Από τον Ιωάννη Λάζιο
Στο σύμπαν του παράλογου μάς εισάγει η σκηνοθετική ματιά του Άρη Μπινιάρη, ο οποίος επιστρέφει στο πλήρως ανασχεδιασμένο Θέατρο ARK με μια παράσταση που επιχειρεί να μετατρέψει το καφκικό σύμπαν σε σκηνική εμπειρία έντασης και σωματικής έκφρασης. Η διασκευή, η σκηνοθεσία και ο σχεδιασμός του σκηνικού από τον ίδιο τον δημιουργό συγκροτούν ένα συνεκτικό σκηνικό περιβάλλον που υπηρετεί τη δραματουργική σύλληψη του έργου, ενώ η δραματουργική επεξεργασία της Σοφίας Ευτυχιάδου συμβάλλει στη σκηνική συμπύκνωση του καφκικού κόσμου. Η παράσταση δεν είναι μόνο η ιστορία ενός ανθρώπου που συλλαμβάνεται χωρίς να γνωρίζει το αδίκημά του· είναι η αλληγορία ενός κόσμου όπου η εξουσία λειτουργεί αόρατα, οι νόμοι μοιάζουν ακατανόητοι και η ενοχή φαίνεται να προηγείται της πράξης. Η σωματικότητα της ερμηνείας και η χρήση της κίνησης ως βασικού εργαλείου της σκηνοθετικής πρακτικής συνιστούν τον πυρήνα της δραματουργικής του πρότασης. Τα σώματα των ηθοποιών δεν λειτουργούν απλώς ως φορείς λόγου, αλλά ως αγωγοί μιας βαθύτερης υπαρξιακής αγωνίας.
Η κινησιολογία της παράστασης αποκτά σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Οι ηθοποιοί κινούνται σαν να συμμετέχουν σε μια παράξενη λειτουργία ενοχής, σαν να επαναλαμβάνουν μια τελετή όπου ο κατηγορούμενος είναι ήδη καταδικασμένος πριν ακόμη ακουστεί η κατηγορία. Η κίνηση μοιάζει να κουβαλά το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας του ήρωα και να μεταδίδει στον θεατή την εφιαλτική απόγνωση ενός ανθρώπου που παγιδεύεται ολοένα και περισσότερο σε έναν μηχανισμό που δεν μπορεί να κατανοήσει. Σε αυτή τη σωματική δραματουργία συμβάλλει ουσιαστικά η κίνηση και η χορογραφία του Αλέξανδρου Σταυρόπουλου, που οργανώνει το σκηνικό σώμα σε μια σχεδόν τελετουργική μηχανική επανάληψη.
Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και η μουσική σύνθεση του Τζεφ Βάγγερ, η οποία βασίζεται στον ρυθμό και την επανάληψη. Η επαναληπτικότητα δημιουργεί μια σχεδόν υπνωτική αίσθηση, σαν τον παλμό ενός μηχανισμού που λειτουργεί αδιάκοπα και αμείλικτα. Ο σχεδιασμός ήχου του Νικόλα Καζάζη ενισχύει αυτή τη ρυθμική ατμόσφαιρα, ενώ οι φωτισμοί του Στέφανου Δρουσιώτη διαμορφώνουν έναν σκηνικό χώρο όπου το φως και το σκοτάδι μοιάζουν να συνυπάρχουν σε μια διαρκή ένταση. Τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη, σε συνδυασμό με τον σχεδιασμό κομμώσεων του Θωμά Γαλαζούλα και το μακιγιάζ της Olga Faleichyk, συμβάλλουν στη δημιουργία μιας αισθητικής ταυτότητας που κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό.
Στον πυρήνα αυτής της σκηνικής εμπειρίας βρίσκεται ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος στον ρόλο του Γιόζεφ Κ. Η ερμηνεία του ξεκινά από την ανθρώπινη αμηχανία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να κατανοήσει τι του συμβαίνει, για να εξελιχθεί σταδιακά σε κάτι όλο και λιγότερο ανθρώπινο και όλο και περισσότερο αρχετυπικό. Η μεταμόρφωση αυτή πραγματοποιείται τόσο μέσα από τον λόγο όσο και μέσα από την κίνηση, που αποδεικνύεται εξαιρετικά δουλεμένη και πολύ πιο σύνθετη από ό,τι θα περίμενε κανείς. Το αποτέλεσμα είναι μια ερμηνεία που πραγματικά αφήνει τον θεατή κατάπληκτο.
Γύρω του, το σύνολο των ηθοποιών –Εβίτα Αγαΐτση, Αλέξης Βιδαλάκης, Αγγελική Δεληθανάση, Θανάσης Ισιδώρου, Βασίλης Καζής, Κωνσταντίνος Μαγκλάρας, Κλέαρχος Παπαγεωργίου, Σωτήρης Τσακομίδης και Νικόλας Χατζηβασιλειάδης– συμβάλλει στη δημιουργία μιας συνεκτικής αισθητικής πρότασης με ζηλευτή αρτιότητα. Οι ερμηνείες τους δεν λειτουργούν ατομικά, αλλά συγκροτούν ένα συλλογικό σκηνικό σώμα που ενισχύει την αίσθηση του αόρατου μηχανισμού της Δίκης. Ο θεατής έχει συχνά την εντύπωση ότι βρίσκεται μπροστά σε έναν οργανισμό που παρακολουθεί, ελέγχει και τελικά κατασκευάζει την ενοχή του ήρωα.
Η αισθητική της παράστασης αποκλίνει σαφώς από το τετριμμένο. Δεν επιδιώκει την άμεση κατανόηση ούτε την ευθύγραμμη αφήγηση. Αντίθετα, βασίζεται σε συμβολισμούς και αλληγορίες που απαιτούν από τον θεατή μια διαδικασία εξοικείωσης. Ο αμύητος σε αυτή τη θεατρική γλώσσα μπορεί αρχικά να αισθανθεί τις εικόνες να τον πιέζουν να επικοινωνήσει μαζί τους χωρίς να τα καταφέρνει. Μοιάζει σαν να ακούει κάποιον να μιλά σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζει. Όταν όμως η γλώσσα αυτή αρχίζει να γίνεται οικεία, τότε ανοίγονται μπροστά του τα πιο όμορφα και βαθιά νοήματα της παράστασης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και η διαχρονική δύναμη της «Δίκης». Το έργο δεν αφορά μόνο έναν άνθρωπο που κατηγορείται άδικα. Αφορά τον άνθρωπο απέναντι στην εξουσία, τον άνθρωπο απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και μια κοινωνία που φαίνεται να παράγει διαρκώς ενοχή. Ο Κάφκα μάς υπενθυμίζει ότι ο πιο αποτελεσματικός μηχανισμός εξουσίας δεν είναι αυτός που επιβάλλει την τιμωρία, αλλά αυτός που εμφυσά στον άνθρωπο την ανάγκη να αυτοενοχοποιείται.
Φεύγοντας από το θέατρο, η σκέψη επιστρέφει ξανά και ξανά στον Γιόζεφ Κ. Όχι ως έναν μεμονωμένο ήρωα, αλλά ως μια αρχετυπική μορφή που καθρεφτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε έναν κόσμο όπου τα όρια της ελευθερίας και της ευθύνης γίνονται ολοένα και πιο δυσδιάκριτα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της καφκικής «Δίκης»: ότι στο τέλος ο θεατής δεν αναρωτιέται μόνο για την ενοχή του ήρωα, αλλά και για τη δική του.
Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ



