Ευμενίδες

Διάρκεια: 60'
Σύλληψη: Στεφανία Γουλιώτη
Συγγραφέας: του Αισχύλου
Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνογραφία: Εύα Μανιδάκη
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Ερμηνεύουν: Στεφανία Γουλιώτη

Περιγραφή

Η Στεφανία Γουλιώτη επανέρχεται στις Ευμενίδες, μετά την πρώτη τους παρουσίαση στο Φεστιβάλ το 2015, με μια υποκριτική δοκιμασία που αναζητά την ιδανική εκείνη κατάσταση, που ο θεατής, θα βλέπει εκείνο που ο ηθοποιός φαντάζεται.

Θεατής κι ηθοποιός συναντιούνται σ ένα μοναδικό τοπίο και μοιράζονται μια ανεπανάληπτη εμπειρία με τη φύση να επιβάλλεται ανάμεσα στους ανθρώπους και στο μύθο. 

Περισσότερα

«Με αφορμή το μύθο των Ευμενίδων, σήμερα το 2018, δημιουργούμε μία παράσταση στο Αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου με σκοπό να ηχήσει αυτός ο μύθος σε ένα τοπίο που θα τον ενεργοποιήσει μέσα μας. Ένα πρόσωπο που περιβάλλεται από αυτή την ιστορία, που ψάχνει να διαχειριστεί τα άγνωστα και ανεξήγητα κομμάτια της και που βιώνει τη σχέση του με τον πρωτογενή φόβο θα ψάξει τον κατάλληλο ήχο για να μικρύνει την άλυτη απόστασή μας με το μύθο. Στις 6:00 το πρωί, στο αρχαίο Στάδιο της Επιδαύρου , τη στιγμή που το τοπίο βρίσκεται στην αγνότερη στιγμή του, μπροστά μας, θα αρθρώσει την ιστορία, ή αλλιώς μια προσευχή, και θα μας μεταφέρει μέσα στην κινούμενη, σκοτεινή, ενέργειά της.
Μία ηθοποιός και ένας μουσικός συμπράττουν στο δύσκολο εγχείρημα της αφήγησης ολόκληρου του έργου με όλα τα πρόσωπα να ηχούν μέσα απο ένα σώμα και ένα όργανο. Ο λόγος ,ο ήχος ,η ώρα και το τοπίο συμπράττουν σε μία εμπειρία μεταμόρφωσης.»

Στεφανία Γουλιώτη

Στο τρίτο μέρος της αισχύλειας τριλογίας, συναντάμε τον Ορέστη στο μαντείο των Δελφών, όπου έχει καταφύγει για να ρωτήσει τον Απόλλωνα, πώς θα γλιτώσει από τις  Ερινύες που τον κυνηγούν, μετά τον φόνο της Κλυταιμνήστρας. Ο θεός τον συμβουλεύει να φύγει όσο οι Ερινύες ακόμα κοιμούνται και να καταφύγει στην Αθήνα. Στο ναό εμφανίζεται εν τω μεταξύ το φάντασμα της Κλυταιμνήστρας, που ζητά δικαίωση, καθώς ο Ορέστης παραμένει ατιμώρητος.

Οι Ερινύες ξυπνούν διωγμένες από το ναό του Απόλλωνα ακολουθούν τον Ορέστη ως την Αθήνα, όπου τον βρίσκουν ικέτη στο άγαλμα της Αθηνάς. Η θεά εμφανίζεται και ζητά να ακούσει και τις δύο πλευρές, αφενός τις Ερινύες, αφετέρου την απολογία του Ορέστη. Καθώς η υπόθεση είναι πολύ δύσκολη, η Αθηνά αποφαίνεται πως πρέπει να συγκληθεί ειδικό δικαστήριο που θα κρίνει την αθώωση ή την ενοχή του ήρωα και θεσμοθετεί μ’ αυτό τον τρόπο ενώπιον των Αθηναίων πολιτών τον Άρειο Πάγο.

Κατόπιν καταφτάνει κι ο θεός Απόλλωνας που αναλαμβάνει την υπεράσπιση του μητροκτόνου Ορέστη αλλά το αποτέλεσμα της δίκης που καταλήγει σε ισοψηφία καθορίζεται εντέλει από την ψήφο της θεάς Αθηνάς που αθωώνει τον Ορέστη στην θεωρούμενη, ιδρυτική αυτή πράξη της Δημοκρατίας αλλά και της Πατριαρχίας. Οι Ερινύες εξευμενίζονται και μετατρέπονται σε Ευμενίδες.

Με αγγλικούς υπέρτιτλους

Μουσική Δραματουργία/Εκτέλεση: Δημήτρης Καμαρωτός
Καλλιτεχνική συνεργασία: Σύλβια Λιούλιου-Γιώργος Κριθάρας
Σκηνικός Χώρος: Εύα Μανιδάκη
Σκηνογράφου: Ευγενία Μακρόγλου
Εκτέλεση Παραγωγής: POLYPLANITY Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Τεχνική Αλεξάντερ: Βίκυ Παναγιωτάκη
Βοηθός Productions / Γιολάντα Μαρκοπούλου & Βίκυ Στρατάκη
Φωτογραφίες : Άρης Καμαρωτός

Βίντεο

6 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Εφαρμόζοντας την Τεχνική Αλεξάντερ η Στεφανία Γουλιώτη μας έδωσε μια καταπληκτική, ηδονική παράσταση, ξυπνώντας όλες τις αισθήσεις μας και καλώντας μας σε εγρήγορση στις 06,00 τα ξημερώματα , ώστε να έχουμε την απόλυτη διανοητική διαύγεια και συνεπώς καθαρές, ευκρινείς καταγραφές απολαμβάνοντας έτσι τόσο το πρωινό φως στο Στάδιο της Επιδαύρου όσο βέβαια και την έξοχη ερμηνεία της. Χρησιμοποιώντας σωστά το σώμα της διευκολύνει σταδιακά τη ροή ενέργειας, αποκτά μεγάλη δυνατότητα συγκέντρωσης, σταθερή φωνή, δυνατή παρουσία, μεγάλη αντοχή και εκφραστικότητα.

    Είναι φανερό ότι μέσα από το σώμα της, τον έλεγχο και τη συνειδητότητά του επιτυγχάνει να γεμίσει ένα Στάδιο, καθηλώνοντας τους θεατές με μόνη συνοδεία τη μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού.

    Στην τραγωδία αυτή οι δαίμονες της εκδίκησης και της διχόνοιας, οι φοβερές Ερινύες Αληκτώ, Τισιφόνη και Μέγαιρα, γυναίκες οι οποίες στο κεφάλι τους αντί για μαλλιά έχουν φίδια, ρακένδυτες με γκρίζα φορέματα, ξεσπούν σε τρομερές, άγριες κραυγές ζώων. Έχουν δε την εικόνα νεκρού στο ξεκίνημα του έργου, θέλοντας να τιμωρήσουν το μητροκτόνο Ορέστη αποζητούν το αίμα του, αλλά και την καταστροφή της Αθήνας που τον προστάτευσε. Τελικά πείθονται να μετοικήσουν στην πόλη όπου μετατρέπονται σε στοργικές θεότητες που προστατεύουν τη διαβούλευση, την πολιτική αντιμετώπιση των προβλημάτων, την κοινωνική συνοχή και την ευημερία. Η μεταμόρφωση αυτή κλείνει ένα κύκλο αίματος στον οποίο είχαν παγιδευτεί οι απόγονοι του Ατρέα. Η Αθηνά, προστάτιδα της πόλης, με την πειθώ κατορθώνει να διαχειριστεί την κρίση.
    Η οργή μεταλλάσσεται σε στοργή. Αυτές οι θεότητες δεν έχουν πια ρόλο τιμωρητικό, γιατί το ρόλο αυτό αναλαμβάνει το δικαστήριο, ο Άρειος Πάγος. Το δημοκρατικό πολίτευμα απαιτεί την επαγρύπνηση και την ευθύνη του κοινωνικού συνόλου.

    Για το λόγο αυτό η παράσταση ξεκινά από την είσοδο των θεατών στο χώρο του αρχαίου Σταδίου στις 06.00. Ακριβώς στις 06.17 αρχίζει η αφήγηση της ραψωδού. Ένα μεγάλο κομμάτι από πλαστικό μουσαμά στο πίσω μέρος μετακινείται με τον αέρα και ακούγεται ο ήχος του με τα τζιτζίκια και την ανάσα της Στεφανίας Γουλιώτη που διατρέχει το στάδιο, ως Ορέστης, που ήρθε και εγκαταστάθηκε εδώ , στο ναό του Απόλλωνα ζητώντας την συγχώρεσή του.

    Αρχίζει την προσευχή του. Κάθε τόσο μια ανάσα βαθειά, κόβει τη σκηνή. Μαζί αναπνέει κι αποφορτίζεται κι ο θεατής από την πίεση και τη δυσφορία.

    Όλοι οι ρόλοι σε ένα πρόσωπο, όλη η τραγωδία ένα συμπαγές κείμενο, που ευνοεί το ξεδίπλωμα του φόβου και του ελέους για την τελική κάθαρση με την ολοκλήρωση του ξημερώματος. Ήρθε το φως μαζί με την αποκατάσταση της δημοκρατίας και την απομάκρυνση του σκοταδισμού.

    Ο Χορός βλέπει τον Ορέστη, που από τα χέρια του τρέχει ακόμα το αίμα του εγκλήματός του και τις Ερινύες να τον κυνηγούν. Ο Απόλλωνας αναλαμβάνει την ευθύνη, εκείνος τον έπεισε τη μάνα του να σφάξει και δε θα τον προδώσει. Θα βρει τρόπο να τον σώσει: «Θυμήσου ο φόβος την ψυχή σου να μη νικά!» Οι ιαχές των Ερινυών και η Κλυταιμνήστρα αλλόφρων να εξακοντίζει κατηγόριες «ο γιος μου φαίνεται να έχει προστάτη, εγώ όμως δεν έχω!» Η ιαχές της ενισχύονται από το μουσικό όργανο του Δημήτρη Καμαρωτού. Ξεσηκώνει τις Ερινύες: « Ξύπνα ! Λιώσε τον με τον πύρινο ατμό της κοιλιάς σου!» Είχαν αποκοιμηθεί οι Ερινύες. «Κοιμήθηκα και μου ξέφυγε το θήραμα! Άναξ Απόλλων, άκουσε και εμάς εδώ!»

    Όλα αυτά με τον πολυδύναμο ερμηνευτικό τρόπο της Στεφανίας Γουλιώτη. Στο σημείο αυτό, τρέχει σαν τον Ορέστη, αναζητώντας λύτρωση στην Αθήνα, όπου καταφεύγει αφού πρώτα πλύνει το πρόσωπό του για να καθαρθεί και περιμένει μετά την απόφαση της θεάς.

    Ξεκινά μια γλαφυρή αφήγηση για το δράμα του Ορέστη. Οι Ερινύες τον βρίσκουν και ζητούν εκδίκηση. Η ανάσα της ηθοποιού διαχωρίζει τις σκηνές και φανερώνει την αγωνία της: «Είμαστε Δίκαιες, φρενοβλαβής διαταραχή». Οι Ερινύες , με συνοδεία του μουσικού αυτού οργάνου, που ενεργοποιείται με τη φωνή, εκφράζουν το θυμό τους, με γρήγορη και υστερική εκφορά του λόγου: «Θυμόμαστε το κακό και το αποτελειώνουμε!» Διασχίζει το Στάδιο και πάει στο λόφο όπου υπάρχει ένας απλωμένος μουσαμάς, με φόβο τον σηκώνει για να δει από κάτω στο σκεπασμένο σκάμμα τις χθόνιες αυτές θεότητες. Όταν ο Ορέστης απευθύνεται στην Αθηνά της λέει ότι είναι Αργείος και εκείνη με σταθερή φωνή του λέει ότι τον θεωρεί έντιμο και τον δέχεται στην πόλη. Όμως αυτές δε θα το επιτρέψουν. Έτσι θα ορίσει ορκωτούς δικαστές για να τον κρίνουν και μετά αυτό θα το κάνει θεσμό. Απευθύνεται και στον Απόλλωνα και τον εγκαλεί γιατί δε συμμετέχει. Εξάλλου ήταν και αυτός υπαίτιος και παρακινητής. Στο δικαστήριο γίνεται η λεκτική αντιπαράθεση με τις Ερινύες: « Γιατί όσο ζούσε η Κλυταιμήστρα δε κυνηγούσατε και εκείνη;» για να πάρει από το ίδιο στόμα την απάντηση ότι: «αυτή δε σκότωσε ίδιο αίμα» Η Αθηνά δίνει τη λύση λέγοντας ότι ο πατέρας είναι που γεννά και απλά η μητέρα σώζει το βλαστό του άνδρα, το αποδεικνύει εξάλλου και η δική της γέννηση από το Δία. Κηρύσσει την ίδρυση του Αρείου Πάγου.

    « Οργή ! Ω! γη !» και οι Ερινύες γίνονται Ευμενίδες, που στέργουν για την ευημερία των ανθρώπων και όχι για την κατάκρισή τους και την εκτέλεσή τους.

    Μοναδική η ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη με ένα κείμενο σε μια γλώσσα νέα, περιεκτική νοημάτων και συγκίνησης, με συνοδοιπόρο στη μουσική τον Δημήτρη Καμαρωτό, σ’ ένα χώρο σκηνικό από μόνο του, με δύο μουσαμάδες, μια γούρνα με νερό και ένα μικρόφωνο για να μπορεί το μουσικό όργανο να συντονίζεται με τη φωνή. Το κοστούμι του Άγγελου Μέντη, απλό για να μπορεί να χωρέσει όλους του ρόλους και να διευκολύνει την κίνηση της ηθοποιού. Η Στεφανία Γουλιώτη δημιούργησε με τη φωνή της και με την κίνησή της εικόνες, τονίζοντας τη δύναμη του σώματος του ηθοποιού και την έκταση που μπορεί να προσλάβει η ερμηνεία του.