Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Οιδίπους - Ο μύθος της Ιστορίας του Κόσμου...

Κριτική για την παράσταση "Οιδίπους - Ο μύθος της Ιστορίας του Κόσμου όπως τον είπαν οι Έλληνες"

414
0

Από την κριτικό θεάτρου Βαλεντίνη Δαφνούλη

Στο θέατρο Αλτιναμάζη της Αλεξανδρούπολης βρέθηκε κατά τη διάρκεια της περιοδείας της η παράσταση Οιδίπους- Ο Μύθος της Ιστορίας του Κόσμου από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε σκηνοθεσία του Σταύρου Τσακίρη με διανομή αποτελούμενη από έντεκα ηθοποιούς. Η παράσταση Οιδίπους είναι μια σκηνική σύνθεση επτά τραγωδιών που αναφέρονται στον μύθο του οίκου των Λαβδακιδών και συγκεκριμένα από τις τραγωδίες του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος, Οιδίπους επί Κολωνώ και Αντιγόνη, του Ευριπίδη Φοίνισσες, Βάκχες και Ικέτιδες, και της τραγωδίας του Αισχύλου Επτά επί Θήβας. Ακόμη πιο συγκεκριμένα, η εν λόγω σύνθεση εξιστορεί την άφιξη του Κάδμου στην Θήβα, τον γάμο του Λάιου με την Ιοκάστη, τη γέννηση του Οιδίποδα, τον γυρισμό, την παραμονή και βασιλεία του στη Θήβα μετά τον γάμο με την Ιοκάστη, την αποκάλυψη του παρελθόντος του, τη σύγκρουση του Ετεοκλή και του Πολυνίκη, και την ανυπακοή της Αντιγόνης στον Κρέοντα.

Η παράσταση χαρακτηρίζεται από τη δίωρη διάρκειά της, που αποτελεί ρίσκο υπερφόρτωσης πληροφοριών. Στον απολογισμό, όμως, φάνηκε να έχει έναν “εκπαιδευτικό” χαρακτήρα, αφού μέσα από αυτό το ποτ πουρί τραγωδιών, ο θεατής ενημερώνεται λεπτομερώς και συνολικά για τις εμπλεκόμενες ιστορίες και το φόντο μεγάλων τραγικών χαρακτήρων. Ωστόσο, η μίξη επτά τραγωδιών εντός ενός δίωρου κάνει την παράσταση να μοιάζει ατελείωτη, και η αποφυγή κάποιων περιττών σκηνών, θα βοηθούσε στην αμεσότητά της. Η σκηνοθεσία στο σύνολό της είχε κι αυτή μια υπερβολή, απόρροια πιθανώς του αναπόφευκτου ανοίγματος πολλαπλών μετώπων λόγω διάστασης, σε μια μαθηματική πρόσθεση μεταξύ θετικών παραγόντων, αλλά και μη. Πιο συγκεκριμένα, ο σκηνοθετικός τόνος του έργου άξιζε προσοχής λόγω της τραγικότητας του, γεγονός και ύφος που πολλές φορές λείπει και ξεχνιέται στο βωμό του φαίνεσθαι μιας αρχαίας τραγωδίας. Κρατήθηκε κοντά στο αρχαίο στοιχείο, σε μια λιτή -με κάποιο τρόπο- προσέγγιση, μέσα στην υπερβολή ενός συνδυασμού του αρχαίου, του παραδοσιακού αλλά και του σύγχρονου. Ο σκηνογραφικός χαρακτήρας (Αλέξανδρος Ψυχούλης), ακολούθησε αυτήν την υπερβολή, στην προσπάθεια συνδυασμού παλιού και μοντέρνου. Ομπρέλες, υφάσματα και χώματα, μαζί με τον φωτισμό (Νίκος Σωτηρόπουλος) και τη χρήση του προτζέκτορα δαπέδου, δεν κατάφεραν να αποτελέσουν παράγοντα εντυπωσιασμού, αφού πολλές σκηνές, όπως η πρωτότυπη χρήση των καρεκλών εντός πολέμου και των καλαμιών για ένα μέρος της αφήγησης, ήταν από μόνες τους ιδιαίτερες και επαρκείς. Με άλλα λόγια, η μείωση σκηνικών θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερο όφελος και να αφήσει περισσότερο χώρο στις δραματικές ερμηνείες των ίδιων των ηθοποιών, καθώς δε χρειάζεται  τέτοιου τύπου έξτρα βοήθεια για να ακουστεί η τραγικότητα τέτοιων κειμένων και πλοκών.

Οι ερμηνείες προκάλεσαν ανάμεικτα συναισθήματα, αφού σκηνοθετικά, πιθανώς να υπήρξε έλλειψη καθοδήγησης ενός κοινού ύφους μεταξύ των ηθοποιών, με αποτέλεσμα καθένας εξ αυτών να ερμηνεύσει με το δικό του τρόπο τον εκάστοτε χαρακτήρα. Στο ρόλο του νέου Οιδίποδα βρέθηκε ο Δημήτρης Λάλος, που έδωσε στον πρωταγωνιστή μια πολύ προσιτή και σύγχρονη χροιά, διχάζοντας το κοινό και κάνοντας την ερμηνεία του να ακούγεται παράταιρη, παρά κακιά, γεγονός που πιθανώς να αποδίδεται στην προαναφερθείσα έλλειψη σκηνοθετικής καθοδήγησης. Στην γηραιότερη μορφή του Οιδίποδα κάποιες δεκαετίες πλοκής αργότερα, βρέθηκε ο Τάκης Χρυσικάκος, ο οποίος ερμήνευσε ικανοποιητικά το ρόλο με την εμπειρία που διαθέτει, ωστόσο δεν ήρθε σε πλήρη ευθυγράμμιση με το πορτραίτο του νεότερο Οιδίποδα, αφού ένα ζευγάρι κόκκινων παπουτσιών δεν είναι αρκετό ώστε να τονίσει την ομοιότητα ενός χαρακτήρα στο πριν και το μετά. Ενσάρκωσε, επίσης, τους ρόλους Τηρεσία και Κάδμου, τους οποίους απέδωσε με μεγάλη επιτυχία. Ο Γεράσιμος Γεννατάς, ως Κρέοντας, , πήρε την ευθύνη του χαρακτήρα του, βάζοντας σε σειρά και νόημα το ιστορικό του με τον Οιδίποδα, καθώς και την αργότερα άδικη αντιμετώπιση που είχε προς αυτόν αλλά και τα παιδιά του, ενσαρκώνοντας έναν Κρέοντα ατόφια κακό και παράλογο, προκαλώντας μίσος για τον χαρακτήρα, παρά συμπόνια.

Εξαιρετικές ερμηνείες έδωσαν οι Μαρία Κίτσου και Λένα Δροσάκη, η πρώτη ενσαρκώνοντας την Ιοκάστη, ενώ η δεύτερη την Αντιγόνη. Η Μαρία Κίτσου, με τη φωνή, το παρουσιαστικό και την ερμηνεία της, αποτέλεσε ποιοτική προσθήκη στο τραγικό ύφος του έργου, ειδικά στις πιο κρίσιμες σκηνές της πλοκής, όπως τη λύση του γρίφου της σφίγγας από τον Οιδίποδα και την αποκάλυψη ότι είναι ο υιός της, ή στην περιγραφή της μονομαχίας των δύο υιών της και αργότερα στην αυτοκτονία της. Η Λένα Δροσάκη, επιπλέον, απέδωσε την Αντιγόνη με μια ερμηνεία που θα άξιζε να πρωταγωνιστεί ανεξάρτητη στην ομώνυμη τραγωδία. Νέα, με επαναστατικό ύφος και τόνο ανθρώπου που παλεύει για το δίκαιο, υποδύθηκε εξαιρετικά τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι υπόλοιποι επτά, είτε σε μεμονωμένους ρόλους, είτε σε συνδυαστικούς, προσέφεραν σε ένα καλό αποτέλεσμα.

Καταλήγοντας, η παράσταση είχε έναν αντιθετικό χαρακτήρα, αφού αποτελούταν από πολλά θετικά στοιχεία, αλλά και μη, γεγονός αναμενόμενο λόγω του μεγέθους της, αλλά και της συγχώνευσης αυτών των επτά τραγωδιών. Η κίνηση από Ζωή Χατζηαντωνίου ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερη, αφού ενίσχυσε τις ερμηνείες των ηθοποιών, καθώς και τη σκηνοθεσία. Η μουσική από τον Μίνω Μάτσα, μπορεί σε μέρη να φάνηκε αταίριαστη με τον χαρακτήρα της παράστασης, ωστόσο ο ήχος του ήταν μεγαλοπρεπής, τραγικός και απέδιδε συναίσθημα, ενώ τα κουστούμια από την Ελένη Δανδουλάκη ήταν λιτά, στο μεταίχμιο του μοντέρνου και του αρχαιοπρεπούς, με φανερή προσοχή στις λεπτομέρειες. Η παράσταση, εν τέλει, πέρασε την πλοκή της ξεκάθαρα, αφού οι θεατές έφυγαν ενημερωμένοι για το πλήρες ιστορικό του τραγικού Οιδίποδα, και σίγουρα εντυπωσιασμένοι από αυτή τη συλλογική προσπάθεια, ειδικά των ηθοποιών, αφού μπόρεσαν να βρίσκονται επί σκηνής για δύο ώρες, σε μια πανδαισία μονολόγων και ατελείωτων γραμμών, κάνοντας το όλο εγχείρημα ιδιαίτερο και αναπάντεχο.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ