Κριτική για την παράσταση «Οικογένεια Addams»

Από τον Ιωάννη Λάζιο

Το ζητούμενο δεν είναι αν μια παράσταση διασκεδάζει, αλλά αν αυτή η διασκέδαση διατηρεί την έντασή της στον χρόνο ή αν, καθώς εκτείνεται, αρχίζει να φθείρεται. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το βασικό δραματουργικό ζήτημα της συγκεκριμένης παραγωγής: η διάρκεια δεν λειτουργεί ως κλιμάκωση, αλλά ως σταδιακή αποσυμπίεση της ενέργειας.

Το έργο των Marshall Brickman & Rick Elice, με τη μουσική του Andrew Lippa, διαθέτει εκ των προτέρων μια παιγνιώδη ελαφρότητα, μια σχεδόν παιδική διάθεση να μετατρέψει το μακάβριο σε γοητευτικό θέαμα. Η σκηνοθεσία της Θέμιδος Μαρσέλλου σέβεται αυτή τη σύμβαση και κινείται μέσα σε ένα πλαίσιο ευχάριστης, σχεδόν ανέμελης θεατρικότητας. Ωστόσο, ενώ η αρχή διακρίνεται από ζωντάνια και ρυθμό, στη συνέχεια η ένταση υποχωρεί, με αποτέλεσμα το τέλος να μοιάζει περισσότερο με εξάντληση παρά με κορύφωση.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την άνιση κατανομή, αναδύονται στοιχεία που όχι μόνο διασώζουν το αποτέλεσμα, αλλά του προσδίδουν στιγμές πραγματικής θεατρικής λάμψης.

Υπάρχει μια σκηνική κινητικότητα που σε παρασύρει και σε κρατά ενεργό, σχεδόν συμμέτοχο στο θεατρικό παιχνίδι. Πρόκειται για μια εμπειρία που δεν βαραίνει ούτε πιέζει· αντιθέτως, σου επιτρέπει να περάσεις ευχάριστα το βράδυ σου.

Αυτή η ισορροπία —μεταξύ χαλαρότητας και ενέργειας— συνιστά και τη βασική σκηνοθετική επιλογή της Θέμιδος Μαρσέλλου. Δεν επιδιώκει την ανατροπή ή την εμβάθυνση, αλλά μια καθαρή θεατρική εμπειρία, βασισμένη στο θέαμα, τη μουσική και τη ροή. Και σε μεγάλο βαθμό το επιτυγχάνει.

Καθοριστικός παράγοντας σε αυτό είναι η ζωντανή μουσική. Η μπάντα δεν λειτουργεί απλώς συνοδευτικά, αλλά ως οργανικό στοιχείο της δράσης, διατηρώντας τον παλμό ακόμη και όταν η σκηνική ένταση υποχωρεί. Υπάρχουν στιγμές όπου δεν ντύνει απλώς τη δράση, αλλά την κατευθύνει, προσδίδοντάς της ρυθμό, ένταση και, κυρίως, συνοχή.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρουσία της MARSEAUX, η οποία δεν περιορίζεται σε μια τυπική ερμηνεία, αλλά μετατρέπει κάθε της εμφάνιση σε σκηνικό γεγονός. Η φωνή της, εκφραστική και καθαρή, δεν υπηρετεί απλώς τη μουσική — την αναδεικνύει. Εκεί όπου η παράσταση κινδυνεύει να βυθιστεί στη μονοτονία, η δική της παρουσία λειτουργεί ως ανανέωση της ενέργειας.

Η αισθητική, σε πλήρη συνάρτηση με τη σκηνοθετική γραμμή, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της φαντασμαγορίας που το έργο προϋποθέτει. Τα σκηνικά της Μαρίας Τσαγκάρη, τα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού και οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη συνθέτουν ένα οπτικό περιβάλλον που υπηρετεί τη θεατρική σύμβαση χωρίς να την προδίδει. Δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν αυτάρκως, αλλά να υποστηρίξουν τη συνολική εμπειρία — και σε αυτό το πεδίο επιτυγχάνεται η απαραίτητη συνοχή.

Ωστόσο, το θέατρο δεν είναι μόνο εικόνα· είναι, πρωτίστως, παρουσία. Και εδώ εντοπίζονται οι μεγαλύτερες αποκλίσεις.

Ο Νίκος Μουτσινάς στον ρόλο του Gomez Addams κινείται σε μια γραμμή που, αν και λειτουργική ως προς την εξωστρέφεια, δεν συναντά τον πυρήνα του χαρακτήρα. Ο Gomez δεν είναι απλώς μια εκκεντρική φιγούρα· ισορροπεί ανάμεσα στο γκροτέσκο και τον ερωτισμό, ανάμεσα στο χιούμορ και μια υπόγεια ένταση. Αυτή η διάσταση απουσιάζει. Η ερμηνεία παραμένει επιφανειακή, χωρίς το βάθος που θα της επέτρεπε να αποκτήσει εσωτερική συνοχή. Και εδώ βρίσκεται και η απογοήτευση: όχι γιατί είναι λανθασμένη, αλλά γιατί δεν φτάνει ποτέ εκεί που θα μπορούσε.

Στον αντίποδα, η Μαρία Σολωμού ως Morticia Addams συγκροτεί μια ερμηνεία με σαφή ταυτότητα. Διατηρώντας τον έλεγχο του ρυθμού και της σκηνικής παρουσίας, αποδίδει μια ηρωίδα που δεν είναι απλώς “σκοτεινή”, αλλά γοητευτικά αυτάρκης. Το παίξιμό της δεν επιβάλλεται· εγκαθίσταται.

Η Παρθένα Χοροζίδου, αυθεντικά κωμική και αυθόρμητη, λειτουργεί ως φυσικός φορέας του γέλιου, χωρίς να καταφεύγει σε υπερβολές. Δίπλα της, ο Πάνος Σταθακόπουλος λειτουργεί υποστηρικτικά, ενισχύοντας την ερμηνεία της με μέτρο και σκηνική συνέπεια, συμβάλλοντας στη δημιουργία ενός λειτουργικού και πειστικού σκηνικού δίπολου. Ο Βαγγέλης Κακουριώτης, αν και σκηνικά δυναμικός, κινείται σε έναν τόνο περισσότερο ερωτικό από όσο απαιτεί το μέτρο του έργου, δημιουργώντας μια μικρή υφολογική απόκλιση.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και στο παιδί, του οποίου η παρουσία ξεχωρίζει για τη φυσικότητα και την ακρίβεια. Οι «πρόγονοι», ως σύνολο, λειτουργούν αρμονικά, προσφέροντας μια ευχάριστη σκηνική συνοδεία, ενώ η Θέμις Μαρσέλλου ως γιαγιά παραμένει συμπαθής και λειτουργική. Ο Βασίλης Αξιώτης ξεχωρίζει φωνητικά, προσδίδοντας ποιότητα στις μουσικές στιγμές.

Εν τέλει, η οικογένεια Addams δεν έρχεται να ανατρέψει ούτε να επαναπροσδιορίσει· έρχεται να θυμίσει ότι το θέατρο, ακόμη και όταν δεν διεκδικεί βάθος, μπορεί να προσφέρει απόλαυση. Ότι η σκηνή δεν είναι πάντα τόπος σύγκρουσης, αλλά και διαφυγής.

Ίσως αυτό να είναι και το ουσιαστικότερο ζητούμενο της παράστασης: να σου προσφέρει ένα ευχάριστο βράδυ, χωρίς να σε βαραίνει ή να σε δοκιμάζει. Να σε κρατήσει μέσα στον ρυθμό της — ακόμη κι όταν αυτός αρχίζει να φθίνει.

Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ