Κριτική για την παράσταση "Η φάλαινα"

Από τον Ιωάννη Λάζιο

Το θέατρο γίνεται πραγματικά αποκαλυπτικό όταν αποφασίζει να στρέψει το βλέμμα του όχι προς τα μεγάλα γεγονότα, αλλά προς τις σιωπηλές τραγωδίες της ανθρώπινης καθημερινότητας. Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντά κανείς τη «Φάλαινα» του Σάμιουελ Ντ. Χάντερ. Δεν πρόκειται απλώς για την ιστορία ενός ανθρώπου που έχει απομονωθεί από τον κόσμο, αλλά για την αργή και επώδυνη αποκάλυψη μιας ύπαρξης που βυθίζεται μέσα στην ενοχή, τη μοναξιά και την απελπισμένη ανάγκη για συγχώρεση.

Η σκηνοθεσία του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη επιλέγει έναν δρόμο σχεδόν ανελέητου ρεαλισμού. Από την πρώτη στιγμή, το σκηνικό της Αθανασίας Σμαραγδή δημιουργεί την αίσθηση ενός πραγματικού σπιτιού – ενός χώρου καθημερινού και οικείου. Κι όμως, μέσα σε αυτή την απλότητα διαχέεται η ατμόσφαιρα εγκατάλειψης ενός ανθρώπου που έχει αποσυρθεί από τον κόσμο. Το σπίτι του Τσάρλι μοιάζει περισσότερο με καταφύγιο ενοχής παρά με τόπο κατοικίας. Είναι ένας χώρος όπου ο χρόνος φαίνεται να έχει παγώσει και η ζωή να συνεχίζεται μόνο από συνήθεια.

Οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα υπηρετούν με συνέπεια αυτή τη σκηνική αίσθηση εσωτερικότητας, δημιουργώντας σκιές και χαμηλές εντάσεις που ενισχύουν την αίσθηση της απομόνωσης. Τα κοστούμια του Άγι Παναγιώτου κινούνται επίσης σε μια καθαρά ρεαλιστική γραμμή, χωρίς επιτήδευση, ενταγμένα πλήρως στον καθημερινό κόσμο των χαρακτήρων. Την ίδια στιγμή, η πρωτότυπη μουσική σύνθεση του Θοδωρή Οικονόμου λειτουργεί διακριτικά μέσα στην παράσταση, υποστηρίζοντας την εξέλιξη της δράσης χωρίς να επιβάλλεται συναισθηματικά.

Στο κέντρο αυτής της σκηνικής πραγματικότητας βρίσκεται ο Τσάρλι, ένας άνθρωπος που κουβαλά πάνω του όχι μόνο το βάρος του σώματός του αλλά και το βάρος των επιλογών του. Η ενοχή και η μοναξιά αποτελούν τον αόρατο άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρο το έργο. Ο Τσάρλι δεν είναι απλώς ένας άνθρωπος που απομονώθηκε από τον κόσμο· είναι ένας άνθρωπος που μοιάζει να έχει αποσυρθεί από τον ίδιο του τον εαυτό.

Η μεταμόρφωση του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη στον ρόλο του Τσάρλι – με τη συμβολή του prosthetic make up artist Άρη Βερέμη και τη συνολική επιμέλεια των εφέ από τους Αδελφούς Αλαχούζους – αποτελεί ένα εντυπωσιακό τεχνικό επίτευγμα. Ωστόσο, η πραγματική δύναμη της ερμηνείας δεν βρίσκεται μόνο στη μεταμόρφωση αλλά στην εσωτερική ευθραυστότητα που κατορθώνει να αποδώσει ο ηθοποιός. Ο Δαδακαρίδης χτίζει έναν χαρακτήρα βαθιά ανθρώπινο, που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοκαταστροφή και στην απεγνωσμένη ανάγκη για συγχώρεση.

Η αίσθηση του ρεαλισμού είναι τόσο έντονη ώστε σε στιγμές γίνεται σχεδόν ανυπόφορη. Υπήρχαν στιγμές κατά τη διάρκεια της παράστασης που ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, συμπάσχοντας με τον ήρωα. Ιδιαίτερα η δύσπνοια του Τσάρλι – η αγωνιώδης προσπάθειά του να αναπνεύσει – μετατρέπεται σε ένα σχεδόν μαρτυρικό θεατρικό βίωμα. Για λίγες στιγμές η ανάσα του ήρωα γίνεται και δική σου.

Στο πλευρό του, η Γεωργία Μεσαρίτη στον ρόλο της Έλι προσεγγίζει τον χαρακτήρα με ένταση και νευρικότητα. Η οργή της είναι εμφανής και δικαιολογημένη μέσα από τη δραματουργία του έργου, ωστόσο σε αρκετές στιγμές η ένταση αυτή μετατρέπεται σε υπερβολική εξωτερίκευση, με αποτέλεσμα ο θυμός να εκφράζεται περισσότερο ως κραυγή παρά ως εσωτερική πληγή.

Αντίθετα, ο Βασίλης Ντάρμας στον ρόλο του Τόμας κινείται με αξιοσημείωτη φυσικότητα μέσα στο σύμπαν της παράστασης. Η ερμηνεία του διαθέτει αθωότητα και πειστικότητα, στοιχεία που εναρμονίζονται πλήρως με την αισθητική του ρεαλισμού που υπηρετεί η σκηνοθεσία.

Η Τζωρτζίνα Παλαιοθόδωρου στον ρόλο της Μέρι παρουσιάζει μια σταθερή σκηνική παρουσία, αν και θα ανέμενε κανείς μεγαλύτερο υπαρξιακό βάθος στον τρόπο που προσεγγίζει τον χαρακτήρα. Αντίστοιχα, η Ειρήνη Σταματίου στον ρόλο της Λιζ λειτουργεί ως σημείο ισορροπίας για τον ήρωα, αν και θα μπορούσε να αναδειχθεί εντονότερα η φιλιστοργία που χαρακτηρίζει τη σχέση της με τον Τσάρλι.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζει επίσης στη θεατρική απόδοση του Αντώνη Γαλέου, η οποία μεταφέρει με σαφήνεια το δραματουργικό βάθος του κειμένου του Χάντερ στο ελληνικό κοινό. Στη συνολική λειτουργία της παράστασης συμβάλλουν επίσης η βοηθός σκηνοθέτη Παναγιώτα Παπαδημητρίου, η επιμέλεια μαλλιών και μακιγιάζ της Εύας Τόμπρου (Le Boudoir), καθώς και η διεύθυνση παραγωγής του Ιωάννη Παντελίδη, που στηρίζουν τη συνολική σκηνική εικόνα. 

Η «Φάλαινα» δεν είναι ένα έργο εύκολο. Δεν προσφέρει στον θεατή την άνεση της αισθητικής απόστασης. Αντίθετα, τον φέρνει αντιμέτωπο με την ανθρώπινη αδυναμία και με το δύσκολο ερώτημα της συγχώρεσης. Μπορούμε άραγε να σώσουμε ο ένας τον άλλον; Ή μήπως η σωτηρία ξεκινά μόνο όταν ο άνθρωπος καταφέρει να συγχωρήσει τον ίδιο του τον εαυτό;

Φεύγοντας από το θέατρο, δεν μένει τόσο η ιστορία ενός ανθρώπου που αποσύρθηκε από τον κόσμο, όσο η εικόνα ενός ανθρώπου που παλεύει απεγνωσμένα να βρει μια χαραμάδα φωτός μέσα στο σκοτάδι που τον περιβάλλει. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ανθρώπινο μήνυμα της παράστασης: ότι ακόμη και μέσα στην ενοχή και στη μοναξιά, η ανάγκη για αγάπη παραμένει η ισχυρότερη δύναμη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ