692

Άνθρωποι και ποντίκια

Διάρκεια: 120΄ (με διάλειμμα)
Συγγραφέας: Τζον Στάινμπεκ
Μετάφραση: Σοφία Αδαμίδου
Δραματουργική επεξεργασία: Βασίλης Μπισμπίκης
Σκηνοθέτης: Βασίλης Μπισμπίκης
Σκηνογραφία: Αλεξία Θεοδωράκη
Κοστούμια: Αλεξία Θεοδωράκη
Φωτισμοί: Λάμπρος Παπούλιας
Ερμηνεύουν: Βασίλης Μπισμπίκης, Δημήτρης Δρόσος, Νικολέτα Κοτσαηλίδου, Στέλιος Τυριακίδης, Μάνος Καζαμίας, Γιώργος Σιδέρης, Γιανμάζ Ερντάλ, Θάνος Περιστέρης, Αγγέλα Πατσέλη.

Περιγραφή

Μια σκληρή μα και βαθιά ανθρώπινη ιστορία διαψευσμένων ονείρων, το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Τζον Στάινμπεκ ανεβαίνει στον Τεχνοχώρο Cartel, στις 22 Νοεμβρίου 2018, σε σκηνοθεσία Βασίλη Μπισμπίκη.   

Περισσότερα

«Ο ίδιος ο άνθρωπος έχει γίνει η μεγαλύτερη μας απειλή και η μοναδική μας ελπίδα» Τζον Στάινμπεκ- (από το βιβλίο “ Άνθρωποι και Ποντίκια”)

Η αγωνιώδης και συγκινητική προσπάθεια των ανθρώπων του μόχθου για επιβίωση μέσα στις πιο δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, ο ρατσισμός, το απατηλό όνειρο για μια μικρή ιδιοκτησία, η δύναμη της φιλίας, η σημασία της ελπίδας, τα ιδανικά της αφοσίωσης, της πίστης, της αυτοδιάθεσης και της αλληλεγγύης, καθιστούν το έργο επίκαιρο και διαχρονικό, ενώ επιτρέπουν μια σύγχρονη ανάγνωση και σκηνοθετική προσέγγιση που υπογράφει ο Βασίλης Μπισμπίκης. Μια μάντρα ανακύκλωσης, στην περιοχή του Βοτανικού δίπλα από τα hot spot των μεταναστών και προσφύγων, γίνεται ο χώρος μέσα στον οποίο οι ήρωες δουλεύουν σκληρά, συγκρούονται, παλεύουν, απογοητεύονται αλλά ταυτόχρονα ονειρεύονται και ελπίζουν.

Οι χαρακτήρες του έργου αναγκαστικά σκληροί για να επιβιώσουν, ζουν σε ένα βρώμικο, αηδιαστικό κόσμο, η γλώσσα τους χυδαία πολλές φορές, οι σκηνές με σεξουαλικές στιγμές, αλλά και η κριτική που γίνεται για το κοινωνικό σύστημα, δεν έχουν τίποτε άσεμνο, ή διαφορετικό από τους συνήθεις διαλόγους μιας σκληρής πραγματικότητας. Με λίγα λόγια ο Στάινμπεγκ αναφέρεται με απόλυτο ρεαλισμό για ο,τι συμβαίνει την συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ενώ οι «βρώμικες» λεπτομέρειες είναι μέρος της μεγέθυνσης του Στάινμπεκ προς όφελος της Τραγωδίας, με στόχο τον «εκδημοκρατισμό» του τραγικού αυτού κόσμου.

* Η παράσταση επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού.

Συντελεστές:
Κινησιολογία: Αγγέλα Πατσέλη
Βοηθός Σκηνοθέτη: Στεφανία Βλάχου
Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης
Αφίσα: Παναγιώτης Μητσομπόνος
Υπεύθυνη Παραγωγής: Φαίη Τζήμα
Τεχνική Υποστήριξη: Δημήτρης Κουτάς, Δημήτρης Σαρρής
Κατασκευή Σκηνικού: Ομάδα Cartel
Υπεύθυνη επικοινωνίας Τεχνοχώρου Καρτέλ: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου

Φωτογραφίες

Πότε & Πού

Cartel

από 22/11 έως 21/04
Αγ. Άννης & Μικέλη 4 – Βοτανικός, στάση μετρό Ελαιώνας
Τηλ: 6939898258 Email: [email protected] Website: www.carteltexnoxoros.com

Εισιτήρια: Γενική είσοδος: 12 ευρώ, Μειωμένο: 10 ευρώ, Ανέργων: 5 ευρώ
Πληροφορίες: 6939898258
Προπώληση: -  www.viva.gr
-  Και στα ταμεία του Τεχνοχώρου Cartel (Μικέλη 4 & Αγ. Άννης Βοτανικός -Στάση μετρό Ελαιώνας- τηλ. 693989 8258)

Ημέρες & Ώρες
Δ
Τ
Τ
Π
Π 21:15
Σ 21:15
Κ 21:15

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Ο αγώνας του ανθρώπου μέσα στο χρόνο για την υπέρβαση των βιοτικών, και όχι μόνο, δυσκολιών για την επιβίωσή του. Η ανάγκη του να έχει έναν σύντροφο με τις όποιες ιδιαιτερότητες αυτός έχει για να επικοινωνεί.

    Η κραυγή της αφόρητης μοναξιάς των ανθρώπων που αναγκάζονται να ζουν σε ένα μικρό κλουβί, σε μια μικρή φυλακή, όπου μετρούν τις μέρες που περνούν σημειώνοντάς τις σε ένα αυτοσχέδιο ημερολόγιο πάνω από ένα λαγούμι - ποντικότρυπα που τους οδηγεί στον έξω κόσμο στον οποίο εξακολουθούν να κουβαλούν την ατελείωτη και οικειοθελή τους κράτηση. Από εκεί διάφορες μορφές ανθρώπων ξεπηδούν φέροντας το δικό του αδιέξοδο ο καθένας.

    Ο Κούρδος μετανάστης (Γιανμάζ Ερντάλ), που ποτέ κανείς δεν του έδωσε σημασία, ούτε ποτέ κάποιος του έκανε παρέα στην απομόνωση που του είχαν επιβάλει, το αφεντικό και οι συνάδελφοί του, να ζει και να εργάζεται, δέχεται τον ρατσισμό των γύρω του δίχως να μιλά. Τον Γιώργο (Γιώργος Σιδέρης) έναν μονόχειρα, τον φωνάζουν όλοι «γέρο». Είναι άνθρωπος κι αυτός χτυπημένος από τη ζωή, χωρίς κανένα όνειρο για το μέλλον, που έχει συντροφιά και μοναδικό απομεινάρι της διαλυμένης του οικογένειας ένα, άρρωστο γέρικο σκυλί που κι αυτό υποφέρει, ώσπου το σκοτώνει πυροβολώντας το ένας άλλος εργάτης στο μηχανουργείο αυτό γιατί δεν άντεχε την κακοσμία του, αφού προηγουμένως το απέσπασε από τον «γέρο» μαζί με το κουτί μεταφοράς στο οποίο το είχε σαν φυλακτό, ρημάδι μιας κατεστραμμένης ζωής, το μόνο ον με το οποίο εκείνος συνδιαλεγόταν. Ωστόσο μοιάζει ο «γέρος» να μην αντιδρά σθεναρά στην αρπαγή του δύσμοιρου ζώου καθώς ίσως να μην μπορούσε να πάρει την απόφαση για ευθανασία του πάσχοντος κατοικιδίου. Ο γέρικος σκύλος του «γέρου», του καθαριστή αυτού που περισυλλέγει όλες τις ακαθαρσίες των εργατών και συχνά λέει πόσο βρώμικοι είναι, αποτελεί προοικονομία για τα θάνατο του Λένου. Ο άνθρωπος που μεγαλώνει δεν πετά τίποτα. Φοβάται την αλλαγή του σκηνικού γύρω του. Όμως σύμφωνα με τον σκληρό νόμο της ζωής ό,τι δεν έχει μέλλον και προξενεί πρόβλημα για τους άλλους αποκόπτεται, πετιέται. « Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, ή αρρωστήσουν, ή αποτραβηχτούν, ή τα “ χάσουν” ! » Πόσο άδικο! Το ίδιο και με τον άνθρωπο. Η αργοπορία του Βασίλη και του Λένου στο μηχανουργείο επιφέρει τον εξευτελισμό και εκφοβισμό τους από το νεαρό αφεντικό.

    Η Νικολέτα (Νικολέτα Κοτσαηλίδου), η γυναίκα του αφεντικού, συνοδεύεται καθώς λένε όλοι από μια απαίσια οσμή, καθώς το «πατσουλί» που φορά με το κιλό προκαλεί απέχθεια στους άνδρες του εργοταξίου, τους οποίους συντηματικά φροντίζει να αναστατώνει. Αδικημένη από μια οικογένεια με μια καταπιεστική μητέρα, που συνέχεια την κατηγορούσε κι έναν πατέρα μέθυσο που τη λάτρευε και με τον οποίο το έσκασαν μαζί. Καθώς όμως τους βρήκαν, τους έπιασαν και το όνειρο της διαφυγής από τη μητέρα – εισαγγελέα, ναυάγησε με ό,τι συνέπεια μπορεί να είχε αυτό για τη μικρή Νικολέτα.

    Ο Βασίλης (Βασίλης Μπισμπίκης) και ο Λένος (Δημήτρης Δρόσος), είναι το δίδυμο ο έξυπνος και ο χαζός, υποψιασμένος ο ένας, αγαθός ο άλλος. Ο δεύτερος αρέσκεται να χαϊδεύει τα μαλακά πράγματα, κυρίως ζωάκια, υποκατάστατο ίσως της τρυφερότητας που στερήθηκε, αλλά καθώς το κάνει αυτό ο ενθουσιασμός γίνεται ανεξέλεγκτος και τα σκοτώνει. Είναι ένα δίδυμο αχώριστο, που υποφέρουν τη ζωή τους τρέφοντας ένα όνειρο απόδρασης, σε ένα κτηματάκι, με ζωάκια τρυφερά που αρέσουν στο Λένο να χαδεύει. Σαν τα μυθικά Κύθηρα, μια γη της Επαγγελίας, μακριά από εκμεταλλευτές και γεμάτους κακία ανθρώπους. Ένας τόπος ονειρικής, ουτοπικής ελευθερίας, αφού κάτι τέτοιο δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ.

    Ο Μάνος (Μάνος Καζαμίας), ο εργοδηγός σε αυτή τη δουλειά, δυνατός, ακριβοδίκαιος, με συμπάθεια στη Νικολέτα, που εμφανώς καταπιεζόταν από έναν σατράπη και παθολογικά ζηλιάρη σύντροφο, το αφεντικό του, με συμπάθεια επίσης στο Βασίλη και το Λένο. Θεωρεί τον Βασίλη έξυπνο κι ας του λέει εκείνος: « Αν ήμουν έξυπνος, θα δούλευα εδώ για 300€;». Ο Μάνος είχε σκοτώσει τον πατέρα του, που σάπιζε στο ξύλο τη μάνα του και κατόπιν παραδόθηκε μόνος του εκτίοντας ποινή 10ετούς φυλάκισης.

    Ο Θάνος (Θάνος Περιστέρης), ένας νέος οξύθυμος, πετά έξω από το τραπέζι τον Κούρδο γιατί έπιασε με τα “βρωμόχερά” του το ψωμί, είναι αυτός που σκοτώνει το σκύλο του Γιώργου, γιατί δεν αντέχει τη δυσοσμία του.

    Το αφεντικό, ο Στέλιος (Στέλιος Τυριακίδης), που κληρονόμησε την επιχείρηση και την τρέχει μόνος του, είναι σκληροτράχηλος, ζηλιάρης, σατράπης στη γυναίκα του. Για να ξεσπάσει τρέχει σε αγώνες μποξ, να ξεθυμάνει. «Κερδίζει» τον αφελή Λένο που προσωρινά τον συμπαθεί, ενώ ο Βασίλης του λέει: «Αφεντικό και καλός υπάρχει;»

    Όλοι οι ήρωες έχουν συντριβεί από μια απρόσωπη κοινωνία, που τους έχει επιβάλλει έναν αταίριαστο και εξαιρετικά βίαιο ρόλο. Προσπαθούν να μην πνιγούν στο ναυάγιο της ζωής τους, όμως αυτό είναι τρομερά δύσκολο.

    Η δουλειά είναι σκληρή και απάνθρωπη. Δεν αφήνει περιθώρια αλληλεγγύης, αλληλοκατανόησης και ανθρώπινης επικοινωνίας. Ό,τι συμβαίνει, γίνεται στο πλαίσιο ενός άκαμπτου εργασιακού χώρου, που κάνει τους ανθρώπους δούλους, μηχανές. Η επαφή τους με το άλλο φύλο γίνεται με πληρωμή, χωρίς συναίσθημα, άγρια μόνο σαν ξέσπασμα αγριότητας, όπως τα λόγια που ανταλλάσσουν στην καθημερινότητά τους.

    Στο Άνθρωποι και ποντίκια, ο Βασίλης σκοτώνει τον αγαθό Λένο, λυτρώνοντάς τον έτσι. Αλλά η αξία της ζωής δεν αμφισβητείται ποτέ, γιατί οι απλοί άνθρωποι αυτών των ιστοριών δεν είναι κατ’ ανάγκη μικροί και ασήμαντοι. Ο Στάινμπεκ σκύβει μ’ αγάπη πάνω από τα όνειρα των ηρώων του, βλέποντας την ποιητική τους διάσταση, αλλά με καθαρή ματιά καθώς διακρίνει κι όλη τους τη σκληρότητα.

    Το σκηνοθετικό βλέμμα του Βασίλη Μπισμπίκη αποδίδει όλη αυτή την αγριότητα και την απόλυτη διάψευση των ονείρων των απλών αυτών ανθρώπων , που συνθλίβονται από τις ερπύστριες του άκρατου κέρδους, που δεν αφήνει χώρο για φιλευσπλαχνία και αλληλεγγύη. Όποιος δεν συμμορφώνεται ή δεν ακολουθεί και δεν είναι αποτελεσματικός, έχει την τύχη του σκύλου του «γέρου», του Γιώργου.

    Το συμβατό στην ατμόσφαιρα του έργου τοπίο του Ελαιώνα, συνοψίζει όλον τον προβληματισμό του Στάινμπεκ και δίνει άλλη φόρτιση εξαρχής στην παράσταση. Η μεταφορά από το σημείο, που οι δυο φίλοι, σαν τον Τομ Σόγιερ και τον Χωκ Φιν, συμφωνούν για την μετέπειτα πορεία τους και τα κοινά τους όνειρα και «υπογράφοντας» συμβόλαιο τιμής και φιλίας ώστε να μην τα αποκαλύψουν σε κανέναν τα σχέδιά τους, στον σκληρό χώρο της εργασίας, είναι εξαιρετικά πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα. Όλα όμως τινάζονται στον αέρα αφού ο Λένος τα αποκαλύπτει στους άλλους. Στο πρώτο αυτό σημείο υπάρχει η σκηνοθετική προοικονομία καθώς ο Βασίλης παίρνει το νεκρό ποντίκι που ακόμα χαϊδεύει με μανία ο Λένος και το πετά μακριά στην άλλη άκρη του δρόμου. Εκείνος πηγαίνει, το αναζητά και του το ξαναπαίρνει για να το πετάξει στο καζάνι με την φωτιά που έχει ανάψει για να ζεσταθούν. Είναι όλα ρεαλιστικά, όπως τα υπαγορεύει το κείμενο και σίγουρα η πρόθεση του συγγραφέα.

    Αυτοί οι ήρωες έτσι όπως κινούνται στην σκηνή, με την εκφορά του άγριου αυτού λόγου, είναι φανερό ότι αποτελούν μια πιστή αποτύπωση του διαχρονικά αγωνιζόμενου ανθρώπου, παντού στο κόσμο που αναζητά μια καλύτερη τύχη και ένα αξιοπρεπές μέλλον.

    Η νουβέλα με τη θεατρική της δομή προσφέρεται για τη σκηνή όπως δίνεται στη συγκεκριμένη παράσταση. Έτσι αυτοί οι δυο ευκαιριακοί εργάτες, από την αρχή ως το τέλος είναι τόσο γλαφυροί, τόσο τραγικά αληθινοί και τόσο μοιραία παραδομένοι σε μιαν άδικη μοίρα.

    Ο λόγος ρέων και παραστατικός, αποδίδει πλήρως την ωμότητα μιας ανήλεης κοινωνικής πραγματικότητας.

    Ο σκηνικός χώρος (Αλεξία Θεοδωράκη) αυτό το μεγάλο κλουβί, αυτή η φυλακή με τα μικρότερα κελιά και μια τρύπα διαφυγής σε μιαν άλλη κόλαση, είναι πολύ πετυχημένη αποδίδοντας την υποχρεωτική συμβίωση αυτών των ανθρώπων – ποντικών, που μετά από ένα διάστημα αρχίζουν να τρώγονται μεταξύ τους, σαν τα ποντίκια που πολλαπλασιάζονται στο κλουβί.

    Οι ερμηνείες όλων είναι καθηλωτικές, όπως βέβαια και η οργάνωση των σκηνών και η σκηνική διδασκαλία. Υπέροχος ο Δημήτρης Δρόσος στο ρόλο του Λένου. Ένα πληγωμένο, φοβισμένο παιδί σε ένα δυνατό σώμα, με καθυστέρηση και με βίαιη απαίτηση τρυφερότητας, που ποτέ δεν έλαβε.

    Είναι μια συγκλονιστική παράσταση με βαθειά μελέτη του έργου που οδηγεί στην παραδοχή ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει μέσα στους αιώνες στην ανθρώπινη μοίρα.

  2. Από τον Κωνσταντίνο Πλατή

    Αν σας άρεσε το «Στέλλα κοιμήσου» του Οικονομίδη αυτό θα το λατρέψετε! Και μόνο η έμπνευση που είχε ο Βασίλης Μπισμπίκης να ανεβάσει αυτό το κλασσικό λογοτεχνικό κείμενο του Τζον Στάινμπεκ σε αυτό το χώρο, σε μετάφραση Σοφίας Αδαμίδου, με αυτή τη μορφή, αξίζει συγχαρητήρια. Και ως γνωστόν η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.

    Απο κει και πέρα φαίνεται πως η δίψα όλων των συντελεστών να μετουσιώσουν τη σκέψη αυτή σε κάτι τόσο δυνατό απέδωσε τα μέγιστα. Όσο αναφορά το χώρο και τον τόπο δε νομίζω ότι θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος. Το σκηνικό, έχοντας τον κατάλληλο φωτισμό από το Λάμπρο Παπούλια, δεν είναι στημένο για να θυμίζει μηχανουργείο, είναι μηχανουργείο! Στον Ελαιώνα! Στη μέση του πουθενά! Εκεί που λίγο παραδίπλα έρχονται από μακρινό τόπο και στοιβάζονται άνθρωποι και ποντίκια κυριολεκτικά!

    Ο βιωματικός τρόπος με τον οποίο δούλεψε ο σκηνοθέτης έδωσε τη δυνατότητα σε κάθε ηθοποιό να διαμορφώσει όπως νομίζει εκείνος, με ανακυκλώσιμα υλικά από τα σκουπίδια, το χώρο στον οποίο δρα ο χαρακτήρας του στο έργο. Οι πρόβες ξεκίνησαν πριν από το καλοκαίρι και τη διανομή συνθέτουν επαγγελματίες ηθοποιοί αλλά και δύο ερασιτέχνες από τη θεατρική ομάδα L' abbuffata. Αυτό βέβαια δεν επηρεάζει ούτε στο ελάχιστο την ομοιογένεια της ομάδας. Τουναντίον, βλέπουμε πρόσωπα άφθαρτα που μας εντυπωσιάζουν. Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι χαρακτήρες έχουν τα ονόματα που έχουν οι ηθοποιοί στην πραγματικότητα. Εκτός από έναν, το Λένι. Αυτόν που είναι πολύ πιθανό να δείτε του χρόνου να του απονέμουν κάποιο θεατρικό βραβείο για την αντριχιαστικά ρεαλιστική ερμηνεία του.

    Προσωπικά λάτρεψα και κάτι που ίσως δεν είναι εύκολα αντιληπτό. Στο ξεκίνημα της παράστασης οι θεατές κάθονται στην αρχική αίθουσα του θεάτρου και παρακολουθούν το Βασίλη(Μπισμπίκη) και το Λένι να αποκαλύπτουν ως άλλοι Βλαντιμήρ και Εστραγκόν που πριν λίγο καιρό είχαν αποκαλύψει κι αυτοί ανοίγοντας τη μεταλλική γκαραζόπορτα, το φυσικό σκηνικό του εξωτερικού χώρου που μπορεί να ενσωματωθεί αβίαστα σε έργα που απαιτούν μια εξώκοσμη εικόνα ενός γήινου τοπίου. Ποιητικός ρεαλισμός που σε μαγεύει και είμαστε ακόμα στην αρχή της παράστασης.

    Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στο διπλανό χώρο, στη νεότευκτη δεύτερη σκηνή, σε ένα μηχανουργείο και από εκεί και πέρα απόλυτα «ηδονοβλεπτικά», παρακολουθούμε σκηνές από τη ζωή των χαρακτήρων του έργου που μπορεί να μοιάζουν πολύ μακρινοί από την αποστειρωμένη δική μας καθημερινότητα αλλά παράλληλα τόσο ενστικτωδώς διαπεραστικοί, απειλώντας κάθε ασφαλή, για το θεατή, θεατρική συνθήκη. Ακόμα κι ο Παντελίδης ακούγεται διαφορετικά σε αυτό το χώρο και χρόνο.

    Οι χαρακτήρες και η πλοκή αναπτύσσονται όσο περνά η ώρα και και δεν μπόρεσα στιγμή να καταλάβω που αρχίζει ο Στάινμπεκ κι ο Οικονομίδης και που συνεχίζει και τελειώνει ο Βασίλης Μπισμπίκης και οι υπόλοιποι συντελεστές της παράστασης. Όλα αυτά τα στοιχεία αλληλεπιδρούν το ένα με το άλλο με άγριες αλλά τόσο αρμονικές κινήσεις που σε παραπέμπουν στο άγριο αλλά φυσικό βασίλειο της ζούγκλας και η επιθυμία μου να ουρλιάξω μπας και νιώσω και εγώ λίγο άνθρωπος ζωντανός όπως αυτοί, ανακόπτεται από το διάλειμμα που μάλλον μου χρειαζόταν. Αλλά τι να το κάνεις, οι ηθοποιοί μένουν στη σκηνή και δε σε αφήνουν να ησυχάσεις θυμίζοντας σου ακόμη μια φορά πόσο εσφαλμένη είναι η εικόνα που έχουμε για το χώρο και το χρόνο. Και πάλι μέσα, για να αποτελειώσουμε αυτό που αρχίσαμε, όλοι μαζί, με το μόνο τρόπο που γνωρίζουμε ως πρωτεύοντα θηλαστικά. Το θάνατο που εξαγνίζει.

    "Άνθρωποι και ποντίκια" στο θέατρο Cartel και όπως φαίνεται η περιοχή απέκτησε κι άλλο hot spot και η διάβαση σίγουρα δεν είναι ασφαλής. Προσοχή στους ανθρώπους...

  3. Σπάνια θεωρώ επιτυχημένες τις μεταφορές των αριστουργημάτων της λογοτεχνίας στο θέατρο. Κυρίως γιατί προσπαθώντας να σεβαστούν το βιβλίο αγνοούν τη θεατρικότητα. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Το βιβλίο χάνει το ύφος και το χαρακτήρα του με μία πολύ ριζοσπαστική διασκευή και μεταφορά του από την αμερικανική ύπαιθρο του προηγούμενου αιώνα στον αστικό υπόκοσμο της σύγχρονης Αθήνας. Τα πάντα όμως γίνονται με απόλυτα θεατρικούς όρους. Ο σκηνοθέτης έκανε θέατρο και όχι λογοτεχνία σε μεταφορά. Εξαιρετική παράσταση σε πολλαπλά επίπεδα. Μία πραγματική θεατρική εμπειρία που δε θα πρεπε οι θεατρόφιλοι να χάσουν. Συγχαρητήρια σε όλους και ευχαριστώ για την πρόσκληση.

  4. Εξαιρετική παράσταση! Εκπληκτικές ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς με έντονα στοιχεία αυτοσχεδιασμού και ρεαλισμού. Επιτυχημένη μεταφορά του έργου στη σημερινή εποχή και στην Ελληνική κοινωνία. Η πιο καλή παράσταση που παρακολούθησα φέτος! Αξίζει!