Από τον Ιωάννη Λάζιο
Το «Αμάρτημα της μητρός μου» δεν είναι από τα έργα που μεταφέρονται εύκολα στη σκηνή. Όχι γιατί στερείται δραματουργίας, αλλά γιατί η δράση του είναι εσωτερική. Ο Βιζυηνός γράφει ένα κείμενο όπου η ένταση δεν προκύπτει από την πράξη, αλλά από τη σκέψη· από τη διαρκή προσπάθεια κατανόησης ενός τραύματος που δεν σβήνει, αλλά μετασχηματίζεται.
Ο Δήμος Αβδελιώδης είναι ίσως ο μόνος που μπορεί πια να δίνει πνοή στον ελληνικό λόγο επί σκηνής με τρόπο τέτοιο που να τον καθιστά εύγλωττο και προσιτό στον θεατή που έχει χάσει τον λώρο της λεκτικής παράδοσης. Σε μια εποχή όπου η υπερβολή του συναισθήματος και η σκηνική επιτήδευση συχνά υποκαθιστούν την ουσία, ο Αβδελιώδης επιλέγει την αφαίρεση. Αφαιρεί από τους ηθοποιούς κάθε τι το περιττό· κάθε πρόθεση εντυπωσιασμού, κάθε εξωτερική εκδήλωση συναισθήματος που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως εμπόδιο ανάμεσα στον λόγο και στον θεατή. Ακόμα και οι πιο μικρές κινήσεις του προσώπου σβήνουν, ώστε να αναδειχθεί ο ελληνικός λόγος, αυτό το γλυκύτατο φώνημα που ενεργοποιεί, συγκινεί και τελικά αποκαλύπτει.
Έτσι, ο Βιζυηνός αποκτά υπόσταση ηχητική και, με τη βοήθεια των φωτισμών του Γιώργου Ζαφειρόπουλου, την απαραίτητη δραματοποίηση για να ξεφύγει από τα όρια ενός θεατρικού αναλογίου και να μετατραπεί σε δράμα. Δράμα εκ της δράσεως, όχι της εξωτερικής, αλλά της εσωτερικής, εκείνης που επιτελείται μέσα από τη λεκτική πράξη, από την ίδια την εκφορά του λόγου. Ο λόγος δεν αφηγείται απλώς· δρα, κινείται, αποκαλύπτει.
Ο Θεμιστοκλής Καρποδίνης, συνοδοιπόρος του Αβδελιώδη στο καλλιτεχνικό του ταξίδι, στέκεται ως πιστός φορέας αυτής της μεθόδου. Δουλεμένος, πειθαρχημένος, με πλήρη επίγνωση του «πώς» του λόγου, υπηρετεί το κείμενο χωρίς να το επιβαρύνει με περιττές ερμηνευτικές εξάρσεις. Η παρουσία του λειτουργεί ως αγωγός· μεταφέρει τον λόγο από το κείμενο στον θεατή με καθαρότητα και ακρίβεια.
Απέναντί του, η Μαίρη Βιδάλη ανταποκρίνεται εξαίσια στη λεκτική απαίτηση της σκηνοθεσίας. Με πρόσωπο και βλέμμα παγωμένο, απογυμνωμένο από κάθε εξωτερική δραματοποίηση, γίνεται η φωνή της μητέρας που αμαρτάνει. Δεν ερμηνεύει· ενσαρκώνει μια μνήμη, μια ενοχή, μια σιωπηλή κραυγή που διαπερνά τον λόγο και εγκαθίσταται στον θεατή.
Έτσι, ο Αβδελιώδης κατορθώνει να δημιουργήσει ένα ζωντανό, κατεξοχήν ακουστικό έργο, που απαιτεί τη συγκέντρωση του θεατή για να αποκαλυφθεί. Δεν πρόκειται για μια παράσταση που επιδιώκει να εντυπωσιάσει· πρόκειται για μια εμπειρία που καλεί τον θεατή να συμμετάσχει, να ακούσει πραγματικά και, τελικά, να συνομιλήσει με τον μεγάλο συγγραφέα. Και ίσως, μέσα από αυτή τη συνομιλία, να αναμετρηθεί και ο ίδιος με τα δικά του, άρρητα αμαρτήματα.
Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ



