Κριτική για την όπερα "Διδώ"

Από την Dr. ιστορικής μουσικολογίας-πιανίστα

Παρακολουθήσαμε το Σάββατο 07/02/2026 στο Δημοτικό θέατρο Ολύμπια Μαρία Κάλλας, την πολυαναμενόμενη αναβίβαση του έργου Διδώ (Didone) του Διονυσίου Λαυράγκα (1860-1941) σε συναυλιακή μορφή. Ο Λαυράγκας, είναι σπουδαίος όχι μόνο για το αμιγώς συνθετικό του έργο, αλλά γιατί υπήρξε ο θεμελιωτής του Νεοελληνικού Μελοδράματος που μετονομάστηκε αργότερα σε Εθνική Λυρική Σκηνή, καθώς και από τους πρωτεργάτες της Ελληνικής Εθνικής Σχολής. Δυστυχώς, ο συνθέτης απεβίωσε πριν προλάβει να δει την ΕΛΣ να θεσμοθετείται ως ανεξάρτητος οργανισμός, γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής το 1944, όπως άλλωστε έγινε και με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, η οποία δημιουργήθηκε με την κρατικοποίηση της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών το 1942.

O Διονύσιος Λαυράγκας γεννήθηκε στην Κεφαλονιά και σπούδασε μουσική στην γενέτειρά του, στη Νάπολη αλλά και στο Παρίσι, κοντά στους διάσημους συνθέτες Jules Massenet, César Franck και Léo Delibes. Υπήρξε από τους σκαπανείς της Εθνικής Μουσικής Σχολής, καθώς και ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που έγραψε μουσική για τον κινηματογράφο. Βασικός θεμελιωτής του «Ελληνικού Μελοδράματος», του πρώτου ελληνικού μελοδραματικού θιάσου με τον οποίο περιόδευσε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό στις αρχές του 20ου αιώνα, έδωσε πολύ μεγάλη σημασία στη συστηματική οργάνωση και διοίκησή του, ενώ αγωνίστηκε ώστε να επιτευχθεί ο ιερός σκοπός που δεν ήταν άλλος από την καθιέρωση και τη διάδοση της λυρικής τέχνης στην Ελληνική επικράτεια. Μάλιστα γι’ αυτό του τον εγχείρημα, χαρακτηρίστηκε από κάποιους ως «μυθικός αρχηγός αιρέσεως» (sic). Οι αγώνες του δικαιώθηκαν με την ίδρυση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής το 1939 ως παράρτημα του Εθνικού Θεάτρου, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του.

Από την εκτεταμένη εργογραφία του, ξεχωρίζουν η Πρώτη Ελληνική Σουίτα, εμβληματικό έργο της Ελληνικής Εθνικής Σχολής, οι περίφημες όπερες Διδώ και Φρόσω, και φυσικά το Πένταθλον, που παρουσιάστηκε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 μαζί με τον Ολυμπιακό Ύμνο του Σπύρου Σαμάρα.

Η λυρική τραγωδία Διδώ, διαδραματίζεται σε τέσσερεις πράξεις, σε λιμπρέτο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου-γνωστού ως Paul Arcas. Πρωτοπαρουσιάστηκε στις 10 Απριλίου 1909 στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών με πρωταγωνιστές μέλη του Ελληνικού Μελοδράματος. Η πρώτη παρουσίαση από την ΕΛΣ, έλαβε χώρα στο Θέατρο Ολύμπια, στις 12 Απριλίου 1952. Στο ίδιο θέατρο, είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε το έργο για πρώτη φορά τον 21ο αιώνα, γεγονός που προσέδωσε στη βραδιά μία ιδιαίτερη συγκινησιακή ατμόσφαιρα. Την ορχήστρα και χορωδία του Δήμου Αθηναίων διηύθυνε ο Βύρων Φιδετζής. Τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενσάρκωσαν οι: Διδώ η Σοφία Κυανίδου, Αινείας ο Φίλιππος Μοδινός, Αχάτης ο Γιάννης Σελητσανιώτης, Ασκάλης ο Χριστόφορος Σταμπόγλης, Άννα η Αναστασία Ευδαίμων και Ανθεύς ο Χρήστος Ραμμόπουλος.

Αξίζει να επισημανθεί ο αρκετά απαιτητικός ρόλος του τενόρου, που θύμισε ρόλους γαλλικού ρεπερτορίου, όπως ο Προφήτης και ο Βάσκο του Meyerbeer. Εντυπωσίασε το φινάλε της δεύτερης πράξης, που κλείνει με το ερωτικό ντουέτο Διδούς-Αινεία, το οποίο λειτούργησε αποσυμπιεστικά, χαμηλώνοντας τους τόνους από τον πρότερο πομπώδη χαρακτήρα της όπερας, όπως και η εξαιρετικά μελωδική εισαγωγή της τέταρτης πράξης. Δε γνωρίζουμε τον λόγο, αλλά η έλλειψη υπερτίτλων δυσκόλεψε πάρα πολύ το ακροατήριο στην κατανόηση του κειμένου, δεδομένου ότι και στο πρόγραμμα που δόθηκε δεν υπήρξε κάποια αναφορά στην υπόθεση της όπερας. Ενδεχομένως, η μεγάλη πλειονότης του ακροατηρίου-εκτός από εκείνους που είχαν προμηθευτεί την ηχογράφηση του έργου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από την εταιρεία Melism, δεν μπόρεσε να κατανοήσει για παράδειγμα το τέλος του έργου, όπου η Διδώ αρπάζοντας έναν δαυλό, βάζει φωτιά στα ανάκτορα που γκρεμίζονται με πάταγο, ενώ η ίδια βρίσκει φλεγόμενη τον θάνατο.

Τέλος, ένα θερμό ευχαριστώ αρμόζει στο Δημοτικό θέατρο Ολύμπια Μαρία Κάλλας, που είναι ανοικτό σε τέτοιες προκλήσεις που μας φέρνουν πιο κοντά με τη νεοελληνική οπερατική δημιουργία.