Από τον Ιωάννη Λάζιο
Ο μονόλογος των Ντάριο Φο και Φράνκα Ράμε, γραμμένος το 1977, δεν αποτελεί απλώς μια εύστοχη κωμωδία χαρακτήρων, αλλά μια πολιτική πράξη μεταμφιεσμένη σε καθημερινή αφήγηση. Πρόκειται για ένα έργο που αποκαλύπτει πώς η ιδιωτική ζωή μιας γυναίκας μετατρέπεται σε χώρο άσκησης εξουσίας, ελέγχου και έμφυλης βίας — συχνά αόρατης, αλλά διαρκώς παρούσας.
Η ηρωίδα είναι μια στερεοτυπική νοικοκυρά, μια γυναίκα που «τα έχει όλα»: σύζυγο, παιδί, σπίτι, οικιακές συσκευές. Κι όμως, αυτό το «όλα» αποδεικνύεται κενό περιεχομένου. Το σπίτι δεν λειτουργεί ως καταφύγιο αλλά ως μηχανισμός εγκλεισμού. Το σώμα της είναι διαρκώς διαθέσιμο σε ανδρικά βλέμματα, σχόλια, παρεμβάσεις — από τον σύζυγο έως τον κουνιάδο και τον ανώνυμο φαρσέρ. Ο Φο και η Ράμε δεν καταγγέλλουν ευθέως· επιλέγουν την κωμικό-γκροτέσκα ματιά, η οποία καθιστά την καταπίεση ακόμη πιο ανησυχητική, ακριβώς επειδή παρουσιάζεται ως «φυσιολογική».
Η Νικολέτα Βλαβιανού εστιάζει με ακρίβεια στα ρεαλιστικά στοιχεία της ηρωίδας, δίνοντας σαφή όρια ανάμεσα στην υποκριτική υπερβολή και τη γνήσια λαϊκότητα. Η ερμηνεία της είναι δυναμική, με έντονο ρυθμό, και σε πολλές στιγμές καταφέρνει να κάνει βαθύ το απλό: μια φράση, μια χειρονομία, ένα αμήχανο γέλιο μετατρέπονται σε πολιτικό σχόλιο. Ακόμη και όταν αγγίζει την υπερβολή, αυτή λειτουργεί ως εργαλείο αποκάλυψης και όχι ως εύκολο κωμικό τέχνασμα.
Η σκηνοθεσία, σε συνεργασία με τη Μόνικα Κολοκοτρώνη, αναδεικνύει το τραγικό στοιχείο της κωμωδίας χωρίς να το εκπίπτει σε γελοιότητα. Το γέλιο δεν λειτουργεί ως εκτόνωση, αλλά ως παγίδα: γελάς και σχεδόν αμέσως συνειδητοποιείς γιατί γελάς. Η παράσταση δεν χαϊδεύει τον θεατή· τον καθιστά συνένοχο μιας κοινωνικής συνθήκης που επιμένει.
Φεύγοντας από την παράσταση, μένει η γεύση ενός αναστοχασμού γύρω από τα δικαιώματα των γυναικών. Ένας αναστοχασμός που, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη συγγραφή του έργου, παραμένει επικίνδυνα επίκαιρος. Και αυτό είναι ίσως το πιο πολιτικό και πιο άβολο συμπέρασμα της βραδιάς.
Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ



