Αρχική Συνεντεύξεις Συνέντευξη με τον Πέτρο Νάκο για την παράσταση «Το Αίμα»

Συνέντευξη με τον Πέτρο Νάκο για την παράσταση «Το Αίμα»

2115

Επιμέλεια συνέντευξης: Κωνσταντίνος Πλατής

Τα τελευταία χρόνια ασχοληθήκατε πολύ με την ελληνική δραματουργία και τώρα επανέρχεστε στο δεύτερο μισό της θεατρικής σεζόν με ένα ισπανικό έργο, καταλανικό για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι. Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ αυτών των δύο ή πρόκειται για μια αλλαγή στις επιλογές των έργων που σκηνοθετείτε;
Η ομάδα Altera Pars από την ίδρυση της το 2002, προσανατολίστηκε στη μελέτη και την παρουσίαση σύγχρονων κυρίως έργων της παγκόσμιας δραματουργίας, εντάσσοντας μάλιστα στο ρεπερτόριο του θεάτρου αρκετά έργα που παρουσιάστηκαν στον χώρο μας σε πανελλήνια πρώτη. Το ''Αίμα'' του Σ. Μπελμπέλ αποτελεί το 10ο έργο αυτής της κατηγορίας -παρουσιάζεται για 1η φορά στη χώρα μας - και έρχεται να προστεθεί  στο ''Handbag'' του Ρέιβενχιλλ, στον  ''Κορμοράνο'' της Γκίνσμπουργκ, στο '' Βαλπαραίζο'' του Ντον ντε Λίλλο, στις ''Παράπλευρες απώλειες'' της  Ένσλερ, στον ''Φάκελο'' του Σιμόνε, στον ''Εβραίο'' του Κλεμέντι – όλα σε δική μου μετάφραση- αλλά και στα ισπανόφωνα ''Χίμμελβεγκ΄΄ του Μαγιόργκα και  ''Αόρατη αλυσίδα'' του Φερρέρα σε μετάφραση της Μ. Χατζηεμμανουήλ, ακόμα και στον ''Βρεταννικό'' του Ρακίνα - έργο του 1669  - σε μετάφραση  Α. Στάικου. Κριτήριο κάθε φορά για την επιλογή ενός έργου, αποτελεί κυρίως η κοινωνικοπολιτική διεθνής συγκυρία, τα επίμαχα και τα επίκαιρα που μας απασχολούν και η διασύνδεσή τους με τα θεατρικά κείμενα που αποτελούν για μας τα ''εργαλεία'' της έρευνάς μας.

Η ενασχόληση μου τα προηγούμενα 2,5 χρόνια με τα κορυφαία έργα της νεοελληνικής δραματουργίας (Αυλή των θαυμάτων, Ήχος του όπλου, Αγγέλα) προέκυψε ακριβώς λόγο της ανάγκης μας αυτής: σε μία εποχή που η Ελλάδα και οι πολίτες της βρέθηκαν στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος και της παγκόσμιας κατακραυγής, λόγο της οικονομικής κρίσης, ανέτρεξα σε αυτά τα κείμενα που – πέραν της λογοτεχνικής τους αξίας- καταγράφουν με απόλυτη γνώση, ακρίβεια και αλήθεια τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, προκειμένου να θέσω ερωτήματα,  να αναζητήσω απαντήσεις και να αναδείξω τα προτερήματα και τα ελαττώματα τις ελληνικής φυλής. Ζητούμενο ήταν η μελέτη του ελληνικού dna - αυτού που απασχολούσε όλον τον πλανήτη εκείνη την περίοδο - και όχι η ''ελληνοποίηση'' του ρεπερτορίου μας και η στροφή στην εγχώρια παραγωγή. Το ''Αίμα'' του Μπελμπέλ λοιπόν,  αποτελεί μια συνεπή συνέχεια αυτών των επιλογών, αφού πρόκειται για ένα βαθιά πολιτικό κείμενο που θίγει αμέτρητα ζητήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο και τις σύγχρονες κοινωνίες.

Σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται να μιλά για το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της βίας, αλλά κατά τη γνώμη μου ο συγγραφέας βάζει το μαχαίρι πολύ πιο βαθιά και εμπλέκει ολόκληρη την κοινωνία των ανθρώπων, άμεσα η έμμεσα, σε έναν αέναο κύκλο αίματος, καθιστώντας όλους μας συνενόχους: θίγει ζητήματα όπως αυτό της -πολιτικής και μη-  εξουσίας, της καταπιεστικής επιβολής της ομάδας απέναντι στο άτομο, της αντιπαράθεσης του ''ΕΓΩ'' και του ''ΕΜΕΙΣ'', της συλλογικής και της ατομικής ευθύνης, του ηγεμονικού ρόλου της σύγχρονης γυναίκας, της ανυπαρξίας ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, της διάλυσης του θεσμού της οικογένειας και των σχέσεων στοργής ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά καθώς και της στρεβλής διαπαιδαγώγησης τους.

Μέσα στο πλήθος των θεάτρων και των θεατρικών παραστάσεων στην Αθήνα τι είναι αυτό που διεκδικείτε ως σκηνοθέτης και ηθοποιός;
Ελεύθερη έκφραση...αυτός άλλωστε είναι ο βασικός λόγος που δημιούργησα το Altera Pars σε τόσο νεαρή ηλικία. Η τέχνη του ηθοποιού με συνεπαίρνει,αλλά για μένα έχει δευτερεύουσα σημασία. Αυτό που κατά βάση προέχει για μένα είναι να συνομιλώ με το κοινό και να καταθέτω την άποψή μου για όσα συμβαίνουν γύρω μου, χρησιμοποιώντας την τέχνη του θεάτρου από όποιο πόστο.

Το βασικό είναι να γίνει σαφής και κατανοητός ο λόγος μου, το μήνυμά μου. Γι αυτό και συχνά στις παραστάσεις μου εκτός από το να παίζω και να σκηνοθετώ, αναλαμβάνω ενίοτε την μετάφραση του έργου, τη μουσική επιμέλεια,τον φωτισμό της παράστασης,ακόμα και τα σκηνικά της. Σεβασμός στο κείμενο,σύγχρονη πρόσληψη και απόδοση και προσωπική αισθητική είναι τα στοιχεία εκείνα που θα ήθελα να χαρακτηρίζουν τη δουλειά μου.

Οι νέοι Έλληνες συγγραφείς μπορούν να συγκριθούν με συγγραφείς όπως ο  Σέρτζι Μπελμπέλ και γιατί όχι να παιχτούν τα έργα τους και στο εξωτερικό;
Η αλήθεια είναι ότι εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, λίγοι είναι οι σύγχρονοι Έλληνες συγγραφείς που έχουν την τύχη να βλέπουν τα έργα τους να παρουσιάζονται συστηματικά και όχι περιστασιακά και ευκαιριακά στο εξωτερικό. Σε έναν βαθμό, αυτό οφείλεται σίγουρα στην ανυπαρξία ενός δικτύου προώθησης τους, αλλά επίσης αλήθεια είναι ότι κάτι δεν λειτουργεί σωστά στην εγχώρια παραγωγή. Ο Μπελμπέλ που αναφέρατε ως παράδειγμα είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση της άνθισης της σύγχρονης ισπανικής θεατρικής παραγωγής , με αμέτρητους νέους συγγραφείς να ξεπηδούν τα τελευταία χρόνια  και να κατακλύζουν με τα έργα τους τις θεατρικές αίθουσες τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Δεν είναι όλοι τους ταλαντούχοι, ούτε όλα τα έργα σπουδαία. Υπάρχει όμως μια έντονη δραστηριότητα  που σε μεγάλο βαθμό, αν όχι σε απόλυτο, οφείλεται στη κρατική μέριμνα και σε μια ''στρατηγική'' που χαράχτηκε από το ισπανικό κράτος τα τελευταία χρόνια.

Γνωρίζω από πρώτο χέρι λόγο της φιλίας μου με την μεταφράστρια Μ. Χατζηεμμανουήλ, αλλά και της γνωριμίας μου με μερικούς από αυτούς τους συγγραφείς, πως στην Ισπανία, οι σχολές δημιουργικής γραφής χρηματοδοτούνται και τα νέα κείμενα επιδοτούνται συστηματικά. Τα αποτελέσματα είναι προφανή. Με ελάχιστο κόστος σε σχέση με τα αντισταθμιστικά οφέλη, η εγχώρια παραγωγή τους έγινε πολύ πλούσια και η ισπανική κουλτούρα διαφημίζεται διεθνώς. Η έλλειψη κινήτρων και προωθητικών μηχανισμών λοιπόν, είναι σίγουρα ένας ανασταλτικός παράγοντας , καθοριστικός θα έλεγα, για την φτωχή εκπροσώπηση της χώρας μας.

Είναι αδιανόητο για μένα, ειδικά αυτήν την περίοδο που η Ελλάδα είναι στο επίκεντρο διεθνώς, να μην υπάρχουν ελληνικές φωνές στο θέατρο, ικανές να συνομιλήσουν με το κοινό στο εξωτερικό και να αναδείξουν με έναν άλλο τρόπο, πιο ανθρώπινο και επικοινωνιακό από εκείνον των πολιτικών, τα ζητήματα αυτά, που με αφορμή την Ελλάδα και τους Έλληνες απασχολούν την διεθνή κοινότητα.  Ένα άλλο θέμα, είναι κατά τη γνώμη μου, η αυτοαναφορικότητα των σύγχρονων Ελλήνων συγγραφέων και η εμμονή σε θεματολογίες που δεν συμβαδίζουν με τις ανάγκες της κοινωνίας και δεν ανοίγουν έναν δίαυλο επικοινωνίας, αλλά πιστεύω πως αυτό πραγματικά θα ξεπερνιόταν εύκολα στην περίπτωση που οργανώναμε  στοχευμένα και μεθοδικά μια σχολή γραφής και μία ΄΄πολιτική΄΄ γύρω από το ζήτημα.

To "εμείς" είναι μια έννοια που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία; Κι αν όχι πως μπορούμε να την ενεργοποιήσουμε;
Το ζήτημα της ύπαρξης μιας ''συλλογικής ηθικής'' και της αντιπαράθεσης του ''εγώ'' και του ''εμείς'' είναι το κεντρικό ερώτημα που θέτει και πραγματεύεται η παράστασή μας. Αυτός είναι ο βασικός λόγος που επέλεξα το έργο του Μπελμπέλ, ακριβώς γιατί πιστεύω πως η έλλειψη ''συλλογικής συνείδησης'' της ελληνικής κοινωνίας είναι θεμελιώδες πρόβλημά  και ο βασικός -κατά τη γνώμη μου- λόγος, που μας οδήγησε στην οικονομική κρίση. Κάτι ανάλογο άλλωστε πραγματευόταν η ΑΓΓΕΛΑ, από διαφορετική βέβαια σκοπιά. Όπως σε όλες τις χώρες του Νότου, το ''Εμείς'' είναι πολύ ισχυροποιημένο σε ό,τι αφορά τον θεσμό της οικογένειας  (''Εμείς'' και οι ''ξένοι'') η σε ζητήματα εθνικά   (“εμείς οι Έλληνες” και οι “άλλοι”, οι ξένοι, οι αλλοεθνείς).

Ωστόσο το “εμείς” που προσδιορίζει τη συλλογικότητα και την αλληλεγγύη μέσα στο σύνολο των πολιτών ενός κράτους, είναι κάτι που εκλείπει. Η έλλειψη αυτή, κατά τη γνώμη μου, ανέκαθεν χαρακτήριζε την ελληνική κοινωνία, η οποία διέπεται από έναν έντονο ατομικισμό και αδιαφορία για το ''κοινό καλό''     (την εποχή της οικονομικής ευμάρειας αυτό ήταν προφανές  σε όλα τα επίπεδα). Προσωπικά, πιστεύω πως αυτό χαρακτηρίζει  λίγο πολύ όλους τους λαούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης- ιδίως αυτούς των Βαλκανίων- και οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε λόγους κλιματικούς και κατ' επέκταση ιστορικούς και γεωπολιτικούς. Οι δυσκολίες είναι αυτές που ενώνουν τους ανθρώπους και τους αναγκάζουν  να συμπράξουν και να αναπτύξουν μια κουλτούρα ''συλλογικότητας''. Θα ανέμενε κανείς λοιπόν,  πως η κρίση στη χώρα μας και το σοκ που προκάλεσε στους πολίτες της, θα συσπείρωνε την κοινωνία και θα λειτουργούσε υπέρ της διαμόρφωσης μιας τέτοιας κουλτούρας συλλογικότητας.

Δυστυχώς, διαπιστώνω πως λειτούργησε εντελώς αρνητικά και διέλυσε τα όποια ψήγματα συλλογικότητας υπήρχαν. Το ατομικό συμφέρον προτάχθηκε έναντι του συλλογικού και η ''ανάγκη της επιβίωσης''  αποθράσυνε το ''Εγώ'' που περιχαρακώθηκε για να την ''βγάλει καθαρή''.  Η ελληνική κοινωνία-έστω και με κομμένα τα φτερά της- παρέμεινε προσκολλημένη στον ατομικισμό της, δεν ωρίμασε και εξακολουθεί να επαναλαμβάνει τα λάθη του παρελθόντος. Δεν μπορώ λοιπόν να φανταστώ  τι μπορεί να ενεργοποιήσει το ''Εμείς'' στην ελληνική κοινωνία, αφού δεν το κατάφερε αυτή η λαίλαπα...

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΤο Εθνικό Θέατρο ταξιδεύει το φετινό καλοκαίρι με Πλούτο και Ηλέκτρα
Επόμενο άρθροΚριτική για την παράσταση "Υπέρ αδυνάτου"