Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα Δήμητρα Χόνδρου
Παρακολουθήσαμε την Παρασκευή 20 Μαρτίου στην αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, την τακτική συναυλία της ΚΟΑ που μας ταξίδεψε στα «Κοντσέρτα για δύο από τον JohannSebastian Bach (1685-1750) στον Bohuslav Jan Martinů (1890-1953)», με ενδιάμεση στάση τον Joseph Haydn (1732-1809). Την ΚΟΑ, ήταν αρχικώς προγραμματισμένο να διευθύνει ο Πολωνός αρχιμουσικός Andrzej Kosendiak, που όμως την τελευταία στιγμή αντικαταστάθηκε από τον δικό μας Βλαδίμηρο Συμεωνίδη.
Το ταξίδι ξεκίνησε με ένα έργο του όψιμου Μπαρόκ, το διπλό κοντσέρτο για βιολί σε Ρε ελάσσονα που ο Bach το συνέθεσε γύρω στα 1730, ενώ λίγα χρόνια αργότερα το μετέγραψε για δύο τσέμπαλα. Οι βιολονίστες DanielHope και Σίμος Παπάνας, ήταν οι σολίστες της βραδιάς. Αμφότεροι, έχοντας στη φαρέτρα τους ατελείωτες ώρες πτήσεων, απέδωσαν εξαιρετικά εύστοχα τη διακριτικώς εκφραστική και ταυτόχρονα διαλογική σχέση που οικοδομεί ο συνθέτης μέσω της αντιστικτικής γραφής μεταξύ των δύο βιολιών.
Το πρώτο μέρος, έκλεισε με τη Συμφωνία αρ. 103 σε Μι ύφεση μείζονα γραμμένη το 1795, την προτελευταία από τις Λονδρέζικες Συμφωνίες που φέρει το παρατσούκλι Drumroll Symphony (ελλ. Συμφωνία των τυμπάνων). Είναι ένα από τα πιο αγαπητά έργα του Πατέρα της Συμφωνίας και του Κουαρτέτου εγχόρδων της Wiener Klassik (Πρώτης Βιεννέζικης Σχολής), έχοντας την υποδεδειγμένη τετραμερή φόρμα. Αξίζει να σημειωθεί, πως στη συγκεκριμένη συμφωνία, ο Haydn χρησιμοποιεί παραδοσιακά κομμάτια της Κροατίας, την περίοδο που η Αυστρία συμπεριελάμβανε στην επικράτειά της και κροατόφωνα μέρη, σύμφωνά με τον Κροάτη εθνομουσικολόγο Franjo Kuhač.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας ξεκίνησε με το διπλό κοντσέρτο για βιολί σε Ρε μείζονα του Τσέχου συνθέτη Bohuslav Martinů γραμμένο το 1950, ένα έργο της ωριμότητας του συνθέτη. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο Dallas των ΗΠΑ, όταν ήδη ο συνθέτης είχε εγκατασταθεί μετά το Παρίσι στη Νέα Υόρκη, λόγω του Β’ Π.Π. Το έργο, αν και είναι γραμμένο για μεγάλη ρομαντική ορχήστρα, κατατάσσεται στο ρεύμα του Νεοκλασικισμού,ενώ μορφολογικά, αποπνέει μία πιο χαλαρή αίσθηση της τριμερούς φόρμας του κοντσέρτου. Οι Hope και Παπάνας, ερμήνευσαν με μεγάλη άνεση και ζωντάνια τα μεγάλης δεξιοτεχνίας passages, μη υστερώντας καθόλου σε εκφραστικότητα και συναίσθημα. Ο πρώτος συγκρατημένα φλογερός αποπνέοντας έναν αριστοκρατικό αέρα και ο δεύτερος χειμαρρώδης με μεσογειακό ταμπεραμέντο, αλληλοσυμπληρώθηκαν δημιουργώντας τη δέουσα αρμονία μέσα από την εξισορρόπηση των δυνάμεών τους. Η θερμή ανταπόκριση του κοινού στην εξαιρετική παρουσία των δύο σολιστών, προκάλεσε την ανταπόδοση με την ερμηνεία δύο ντουέτων του Ούγγρου Béla Bartók.
Η επιλογή των δύο διπλών κοντσέρτων μόνο τυχαία δεν ήταν, αφού ο Martinů σε επιστολή του στον φίλο του και μαέστρο Ernest Ansermet, κάνει μια συγκριτική χιουμοριστική αντιπαραβολή με το διπλό κοντσέρτο που ακούστηκε στο πρώτο μέρος της συναυλίας, λέγοντας πως «το δικό του μάλλον δεν είναι τόσο καλό όσο του Bach αλλά δεν είναι και τόσο κακό, ενδεχομένως όμως να είναι το πρώτο μετά από αυτό του Bach».
Η βραδιά έκλεισε με τη Συμφωνία αρ. 83 σε Ρε ελάσσονα, τη δεύτερη από τις έξι Παριζιάνικες Συμφωνίες, γραμμένη το 1785, που φέρει και αυτή το παρατσούκλι La poule (ελλ. Η κλώσσα ή η κότα), εξ’ αιτίας του δεύτερου θέματος του πρώτου μέρους που προσομοιάζει σε κράξιμο κότας.
Πολλά συγχαρητήρια αξίζουν στον χαμηλών τόνων ήρωα της βραδιάς αρχιμουσικό Βλαδίμηρο Συμεωνίδη, ο οποίος οδήγησε την ορχήστρα με μεγάλη σαφήνεια και ακρίβεια. Εντύπωση έκαναν η δωρική του παρουσία,αλλά και η απαράμιλλη εκφραστική τεχνική των χεριών του-κυρίως του αριστερού, αποδίδοντας εξαιρετικά μία ευρεία χρωματική παλέτα σε όλο το ρεπερτόριο. Η δε ερμηνευτική του προσέγγιση στις δύο συμφωνίες, ήταν καθ’ όλα αφοπλιστική, κατορθώνοντας να μείνει πιστός στο πνεύμα του συνθέτη και της Σχολής που εκπροσωπεί, διευθύνοντας μία σύγχρονη ορχήστρα.



