Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Καλιγούλας"

Κριτική για την παράσταση "Καλιγούλας"

1027

Από την θεατρολόγο Μαρινέλλα Φρουζάκη

Στα θεατρικά έργα του Καμύ, η δραματουργική κατάληξη των δραματικών προσώπων είναι ο σπαραγμός. Ο Καλιγούλας είναι ένα γνήσιο παράδειγμα Διονυσιακού αρχέτυπου, το οποίο επιδιώκει την απόλυτη ελευθερία και την κατάκτηση της αθανασίας. Κατά τον Καμύ, η έννοια του παραλόγου συνιστάται σε αυτήν ακριβώς την ενσυνείδητη ματαιοπονία του ανθρώπου, ενώ ο αγώνας διαφυγής από το παράλογο ορίζεται από τα είδη του σπαραγμού που τον ερμηνεύουν. Η φιλοσοφία, λοιπόν, του έργου, ξεκινά από τη βαθειά γνώση του Καμύ για τα διδάγματα της Διονυσιακής θρησκείας και την πλούσια σημασία των συμβόλων αυτής. Ο θάνατος της αδερφής και ερωμένης Δροσίλλας προξενεί το σπαραγμό του Καλιγούλα, και με αυτή την αφετηρία μιας σειράς εξωτερικών τελετουργικών σπαραγμών, όπου τα εξιλαστήρια θύματα προδικάζουν τον δικό του θάνατο στην τελευταία πράξη του έργου. Η σελήνη, η Διονυσιακή μητέρα, όπως για τον αρχαίο θεό εξασφάλιζε την αθανασία, έτσι κι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας οραματίζεται μια σεληνιακή αρμονία ως διάδοχο των αιματηρών θυσιών. Ως κυρίαρχο σύμβολο την μεταχειρίζεται και η σκηνοθέτης στην σκηνή. Παράλληλα με αυτή, η ύπαρξη του καθρέφτη, σύμβολο λατρείας του Διόνυσου, αποτελεί έμμονη ιδέα για τον Καλιγούλα. Η παρουσία του καθρέφτη στη σκηνή, αρχικά ενοχλεί τον Καλιγούλα και στο τέλος τον τρελαίνει, καθώς η ύπαρξη του ειδώλου παρεμποδίζει την ένωσή του με το σύμπαν.Τον σπαραγμό οραματίζεται ο αυτοκράτορας από την πρώτη πράξη του έργου και τον προετοιμάζει στην Τρίτη πράξη, όπου εμφανίζεται ως Αφροδίτη.

Μ. Κουτσουδάκη, Το Διονυσιακό Θέατρο του Αλμπέρ Καμύ, «Η Λέξη», τεύχος 69-70, 1987, σελ. 1018-1025

Στο ξεκίνημα της παράστασης, οι ερμηνείες σου άφηναν την αίσθηση ότι οι ηθοποιοί αισθάνονταν μια αβεβαιότητα, κάτι που ευτυχώς ξεπεράστηκε πολύ γρήγορα. Από τις ερμηνείες, ξεχωρίζω αυτή την μεστή και ακριβή του Ιερώνυμου Καλετσάνου, ο οποίος με κέρδισε, όπως άλλωστε συνέβη και στον Άμλετ.

Η σκηνική επιλογή του καθρέφτη, αλλά και της οθόνης, υπερτόνιζε της διαστρέβλωση της πραγματικότητας και της μοναξιάς, αποδεικνύοντας ότι το σκηνοθετικό σχέδιο απέδωσε καρπούς. Η μεταστροφή του Σκιπίωνα μετά τον φόνο, όπου μεταστρέφει το μαχαίρι σε παρήγορο χάδι στον ώμο, ερμήνευσε με απλό και πειστικό τρόπο μια σκηνή που διαφορετικά θα μπορούσε να χαθεί στο περιθώριο.

Η άρτια χρήση των φωτισμών του Αλέκου Γιάνναρου απέδωσε στο έπακρο την ατμόσφαιρα του έργου, μεταμορφώνοντας σε πολλές στιγμές εύστοχα τη σκηνή σε ένα απόλυτα κινηματογραφικό background, ειδικότερα με την προβολή της σελήνης στο πίσω μέρος της σκηνής. Το απόλυτο και ευφυές τσαλάκωμα του ήρωα μεταμορφώνοντάς τον σε Αφροδίτη επί σκηνής, ειδικότερα τη στιγμή του χορού μέσα από τα πέπλα, όπου με λιτά υποκριτικά μέσα μας θυμίζει ότι ο ίμερος σβήνει σαν την σελήνη. Η σκηνή του βαψίματος των νυχιών, κωμικά κι ευφάνταστα, αναδεικνύει το πρότυπο του θηλυπρεπή νεανία Διονύσου, μέσα από τις κινησιολογικές οδηγίες του Νίκου Δραγώνα. Η στυλιζαρισμένη κίνηση του δείκτη του Καλιγούλα, μου θύμισε αυτήν του Ριχάρδου Β’, όπου υποτάσσει τους πάντες με μια απλή και σύντομη κίνηση του χεριού. Γρήγορα, λιτά κι ευφάνταστα στήθηκε επίσης και η σκηνή του τραπεζιού.

Η μουσική του Blaine Reininger αποτελεί το μεγάλο ατού της παράστασης, με τη στιγμή του τραγουδιού να μπορεί να χαρακτηριστεί ακόμη και μυστικιστική. Ωστόσο, όταν ο Καλιγούλας κρούει το γκονγκ, το οποίο υπερκαλύπτει τον ήχο της φωνής του, ήταν μια μάλλον άτυχη επιλογή ηχητικού μέσου.

Τα ουδέτερα χρώματα των αρχικών κοστουμιών της Μαρίνας Χατζηλουκά, λευκό, κόκκινο, γκρι, μαζί με το επιβλητικό μαύρο στη συνέχεια, αποσαφηνίζουν τη διαχρονική κλίμακα, αποφεύγοντας τον κίνδυνο εξηγήσεων.
Τα σκηνικά του Πάρη Μέξη χαρτογραφούν κι αυτά από την πλευρά τους τον διονυσιακό μαρασμό του ήρωα και τα λιγότερο ευανάγνωστα σημεία του κειμένου.

Ένα συνολικό αποτέλεσμα που άγγιξε τα σημεία της απαρχής της ανθρώπινης ζωής, υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα της Αλίκης Δανέζη – Κνούτσεν, αφήνοντάς μας μια γλυκερή επίγευση.

Ο όρος ‘παράλογο’ απέκτησε άλλη σημασία από όταν ο Αλμπέρ Καμύ μας έμαθε να διακρίνουμε παραδοξότητα σε πράξεις που πριν εκλαμβάνονταν σοβαρά…

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΕφηβικό Δίκτυο στην πλατεία Τράιμπερ
Επόμενο άρθροΑκρόαση για το έργο «Ζορμπάς» σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή