Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Την Κυριακή 28/12, παρακολουθήσαμε την τρίπρακτη οπερέτα Θέλω να δω τον Πάπα, σε λιμπρέτο και μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, του επονομαζόμενου Έλληνα Λέχαρ στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ. Η οπερέτα, βασίζεται στην κωμωδία του Maurice Hennequin Οικιακές χαρές (Les Joies du foyer,1894), ακολουθώντας τα πρότυπα της opéra-comique français και του Singspiel, διατηρώντας έτσι την παρατακτική σειρά των μερών και των dialogues parlés.
Την ευθύνη της δραματουργικής επεξεργασίας-καθώς και διασκευής του κειμένου, είχε η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, η οποία «ενίσχυσε» τον χαρακτήρα του υπηρέτη Δημοσθένη με τέτοιον τρόπο ώστε να μην αλλοιωθεί μεν το πρωτότυπο κείμενο, αλλά με τις παρεμβαλλόμενες ατάκες του να συνιστούν σχολιασμό της δράσης και των γεγονότων, άλλοτε με κριτική κι άλλοτε με αναλυτική διάθεση. Θεωρούμε πως ήταν μια άκρως επιτυχημένη επεξεργασία, κάνοντας σαφώς πιο κατανοητά ζητήματα που άπτονται της ανθρώπινης φύσης, έχοντας ως κεντρικό άξονα τον γάμο.
Εξαιρετική ήταν η σκηνοθετική ματιά της Νατάσας Τριανταφύλλη, που κατάφερε να προσδώσει την αίσθηση των πολλαπλών χώρων μέσα στον χώρο, χωρίς αυτό να βαραίνει την ατμόσφαιρα. Η τοποθέτηση της ορχήστρας δεξιά στο πίσω μέρος της σκηνής, ήταν άκρως επιτυχημένη προδίδοντας το απαιτούμενο βάθος και επιτρέποντας στους δραματικούς χαρακτήρες να κινηθούν με μεγάλη ελευθερία. Ο μαέστρος Νίκος Βασιλείου, μας εξέπληξε για άλλη μια φορά με την εκφραστικότητα και την ευαισθησία που εγγενώς διαθέτει, κυρίως με την επιλογή των tempi που ως απώτερο σκοπό είχαν να αναδείξουν την κάθε φωνή ξεχωριστά-πρακτική που πλέον σπάνια συναντούμε. Οι εννέα μουσικοί της μικρής ορχήστρας, έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό αναδεικνύοντας τις υπέροχες μελωδίες της οπερέτας. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε στον ενορχηστρωτή της παράστασης Γιάννη Μπελώνη, ο οποίος προσάρμοσε ευφυέστατα το πρωτότυπο μουσικό κείμενο για μικρό σύνολο.
Εντύπωση έκανε σε όλο το ακροατήριο κατά την είσοδό του στην αίθουσα, το «καλωσόρισμα» από μέρους των επτά χαρακτήρων-ένα σκηνικό εύρημα το οποίο μας εισήγαγε στην ατμόσφαιρα και στην υπόθεση του έργου, δημιουργώντας αφενός μια ευχάριστη εσωτερική διάθεση και αφετέρου καθιστώντας μας κοινωνούς στην επικείμενη γαμήλια δεξίωση.
Την παράσταση έκλεψαν ο βαρύτονος Βαγγέλης Μανιάτης και η σπουδαία υψίφωνος Τζούλια Σουγκλάκου που ενσάρκωσαν το ζεύγος Λατρούδη, τους γονείς της νύφης. Διαθέτοντας αμφότεροι brio και σκηνική εμπειρία, υποδύθηκαν με μεγάλη φυσικότητα τους ρόλους τους. Ιδιαιτέρως όσον αφορά στην κ. Σουγκλάκου, οφείλουμε να πούμε πως το τεράστιο φωνητικό και υποκριτικό της εύρος εκτείνεται από τον Wagner μέχρι την οπερέτα, δίνοντας κάθε φορά τον ανάλογο χαρακτήρα και ύφος στην ερμηνεία της. Η παρουσία του τενόρου Δημήτρη Σιγαλού ως Βαρονά, ήταν αξιοπρεπέστατη χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις αφού και ο ρόλος δεν το επέτρεπε. Η Χρύσα Μαλιαμάνη που υποδύθηκε την Άννα, την κόρη του ζεύγους Λατρούδη, παρόλο που διαθέτει ένα πολύ όμορφο χρώμα φωνής, εντούτοις σε πολλά σημεία παρατηρήθηκε αδυναμία σωστής άρθρωσης του κειμένου, με αποτέλεσμα η πλειονότης των ακροατών να στρέφεται προς τις οθόνες με τους υπέρτιτλους. Αντίθετα, η σκηνική της παρουσία ήταν κάτι παραπάνω από καθηλωτική. Αναφορικά με τον ρόλο του γαμπρού, ονόματι Ανδριανό που ερμήνευσε ο τενόρος Νικόλας Μαραζιώτης, η εκφραστικότητα όπως και η κίνησή του επί σκηνής ανέδειξαν τις φωνητικές και υποκριτικές του δυνατότητες κατά την τρίτη πράξη της οπερέτας, που δυστυχώς έλλειψαν από τις δύο πρώτες. Τέλος, η εμφάνιση της Μαρισίας Παπαλεξίου ως Ρίτα αρτίστα ήταν σκηνικά άκρως εντυπωσιακή, τόσο που υπερσκέλισε τις τυχόν φωνητικές αδυναμίες.
Θα ήταν ευχής έργον αν το ρεπερτόριο της ΕΛΣ από δω και στο εξής συμπεριελάμβανε στον προγραμματισμό του και μία ελληνική οπερέτα, αναδεικνύοντας έτσι την εγχώρια δημιουργία αλλά και την ιστορία του τόπου μας.



