Από τον Ιωάννη Λάζιο
Υπάρχουν θεατρικά έργα που επανέρχονται ως ανάγκη. Όχι για να αναβιώσουν ένα ένδοξο παρελθόν, αλλά για να επαναφέρουν στο παρόν ερωτήματα που παραμένουν ανοιχτά. Το Μεγάλο μας Τσίρκο του Ιάκωβου Καμπανέλλη είναι ένα τέτοιο έργο. Ένα λαϊκό θεατρικό πανηγύρι, όπου το γέλιο συνυπάρχει με τον πόνο και το τραγούδι με την κραυγή ενός ολόκληρου λαού, και όπου η Ιστορία δεν παρουσιάζεται ως αφήγηση γεγονότων, αλλά ως βίωμα, βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μας μνήμη.
Ο Καμπανέλλης, μέσα από μια ιδιοφυή δραματουργική σύλληψη, διατρέχει την ελληνική ιστορία από την Αρχαιότητα έως τον Εμφύλιο, όχι γραμμικά αλλά κυκλικά. Η χώρα εμφανίζεται σαν άλλος Κρόνος που κατασπαράσσει τα παιδιά της· χθες, σήμερα και ίσως και αύριο. Άλλοτε ως σατιρικό σχόλιο και άλλοτε ως δραματική κραυγή, το έργο αγκαλιάζει τις αντιφάσεις της Ρωμιοσύνης χωρίς ωραιοποίηση, αλλά και χωρίς μισαλλοδοξία. Δεν διεκδικεί τον ρόλο του δασκάλου· λειτουργεί ως καθρέφτης.
Η σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια ακουμπά το έργο με δέος και σεβασμό. Από αυτόν τον σεβασμό προκύπτει μια εξαίσια παράσταση, που καλεί τους καλύτερους συντελεστές να συνδράμουν στην επιτέλεση ενός κοινού σκοπού: να αναδειχθεί το έργο χωρίς να καμφθεί η δυναμική του. Η παράσταση οργανώνεται ως μια μεγάλη θεατρική σύνθεση, όπου το «θέατρο εν θεάτρω» λειτουργεί ως ουσιαστικό σχόλιο πάνω στην Ιστορία και όχι ως ασφαλής φόρμα. Το γέλιο και το δέος που γεννά η ιστορική μνήμη προκύπτουν στον θεατή σχεδόν φυσικά, αν και σε ορισμένες στιγμές το συναίσθημα εκμαιεύεται σκηνοθετικά. Ωστόσο, ιδιαίτερη μνεία αξίζει στις πολλές και ενδιαφέρουσες προσθήκες επικαιρικότητας, οι οποίες δεν αλλοιώνουν το έργο, αλλά το καθιστούν απολύτως σημερινό· τόσο ζωντανό και παρόν, που σε στιγμές ξαφνιάζει με τη δύναμή του.
Ερμηνευτικά, η παράσταση στηρίζεται σε έναν θίασο που λειτουργεί ως ένα σώμα
(Δημήτρης Γαλάνης, Μανώλης Γεραπετρίτης, Ευθύμης Γεωργόπουλος, Μιχάλης Καζάκας, Παναγιώτης Καρμάτης, Άννα Μαρία Κατσουλάκη, Βασίλης Λέμπερος, Μάρκος Ξύδης, Βασίλης Παπαδημητρίου, Τάνια Ρόκκα, Μαριάννα Τουντασάκη, Γιώργος Τσούρμας, Γιώργος Τσουρουνάκης, Ιάσονας Χρόνης, Παντελής Ψακίδης). Το σύνολο αποπνέει την αίσθηση μιας βαθιά δουλεμένης συλλογικής προσπάθειας, που προσφέρεται στον θεατή όχι ως άθροισμα ατομικών ερμηνειών, αλλά ως ενιαίο θεατρικό γεγονός.
Από τον θίασο ξεχωρίζουν αναγκαστικά η Ελεωνόρα Ζουγανέλη, ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος, ο Γιάννης Ζουγανέλης, καθώς επίσης και μέλη του θιάσου.
Η Ελεωνόρα Ζουγανέλη καταφέρνει να ανταπεξέλθει στο βάρος του ρόλου, στεκόμενη με επάρκεια στη σκηνή ενός τόσο εμβληματικού έργου. Ενσαρκώνει περισσότερο την αφηγήτρια παρά το σύμβολο της λαϊκής φωνής που οραματίζεται ο συγγραφέας, χωρίς ωστόσο να στερεί το ελάχιστο από το κείμενο. Η φωνή της είναι καθαρή και γεμάτη ένταση, αν και θα επιθυμούσε κανείς μεγαλύτερη συναισθηματική χαλάρωση. Η ερμηνεία της παραμένει περισσότερο σκηνικά κατασκευασμένη και τοποθετημένη παρά αυθεντικά βιωμένη.
Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος εμφανίζεται με στιβαρή παρουσία, κατορθώνοντας σε πολλές στιγμές να μονοπωλεί το βλέμμα και την προσοχή του κοινού. Το σώμα του διαθέτει την πλαστικότητα να γίνεται άλλοτε αγέρωχο και λεβέντικο και άλλοτε ευέλικτο και χαριτωμένο. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία του δεν ξεπερνά εκείνη τη λεπτή, αδιόρατη γραμμή που διαχωρίζει το καλό από το σπουδαίο — κάτι που υποψιάζεται κανείς ότι μπορεί να κατακτήσει...
Ο Γιάννης Ζουγανέλης ενσαρκώνει το χιούμορ, τη λεπτή ειρωνεία αλλά και τη σοφία των ρόλων του με τρόπο που εντυπώνεται στη μνήμη, λειτουργώντας συχνά ως γέφυρα ανάμεσα στο τραγικό και το σατιρικό στοιχείο του έργου. Ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, με φωνή φορτισμένη, καθαρή και κρυστάλλινη, δημιουργεί κλίμα και δονήσεις κάθε φορά που εμφανίζεται στη σκηνή. Ο Κώστας Καζάκας ξεχωρίζει για την γνήσια θεατρικότητά του και για τη λεπτότητα του χιούμορ του. Συγχρόνως για την αυθεντικότητα με την οποία ισορροπεί ανάμεσα στην απλότητα και την υπερβολή. Ο Ιάσονας Χρόνης, αν και ιδιαίτερα καλός στον ρόλο του πρίγκιπα-βασιλιά, δείχνει περιστασιακά εγκλωβισμένος στην εικόνα του, χάνοντας την ευκαιρία να διαφοροποιήσει ουσιαστικά τους υπόλοιπους ρόλους του.
Τα σκηνικά της Μαρία Φιλίππου βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με τα κοστούμια και συνθέτουν μια εξαιρετικά συνεκτική εικόνα σκηνικού τσίρκου. Η αισθητική τους είναι τόσο ισορροπημένη και όμορφα κατανεμημένη, που αρκεί από μόνη της για να γοητεύσει τον θεατή. Όπως και τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη θέτουν δικαίως ένα μέτρο στο καλόγουστο. Η έμπνευση και ο τρόπος με τον οποίο αναβαθμίζονται απλά υλικά λειτουργούν όχι μόνο αισθητικά, αλλά και πολιτικά: το τζιν, ως υλικό νεωτερικότητας, μετατρέπεται σε εργαλείο αφήγησης, τροποποιημένο με τρόπο εξαίσιο μέσα στον χρόνο.
Η μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου αποτελεί εδώ τη συλλογική μας μνήμη που ζωντανεύει. Η ζωντανή ορχήστρα επί σκηνής —Βαχάν Γκαλστιάν (πνευστά), Αλέξανδρος Δημόπουλος (πλήκτρα), Δημήτρης Κούστας (ακορντεόν), Νίκος Μήλας (βιολί), Γιώργος Πουλιάσης (τύμπανα), Δημήτρης Σαββαΐδης (μπουζούκι), Δημήτρης Τριανταφυλλίδης (κιθάρα), Χάρης Χαραλάμπους (μπάσο)— δεν συνοδεύει απλώς την παράσταση, αλλά την εμψυχώνει. Οι χορογραφίες του Φώτη Διαμαντόπουλου εντάσσονται αισθητικά στο έργο ως φυσική προέκταση της κίνησης· τόσο εναρμονισμένες είναι με τον λόγο και τη μουσική, που λειτουργούν ως οργανικό μέρος της θεατρικής αφήγησης.
Το Μεγάλο μας Τσίρκο στο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού δεν είναι απλώς μια υπερπαραγωγή που τιμά το ελληνικό έργο. Είναι μια ζωντανή θεατρική πράξη μνήμης, που μιλά στο σήμερα με τα λόγια του χθες και μας καλεί να αναμετρηθούμε όχι μόνο με την ιστορία μας, αλλά και με τη θέση μας μέσα σε αυτήν.
Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ



