Από τον Ιωάννη Λάζιο
Η «Γέρμα» του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα δεν μιλά για τον έρωτα, αλλά για την τραγική εμπειρία της απουσίας του. Στο έργο αυτό η ανθρώπινη επιθυμία συγκρούεται με τα όρια που επιβάλλουν η κοινωνία και η μοίρα. Η ανάγκη για δημιουργία ζωής, για συνέχεια και ολοκλήρωση του εαυτού, μετατρέπεται σε βασανιστική αγωνία. Όταν αυτή η ανάγκη μένει ανεκπλήρωτη, τότε η ζωή παύει να είναι υπόσχεση και γίνεται ένα αδιάκοπο εσωτερικό μαρτύριο.
Η τραγική ηρωίδα του Λόρκα είναι μια γυναίκα που δεν περιμένει από τον άντρα της ούτε πάθος ούτε πλούτο· περιμένει μονάχα παιδιά. Όμως ο κόσμος γύρω της —οι κοινωνικές συμβάσεις, η μοίρα, ίσως και η ίδια η φύση— της αρνείται αυτή τη δυνατότητα. Έτσι, ο πόθος για ζωή μετατρέπεται σε πηγή απελπισίας και η ελπίδα σε τραγικό αδιέξοδο.
Τριάντα τρία χρόνια μετά το ανέβασμα του έργου από τον Μίμη Κουγιουμτζή, στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται η παράσταση, η «Γέρμα» επιστρέφει στο ιστορικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης Καρόλου Κουν σε σκηνοθεσία της Μαρίας Πρωτόπαππα, η οποία αναλαμβάνει και τον απαιτητικό ομώνυμο ρόλο.
Η σκηνοθετική της προσέγγιση κινείται σε συμβολικό επίπεδο, επιχειρώντας να φωτίσει τις αντιφάσεις που κατοικούν στην ψυχή της ηρωίδας. Η Γέρμα εμφανίζεται ως μια μορφή διχασμένη ανάμεσα στο αρχέγονο αίτημα της ζωής και την ασφυκτική επιταγή του κοινωνικού «πρέπει». Η παράσταση δεν επιχειρεί να αναπαραστήσει έναν ρεαλιστικό κόσμο· αντιθέτως, οικοδομεί έναν σκηνικό χώρο όπου οι εικόνες λειτουργούν περισσότερο ως σύμβολα παρά ως απλές δραματουργικές πληροφορίες.
Κεντρικό στοιχείο της σκηνικής σύλληψης είναι το σκηνικό της Μαγδαληνής Αυγερινού. Το κρεβάτι που δεσπόζει στον χώρο —σύμβολο της επιθυμίας, της συζυγικής ζωής αλλά και της ματαιωμένης γονιμότητας— αποτελεί μια εύστοχη δραματουργική εικόνα, η οποία κορυφώνεται όταν στο τέλος διαλύεται. Μια εικόνα σχεδόν ποιητική, που μετατρέπει το προσωπικό δράμα της ηρωίδας σε ορατή σκηνική καταστροφή. Οι φωτισμοί της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη λειτουργούν αρωγοί σε αυτή τη σκηνική σύνθεση, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα και αναδεικνύοντας τη συμβολική διάσταση του χώρου.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει και η κίνηση των ηθοποιών, η οποία κινείται σε συμβολική γραμμή και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης της δράσης. Ωστόσο, οι εμβόλιμες κινησιολογικές παρεμβάσεις δεν αποδείχθηκαν πάντοτε πλήρως λειτουργικές, καθώς σε ορισμένες στιγμές μοιάζουν να απομακρύνονται από την δραματική ένταση αντί να την ενισχύουν.
Στο κέντρο της παράστασης βρίσκεται φυσικά η ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαππα. Πρόκειται για μια βαθιά δραματική ερμηνεία, που διαθέτει ένταση και εσωτερική δύναμη. Η ηθοποιός καταφέρνει να αποδώσει την αγωνία της ηρωίδας όχι μόνο μέσα από τον λόγο, αλλά και μέσα από τη σιωπή. Και αυτή η σιωπή —βαριά, σχεδόν απειλητική— γίνεται πολλές φορές πιο ηχηρή από οποιαδήποτε κραυγή. Η παρουσία της στη σκηνή έχει μια συγκρατημένη αλλά διαρκή ένταση, που κρατά τον θεατή σε εγρήγορση.
Δίπλα της, ο Γιάννος Περλέγκας ξεχωρίζει για την ποιητική ποιότητα της σκηνικής του παρουσίας. Η ερμηνεία του είναι ιδιαίτερα εκφραστική, αποδίδοντας με ακρίβεια τον δραματικό τόνο της παράστασης.
Ο Σίμος Κακάλας εμφανίζεται πιο υποτονικός ερμηνευτικά, χωρίς ωστόσο να διαταράσσει τη συνολική ισορροπία της σκηνής. Αντίθετα, οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Ηλέκτρας Μπαρούτα και του Νώντα Δαμόπουλου δεν φαίνεται να αποκτούν το ίδιο δραματουργικό βάρος, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν ενδιαφέρουσα κινησιολογική παρουσία.
Παρά τις επιμέρους αδυναμίες, η παράσταση καταφέρνει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα έντασης και υπαρξιακής αγωνίας, η οποία παραμένει πιστή στο πνεύμα του λορκικού σύμπαντος.
Φεύγοντας από το Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, ο θεατής ίσως δεν θυμάται κάθε σκηνή ή κάθε εικόνα της παράστασης. Θυμάται όμως τη μορφή της Γέρμα. Θυμάται την αγωνία μιας γυναίκας που αναζητά τη ζωή εκεί όπου η ζωή αρνείται να εμφανιστεί. Και κυρίως φεύγει γοητευμένος από την ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαππα — μιας ηθοποιού που κατάφερε να δώσει σάρκα και φωνή σε ένα από τα πιο βασανισμένα πλάσματα του θεάτρου του Λόρκα.
Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ



