμηνεύθηκε τόσο φυσικά και αυθόρμητα, σα να ήταν δεύτερη φύση του, δίνοντας σε κάθε λέξη την πρέπουσα σημασία και σε κάθε νότα το ανάλογο χρώμα.
Σε αντίθεση με τους λοιπούς ερμηνευτές των πρωταγωνιστικών ρόλων, η Κατερίνα Οικονόμου που υποδύθηκε την Ηρωδιάδα, θεωρούμε ότι δεν βρέθηκε στο ίδιο υψηλό επίπεδο παρότι γνώριζε τον ρόλο. Θα ήταν σκόπιμο να επισημανθεί, πως η παλαιών ετών υπερμεγέθης παρτιτούρα που μετέφερε ως χειραποσκευή κάτω από την μασχάλη της, ουδεμία σχέση είχε με το σήμερα (παρόλο που ενδυματολογικά συνδύασε τουαλέτα με αρβύλα-τελευταία λέξη της μόδας), αφού θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάτι πιο μικρό, όπως άλλωστε έκαναν και οι περισσότεροι συνάδελφοί της.
Εξαιρετικοί ήταν οι Βασίλης Καβάγιας, Ανδρέας Καραούλης, Γιάννης Φίλιας, Διονύσης Μελογιαννίδης, Διονύσης Τσαντίνης, στο περίφημο Κουιντέτο των Ιουδαίων (κάποιοι εξ’ αυτών ερμήνευσαν διπλό ρόλο-ξεχωρίζουμε αυτόν του Ναραβώθ που ερμήνευσε με πάθος ο Βασίλης Καβάγιας), όπως επίσης και η Νεφέλη Κωτσέλη, ο Γιάννης Σελητσανιώτης και ο Αλέξανδρος Λούτας. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στον πολύπειρο και αξιολογότατο κορεπετίτορα Δημήτρη Γιάκα, που ήταν υπεύθυνος για την μουσική προετοιμασία της όπερας.
Συμπερασματικά και λίγο πριν εκπνεύσει η χρονιά, όλοι όσοι μετείχαμε στη συναυλία ζήσαμε μία ανέλπιστα σπουδαία βραδιά, που μας γέμισε ενθουσιασμό και μας έκανε περήφανους για το επίπεδο της ορχήστρας της καρδιάς μας.



