Κριτική για την παράσταση "Συμπόσιο του Πλάτωνα"

Από τον Ιωάννη Λάζιο

Από τη στιγμή που στη συγκεκριμένη παράσταση το Συμπόσιο του Πλάτωνα, σε σκηνοθεσία Άννας Κοκκίνου, οργανώνεται ως πράξη και όχι ως θεωρητικός διάλογος, η ανάλυση οφείλει να μετατοπιστεί· όχι στο τι λέγεται για τον Έρωτα, αλλά στο τι ενεργοποιείται μέσω του Έρωτα. Στο θέατρο Σφενδόνη, ο λόγος δεν ανταλλάσσεται· εφαρμόζεται. Αντίστοιχα, η γνώση δεν προσφέρεται· δοκιμάζεται. Έτσι, το συμπόσιο παύει να λειτουργεί ως φιλοσοφικό τραπέζι και συγκροτείται ως κλειστό σύστημα πράξης, ως ένα πεδίο όπου η Επιστήμη τίθεται σε λειτουργία.

Σε αυτό το πλαίσιο, το πλατωνικό κείμενο δεν αντιμετωπίζεται ως φιλοσοφικό μνημείο ούτε ως δραματουργικό υλικό προς «επικαιροποίηση». Αντιμετωπίζεται ως ενεργή γνώση, ως Επιστήμη με την αρχαία της έννοια: γνώση επικίνδυνη, μεταμορφωτική, μη ουδέτερη. Η μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου διατηρεί τη φιλοσοφική ακρίβεια του πλατωνικού λόγου χωρίς να τον απονευρώνει σκηνικά. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ζωντανό υλικό επίκλησης, έτοιμο να υποστεί μεταμόρφωση μέσα στο τελετουργικό πλαίσιο. Ο λόγος παραμένει απαιτητικός, αλλά αποκτά ρυθμό και βάρος, σαν να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι δεν θα ειπωθεί χωρίς συνέπειες.

Αυτή η αντίληψη της πράξης διαπερνά και τη σκηνοθεσία της Άννας Κοκκίνου, η οποία είναι συνεχής, συμπαγής, απολύτως ελεγχόμενη. Δεν επιδεικνύει, δεν σχολιάζει, δεν εξηγεί. Ορίζει χώρο, χρόνο και ένταση με αυστηρότητα που σπανίζει, δημιουργώντας έναν κλειστό κύκλο μέσα στον οποίο κάθε στοιχείο έχει λειτουργία και ευθύνη. Τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν «ομορφαίνει» για να κολακεύσει το βλέμμα. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη θεμελιώνει αυτή τη λογική: ο χώρος δεν είναι τραπέζι συμποσίου αλλά τόπος συγκέντρωσης. Τα αντικείμενα δεν υπάρχουν για να σημαίνουν, αλλά για να λειτουργούν· είναι παρόντα με τον τρόπο που είναι παρόντα τα εργαλεία σε μια διαδικασία που απαιτεί ακρίβεια.

Στην ίδια κατεύθυνση, τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου λειτουργούν ως ενδιάμεση ζώνη ανάμεσα στο ανθρώπινο και το μυητικό. Δεν περιγράφουν χαρακτήρες· επιτρέπουν τη διέλευση. Δεν επιβάλλονται στο βλέμμα, αλλά υποστηρίζουν τη μετάβαση. Αντίστοιχα, η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή δεν συνοδεύει αλλά ενεργοποιεί, λειτουργώντας περισσότερο ως κραδασμός. Η χορογραφία του Ερμή Μαλκότση αποδομεί το σώμα και το επανασυνθέτει ως φορέα ρυθμού και πρόθεσης: το σώμα δεν εκφράζεται· τίθεται σε λειτουργία. Οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα ολοκληρώνουν αυτή τη δομή, σμιλεύοντας τον χώρο με τρόπο σχεδόν αρχιτεκτονικό· φως που δεν αποκαλύπτει αλλά επιτρέπει, που δεν δείχνει αλλά ορίζει όρια.

Σε αυτό το οργανωμένο σύστημα, οι θεατρικές μάσκες της Μάρθας Φωκά δεν λειτουργούν ως κάλυψη αλλά ως κανάλια. Οριοθετούν την έκθεση και ταυτόχρονα προστατεύουν τον φορέα της ενέργειας· δεν κρύβουν πρόσωπα, τα μετατρέπουν σε αγωγούς. Αντίστοιχα, η δραματουργία (Νίκος Φλέσσας, Άννα Κοκκίνου, Κορνήλιος Σελαμσής) χειρίζεται το πλατωνικό κείμενο με απόλυτο σεβασμό και ταυτόχρονα με τόλμη, μεταφέροντάς το από το πεδίο της φιλοσοφίας στο πεδίο της πράξης χωρίς να το απλουστεύει και χωρίς να το ερμηνεύει για λογαριασμό του θεατή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ερμηνείες λειτουργούν όχι ως αναπαράσταση αλλά ως στήριξη της διαδικασίας. Η Ρίτα Λυτού, η Μυρτώ Πεδιωτίδη-Μανιάτη, ο Γιώργος Μπουφίδης, ο Τάσος Πετρίτσης, ο Γιάννης Σέπε, ο Μιχάλης Ψαλίδας και η Άννα Κοκκίνου δεν λειτουργούν ως «ρόλοι», αλλά ως λειτουργοί του κύκλου. Δεν παίζουν· κρατούν χώρο. Το σύνολο διακρίνεται για σπάνια ακρίβεια, πειθαρχία και εσωτερική συνοχή.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το Συμπόσιο δεν εκφέρεται ως ερώτημα αλλά ως δοκιμή. Η γνώση του Έρωτα δεν προτείνεται ως ιδέα, αλλά ως εμπειρία που αφήνει ίχνος σε πολλαπλά επίπεδα. Ο σκηνικός χώρος δεν οργανώνεται για να φιλοξενήσει πρόσωπα, αλλά για να αντέξει διαδικασίες. Τα αντικείμενα δεν έχουν διακοσμητική λειτουργία· υπάρχουν γιατί είναι αναγκαία.

Γι’ αυτό και τα υλικά —ψωμί, κρασί, νερό, φωτιά— είναι θεμελιώδη, όχι συμβολικά. Η πέτρα λειτουργεί ως σταθερά, ως σημείο αναφοράς ενός άρρητου νόμου, ενώ τα κεριά δεν φωτίζουν· φέρουν πρόθεση. Ο λόγος που εκφέρεται δεν είναι ρητορικός: έχει ακρίβεια, ρυθμό, επανάληψη. Δεν αποσκοπεί στην πειθώ αλλά στη μεταβολή. Κάθε εγκώμιο του Έρωτα λειτουργεί ως εφαρμογή γνώσης, όχι ως άποψη. Οι παρόντες δεν είναι χαρακτήρες· είναι φορείς λειτουργιών.

Σε αυτή τη λογική, η σκάλα δεν λειτουργεί ως αλληγορία ανόδου αλλά ως όργανο. Όποιος την ανεβαίνει δεν «κατανοεί» κάτι ανώτερο· μετατοπίζεται. Η φωνή αλλάζει, η αναπνοή βαθαίνει ή διαταράσσεται, ο ρυθμός μεταβάλλεται. Δεν ανεβαίνουν όλοι. Και όσοι ανεβαίνουν, δεν επιστρέφουν στην ίδια κατάσταση.

Αντίστοιχα, η Επιστήμη εδώ δεν οδηγεί στην Ιδέα· ανοίγει ρήγμα. Το νερό λειτουργεί καθαρτικά, χωρίς ωστόσο να εξαγνίζει μόνο· αναιρεί. Επανεκκινεί το σώμα σε προγενέστερη κατάσταση, πριν από τη συγκρότηση του εγώ. Χρησιμοποιείται σε στιγμές όπου ο λόγος πλησιάζει επικίνδυνα όρια, όχι για να προστατεύσει αλλά για να διαλύσει.

Η πέτρα παραμένει το μόνο στοιχείο που δεν μεταβάλλεται. Υπάρχει για να συγκρατεί. Χωρίς αυτήν, η διαδικασία θα γινόταν ανεξέλεγκτη. Εκπροσωπεί τον νόμο που δεν διατυπώνεται ποτέ, αλλά στον οποίο όλοι υπακούν σιωπηρά. Αντίθετα, η φωτιά ενεργοποιεί και ρηγματώνει: επιτρέπει την εμφάνιση, αλλά δεν την εγγυάται. Κάθε κερί αντιστοιχεί σε μια πρόθεση. Όταν ο λόγος αποτυγχάνει, η φλόγα σβήνεται. Η διαδικασία αναγνωρίζει την αποτυχία της· δεν την αποκρύπτει. Η Επιστήμη εδώ δεν υπόσχεται αποτέλεσμα.

Μέσα σε αυτή την κλιμάκωση, το ψωμί λειτουργεί ως δεσμός και το κρασί ως επιτάχυνση. Όσο αυξάνει, η γλώσσα αποσυντίθεται, ο λόγος χάνει τη συντακτική του ασφάλεια και γίνεται ήχος. Το μήλο δεν προσφέρεται ως πειρασμός αλλά ως γνώση με τίμημα. Το δάγκωμα δεν είναι πτώση· είναι αποδοχή συνεπειών. Μετά από αυτό, τίποτα δεν παραμένει σταθερό και όλοι είναι συμμέτοχοι στη γνώση των «Ερωτικών».

Το ελάφι, τέλος, δεν εξηγείται. Η παρουσία του δηλώνει ότι η Επιστήμη έχει όρια· ότι κάτι εμφανίζεται χωρίς να έχει κληθεί και χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί. Ο Έρωτας εδώ δεν αναλύεται· παρίσταται. Το προσωπείο επιτρέπει τη διέλευση της ενέργειας, ενώ η μάσκα λειτουργεί ως άμυνα απέναντι στην υπερέκθεση. Όσο η διαδικασία βαθαίνει, τα προσωπικά χαρακτηριστικά υποχωρούν και τα πρόσωπα γίνονται αγωγοί. Η κάπα σηματοδοτεί την είσοδο και την —πάντα ατελή— επιστροφή. Όσοι δεν την αφαιρούν, παραμένουν σε ενδιάμεση κατάσταση. Η διαδικασία αφήνει ίχνος.

Έτσι, η παράσταση δεν ολοκληρώνεται με λύση. Ολοκληρώνεται με σφράγιση. Ο κύκλος κλείνει. Η φωτιά χαμηλώνει. Η πέτρα παραμένει. Το κοινό δεν καλείται να καταλάβει· καλείται να μετάσχει.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ