Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Η γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια"

Κριτική για την παράσταση "Η γίδα ή Ποια είναι η Σύλβια"

430

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Ένα από τα κορυφαία και πιο εμβληματικά έργα της παγκόσμιας δραματουργίας σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη με τον Νίκο Κουρή, τη Λουκία Μιχαλοπούλου, τον Γιάννη Δρακόπουλο και τον Μιχαήλ Ταμπακάκη.

Ο Μάρτιν Γκρέι (Νίκος Κουρής) παρουσιάζει την τέλεια εικόνα. Βραβευμένος επιστήμονας, με τακτοποιημένη ζωή, διακρίσεις, οικονομική άνεση, φίλους και οικογένεια. Ωστόσο, την ημέρα των πεντηκοστών γενεθλίων του βρίσκεται εγκλωβισμένος, όταν κάνει τον απολογισμό του σε αυτήν την για πολλούς κομβική ηλικία και συλλαμβάνει τον εαυτό του ερωτευμένο με μια …γίδα.

Η εμπλοκή του αυτή δεν οφείλεται τόσο στην σαρκική εξάρτηση όσο σε μια ανώτερη και δυσεξήγητη έλξη. Ίσως στην ανάγκη του να απομακρυνθεί από ο,τιδήποτε είναι δήθεν στη ζωή του. Να νιώσει την αρχέγονη, αυθεντική ουσία των πραγμάτων, που μόνο κοντά στη φύση μπορεί κάποιος να αναζητήσει, μακριά από τις κοινωνικές συμβάσεις και τις προσωπικές και επαγγελματικές υποχωρήσεις. Αναγνωρίζει τον εαυτό του καθώς τον βλέπει να καθρεφτίζεται στα μάτια της γίδας.

Αναθεωρεί τα πάντα: τη γλώσσα, τα χάδια, τα φιλιά, την τρυφερότητα, τα ψεύτικα λουλούδια, που μόνο στολίζουν, αλλά δεν έχουν μυρωδιά.  Λουλούδια που στολίζουν δήθεν  το χώρο για μια στημένη συνέντευξη με τον δημοσιογράφο φίλο του, τον Ρος (Γιάννη Δρακόπουλο),για την εκπομπή «Άνθρωποι που αξίζουν». Για τις ανάγκες της συνέντευξης επιβάλλεται  να υπάρχει ένα όμορφο όμως ψεύτικό φόντο, όπως και στη ζωή συμβαίνει το ίδιο πράγμα, όταν δίνεται η εικόνα μιας εδραιωμένης ευτυχίας και τακτοποιημένης ζωής.  Με τη γυναίκα του Στήβι είναι παντρεμένοι 20 χρόνια και έχουν έναν γιο, ενώ πιστεύουν ότι είναι ακόμα ερωτευμένοι. Η Στήβι (Λουκία Μιχαλοπούλου) δραστήρια, όμορφη, μητέρα και αφοσιωμένη στην καριέρα της, με σπουδές, φροντίζει επιμελώς την εξωτερική της εμφάνιση επισκεπτόμενη συχνά πυκνά το κομμωτήριο.  Όλα δείχνουν τέλεια, μοιάζουν όμως «τραβηγμένα από τα μαλλιά». Σαν να υποβόσκει μια απειλή. Ο εκνευρισμός του Μάρτιν από την αρχή, η κίνησή του, η  αστεία δεμένη γραβάτα του, σαν να πήγαινε σε μαθητική γιορτή, η ανάγκη του από την αρχή, για κάτι άλλο, αδιευκρίνιστο, ίσως μια αθωότητα, ήταν έκδηλη. Παρουσιάζεται ωστόσο μια παραπλανητική εικόνα ιλουστρασιόν. Η ίδια η γυναίκα του δείχνει κι αυτή τακτοποιημένη και εφησυχασμένη σε αυτή τη σχέση, άσχετα, παρά τη σεξουαλική ιδιαιτερότητα του γιου. Με όλα αυτά να τον έχουν πραγματικά πνίξει, όταν φτάνει στην κορυφή του βουνού (που οι άλλοι αποκαλούν «βουνοκορφή», αποκαλύπτοντας μ’  αυτόν τον τρόπο τη γλωσσική διάσταση στη διαφορά οπτικής των ανθρώπων),  ψάχνοντας να βρει ένα σπίτι στην εξοχή, αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα είναι κρίσιμα και ότι πρέπει να πάρει αποφάσεις, να αλλάξει αυτή η ψεύτικη και καταπιεστική εικόνα που πρέπει να συντηρεί. Φτάνει στο σημείο εκείνο που κρίνονται όλα και όλα επανατοποθετούνται οπότε από σύμπτωση αναγνωρίζει τον αυθεντικό του εαυτό στα μάτια μιας γίδας, ενός ζώου της εξοχής και το ερωτεύεται, αναγνωρίζοντας σ’ αυτό την ουσία της ύπαρξής του.

Στον ίδιο, από την αρχή κιόλας του έργου, αυτός ο « έρωτας» προκαλεί μεγάλη ταραχή και  αρχίζει να χάνει τις λόγια του, αυτός, που ήταν πάντα πολύ προσεκτικός με τη γλώσσα. Έχοντας προφανώς ανάγκη να ξαναβρεί την ουσία και να μείνει στο αυθεντικό, το φυσικό, αυτό που τον εντάσσει στο φυσικό περιβάλλον, ξεχνά βασικά πράγματα, λέξεις, ονόματα, κινήσεις, προτεραιότητες, οργάνωση σκέψης και λόγου.  Όλοι καταλαβαίνουν ότι κάτι του συμβαίνει , αλλά το αντιπαρέρχονται, δεν δίνουν πολλή σημασία, σημείο κι αυτό της γενικότερης κοινωνικής απάθειας.

Ο φίλος του, ο Ρος, ταράζεται όταν του εκμυστηρεύεται τον έρωτά του για τη Σύλβια, τη «γίδα», τον αποκαλεί «Γιδογάμη» και τα αποκαλύπτει όλα στη σύζυγό του με στόχο καθώς λέει, να τον σώσει, να τον βοηθήσει. Είναι όντως αυτή η καλύτερη λύση, να ξεγυμνώσεις το πρόβλημα, αντί να το προσεγγίσεις εσωτερικά; Ο Μάρτιν το εκλαμβάνει ως προδοσία, με αποτέλεσμα να μην έχει ούτε αυτό το μόνο αποκούμπι στο οποίο υπολόγισε για λίγο, τον Ρος, τον πιο παλιό του φίλο. Νιώθει και είναι εντελώς μόνος του. Η γυναίκα του από την άλλη πλευρά το εκλαμβάνει σαν προδοσία για όλα όσα έχει προσφέρει, για το μερίδιό της στο κοινωνικό οικοδόμημα μέσα στο οποίο έχει εντάξει την οικογένειά της, για τη συνθήκη που δημιούργησε μαζί του και μετά μπήκαν όλοι μέσα και κλείστηκαν. Έρχονται σε αντιπαράθεση, ο ένας στον άλλο, με κίνηση απόλυτα επιθετική από την πλευρά της Στήβι. Ζητά λεπτομέρειες από την ερωτική ζωή του με τη γίδα και εκείνος αρνείται να μοιραστεί μαζί  της τις  ερωτικές στιγμές τους. Ο ένας σκοτώνει τον άλλο με τα λόγια, ενώ αποκαλύπτεται ότι έχουν σκεφτεί πολλές φορές να τα διαγράψουν όλα. Καταλύτης η «σχέση» με τη γίδα, που αποκαλύπτει ότι η σχέση του ζευγαριού δεν είναι και τόσο τέλεια όσο φαίνεται. Παρατηρούμε το σπίτι απ΄ έξω, σαν να βλέπουμε ένα θηρίο σε κλουβί, απειλούμενο από τον εγκλεισμό του σε αυτό το διάφανο σπίτι του Μπρετόν, που αφήνει να δεις όλες τις πλευρές. Έτσι  ταυτίζεται ο θεατής, καθώς βλέπει τον άλλο θεατή από την άλλη πλευρά της σκηνής. Δίνεται η δυνατότητα του καθρεφτισμού του εαυτού στον άλλο και προωθείται ένας πολύ ουσιαστικός προβληματισμός πάνω στο κείμενο του έργου. Εξαιρετική σύλληψη του σκηνικού από την Αρετή Μουστάκα, με αυτό το διάφανο δωμάτιο, από ανθεκτικό υλικό για να αντέξει την διάλυση, την πλήρη ανατροπή και τα χτυπήματα, που κλιμακώνονται πριν την κατάληξη, την οριστική εξαφάνιση του «καθρέφτη», την ισοπέδωση του αντικατοπτρισμού, την αναζήτηση της ουσίας, που βάζει σε κίνδυνο την κοινωνική σύμβαση και την αποδεκτή εικόνα, Σε όλη αυτή την ταραχή, πάλη, διάλυση, που πραγματικά ταράζει  από τη θέση του το θεατή, το παιδί ( Μιχαήλ Ταμπακάκη) βρίσκεται σε πραγματική ταραχή, με βαθιά αγωνία για την ισορροπία των γονιών του, την ασφάλειά τους, και βέβαια  τη δική του επιβίωση.

Η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη, έπαιξε πολύ με τις ισορροπίες ανάμεσα στα κωμικά και τα τραγικά σημεία των γρήγορων διαλόγων, που βρίθουν από υπαινιγμούς για ένα κοινωνικό σύνολο που αρνείται να δει τον εαυτό του στον καθρέφτη, που έχει ενδυθεί τα καλά του ρούχα και περιφέρεται, ενώ στην ουσία έχει πεθάνει. Για να μπορέσει να διατηρήσει την εικόνα του σκοτώνει ό, τι το απειλεί και βυθίζεται στην απελπισία, το θρήνο και την κατάθλιψη, στρεφόμενο σε όποιον του αντιστέκεται. Εξαιρετικό κείμενο, με εκπληκτικές ερμηνείες, όλων των ηθοποιών. Ρεσιτάλ ερμηνείας του Νίκου Κουρή, σωστή αντίστιξη από τη Λουκία Μιχαλοπούλου, με δυναμικό παράστημα, σαν τη λέαινα υπερασπίζεται το θήραμά της, σαρκαστικός καταλύτης, με κωμικά στοιχεία ο Ρος (Γιάννης Δρακόπουλος), ιδιαίτερα ευαίσθητος, τρωτός και απειλημένος ο γιος τους ο Μπίλλυ(Μιχαήλ Ταμπακάκης).

Στην υπέροχη αυτή παράσταση συνέβαλλαν οι φωτισμοί  της Χριστίνας Θανάσουλα και η πρωτότυπη μουσική του Γιάννη Μαθέ, εντείνοντας την ατμόσφαιρα της σκοτεινής απειλής και της τραγικής εξέλιξης.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ