Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Παρακολουθήσαμε την Παρασκευή 23 Ιανουαρίου, μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συναυλία με τον τίτλο «Μπετόβεν-Προκόφιεφ: Από τον Προμηθέα στον Ρωμαίο και την Ιουλιέττα», τόσο όσον αφορά τη δομή του προγράμματος όσο και τις ερμηνείες.
Η βραδιά ξεκίνησε με την Εισαγωγή από το μοναδικό μπαλέτο που συνέθεσε ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν το 1801 Τα πλάσματα του Προμηθέα με αριθμό καταλόγου 43, βασισμένο στην αλληγορία του αρχαιοελληνικού μύθου που θέλει τον πρωταγωνιστή να κλέβει το ιερό πυρ της γνώσης αψηφώντας τους Θεούς, δίνοντάς την στην ανθρωπότητα. Παρόλο που το έργο είχε επιτυχία, σήμερα σπανίως παίζεται ολόκληρο. Αντίθετα η Εισαγωγή, μέρος εξαιρετικά απαιτητικό για την εποχή του, συνιστά πλέον δημοφιλές pezzo da concerto και παίζεται συχνότατα.
Θα περίμενε κανείς, πως θα ακολουθούσε το 4ο κοντσέρτο για πιάνο του συνθέτη, εξαιτίας του διαλογικού δεύτερου μέρους που παραπέμπει σε προμηθεϊκή συνομιλία με τους Θεούς του Ολύμπου. Αντ’ αυτού, ακούσαμε το δεύτερο κοντσέρτο-ένα έργο που επίσης παίζεται σπανιότατα, με την καθηλωτική ερμηνεία της Ελισάβετ Κουναλάκη. Εντυπωσίασε η ευαισθησία και η κομψότητα με την οποία προσέγγισε το έργο. H εξαιρετικής φινέτσας ποιότητα του ήχου της καθώς και το απαράμιλλης ομορφιάς touché της, μας χάρισαν στιγμές συγκίνησης. Στο πρώτο μέρος, απολαύσαμε τον διάλογο που αναπτύσσεται μεταξύ πιάνου και ορχήστρας-έναν διάλογο που ο Ρομπέρτο Μπαράες, ένας νέος χαρισματικός μαέστρος, τον διαχειρίστηκε με τέτοιον τρόπο ώστε να οδηγήσει με κλιμακούμενη ένταση στην cadenza. Ιδιαιτέρως το Adagio (δεύτερο μέρος) με την anti-cadenza που εμπερικλείει όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται, ερμηνεύθηκε με μεγάλη εκφραστικότητα από τη σολίστα της βραδιάς. Το χαρούμενο τρίτο χορευτικό μέρος (Rondo) γραμμένο σε Λομβαρδικό ρυθμό ή Scotch-Snap, δόθηκε τόσο από την ορχήστρα όσο και από την Ελισάβετ Κουναλάκη με περίσσια ζωντάνια. Για την ιστορία, αξίζει να επισημανθεί πως όταν ο βιρτουόζος Τσέχος πιανίστας Václav Tomášek άκουσε τον Μπετόβεν να παίζει στην Πράγα το 1798 την αναθεωρημένη εκδοχή του κοντσέρτου (η πρώτη ολοκληρώθηκε 1789, ενώ η δεύτερη το 1795), λέγεται πως δεν άγγιξε το πιάνο για μέρες λόγω της συναρπαστικής ερμηνείας του συνθέτη. Το δεύτερο κοντσέρτο Μπετόβεν σε Σι ύφεση μείζονα και με αριθμό καταλόγου 19, είναι ένα έργο που συγκεντρώνει όλα τα επί μέρους χαρακτηριστικά της Πρώτης Βιεννέζικής Σχολής συνιστώντας επισφράγισμα αυτής, που μαζί με τον Μότσαρτ και τον Χάιντν εξήραν το κάλλος και την αρμονία μέσα από την απλότητα.
Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, ακούστηκαν αποσπάσματα από την πρώτη, τη δεύτερη και την τρίτη Σουίτα μπαλέτου του Σερκέι Προκόφιεφ Ρωμαίος και Ιουλιέττα, έργο 64. Ο βενεζουελιάνικης καταγωγής αρχιμουσικός του οποίου η μουσική και τεχνική κατάρτιση ήταν άρτιες, απέδωσε τα αποσπάσματα με περίσσια ζέση, χαρίζοντας απλόχερα στο κοινό της βραδιάς μία εξαίρετη ερμηνεία της ΚΟΑ, όπου κάθε οικογένεια οργάνων είχε την ευκαιρία να εκφράσει τον καλύτερό της εαυτό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, το ακροατήριο να ξεσπάσει σε ένα ξέφρενο χειροκρότημα, υποχρεώνοντας μαέστρο και ορχήστρα να υποκλιθούν πάμπολλες φορές.
Ήταν μια εξαιρετική βραδιά, από αυτές που θα μπορούσαν να ηχογραφηθούν και να μείνουν στην αιωνιότητα.



