Κριτική για την παράσταση "Οι Μάγισσες του Σάλεμ"

Από τον Ιωάννη Λάζιο

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους θεατρικούς συγγραφείς της Αμερικής, με διεθνή επιρροή και ακτινοβολία είναι ο Άρθουρ Μίλερ. Η διαισθητική ματιά του, τού δίνει το προνόμιο της διαχρονίας. Τα έργα του, βρίσκονται στην επικαιρότητα, ίσως επειδή όπως λέει ο ίδιος: οι άνθρωποι ξεχνάμε, γι’ αυτό και επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη. Λάθη που αργά ή γρήγορα, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο καιροφυλαχτούν για να επαναληφθεί μια ιστορία καθόλα ίδια με τις Μάγισσες του Σάλεμ.

Το έργο «Οι Μάγισσες του Σάλεμ» είναι σαφές ως προς τις επιδιώξεις του και τους συμβολισμούς του. Ωστόσο, είναι δελεαστικό ένας σκηνοθέτης να απομακρυνθεί από αυτές και να μετακυλήσει το έργο από την σφαίρα του ρεαλισμού και της λογικής, σ΄ αυτό της μεταφυσικής παραφιλολογίας. Να γίνει, δηλαδή, μια ανάγνωση τέτοια, που να παρουσιάζει έστω και στο ελάχιστο την πρωταγωνίστρια ως μια κοπέλα με μεταφυσικές δυνάμεις ή έστω με την πεποίθηση ότι διαθέτει τέτοιες.

Στο έργο, ο Άρθουρ Μίλερ δανείζεται την ιστορία των δικών των μαγισσών του Σάλεμ, ως όχημα για να εξετάσει πόσο λίγα χρειάζονται για να στρέψεις άνθρωπο κατά ανθρώπου. Ερωτευμένη με πάθος, η νεαρή Άμπιγκελ Γουίλιαμς, με τον Τζον Πρόκτορ, διαδίδει κουτσομπολιά για την σύζυγό του Ελίζαμπεθ. Αυτό, όμως, που ακολουθεί είναι η αποκαλυπτική αφήγηση της πυρκαγιάς, που ξεκίνησε από την σπίθα του πόθου και της ζήλειας και κατέληξε να κάψει συθέμελα μια ολόκληρη κοινωνία, αφήνοντας μονάχα ερείπια και πολλούς αθώους ανθρώπους νεκρούς. Στη δεκαετία του 1950, ο Μίλερ συλλογιζόταν τον Μακαρθισμό και το «κυνήγι μαγισσών» για ύποπτους κομμουνιστές. Σήμερα, άραγε, υπάρχουν τέτοιες στοχοποιήσεις, όπου η κατηγορία υπερβαίνει την απόδειξη και έτσι αρκεί ως αποδεικτικό ενοχής;

Έτσι, η σκηνοθετική προσέγγιση μπορεί να είναι τέτοια, που να δίνει έμφαση στην εσωτερικότητα της ερμηνείας και την ατμόσφαιρα, ή κάποια άλλη περισσότερο διαισθητική και αποκαλυπτική. Η σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη, κινείται περισσότερο προς την κατεύθυνση της ατμόσφαιρας και της επιβλητικής συνυποδήλωσης των συμβολισμών. Αυτό είναι καταφανές από το μαύρο χρώμα που κυριαρχεί στα όμορφα κοστούμια της Χριστίνας Πανοπούλου και στο εντυπωσιακό σκηνικό, με μεσαιωνικές αναφορές, της Αρετής Μουστάκα, αλλά και από την πρωτότυπη μουσική του Γιάννη Μαθέ και οπωσδήποτε από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς της Χριστίνας Θανάσουλα.

Το γεγονός ότι επιλέχτηκε η ατμόσφαιρα, ζημίωσε μάλλον την εσωτερικότητα των ερμηνειών και αποστέρησε από τον σκηνοθέτη τη δυναμική της πείρας που διαθέτουν οι ήρεμες και εξαιρετικά σημαντικές παρουσίες του Νικήτα Τσακίρογλου και της Μελίνας Βαμβακά. Ο πρώτος με την υπέροχη φωνή του και την συνειδητή επιπολαιότητα που προσδίδει στον ρόλο του δικαστή, γίνεται σημείο αναφοράς, αρχής, μέσης και τέλους. Η δεύτερη με την γαλήνια ηρεμία της, προσωποποιεί την έννοια την ενάρετης ηλικιωμένης γυναίκας. Ακολούθως, ο Άκης Σακελλαρίου, με τη χιουμοριστική και αυτοκριτική του ένταση, αλλά και η Ρένια Λουιζίδου, η οποία έχασε πολλές ευκαιρίες για εκρηκτική απελευθέρωση του συναισθήματος, αντιμετωπίζοντας τον ρόλο με εγκράτεια. Αποκορύφωμα της σκηνοθετικής επιλογής ήταν η κινησιολογική προσέγγιση του ρόλου από την Ιωάννα Παππά.

Τέλος, ερμηνευτικά, ο Γιάννης Καλατζόπουλος, αν και επαρκώς γλοιώδης βάσει των επιταγών του κειμένου, δεν επέδειξε την ανάλογη πατρική συναισθηματικότητα. Όπως και ο Γεράσιμος Σκαφίδας, δεν έδινε ξεκάθαρο στίγμα του ρόλου. Επίσης, ο Θωμάς Γκανάς και η Κατερίνα Νικολοπούλου δεν ταίριαξαν επί σκηνής σαν ζευγάρι, με την δεύτερη να αντιμετωπίζει δυσκολίες στην προσέγγιση της απώλειας. Ενδιαφέροντα δείγματα γραφής έδωσαν οι «μάγισσες»: Ισιδώρα Δωροπούλου, Μαρία Μοσχούρη, Αντουανέτα Παπαδοπούλου, Δανάη Ομορεγκιέ Νεάνθη.

Κοντολογίς, η παράσταση είναι ένα εντυπωσιακό και επιβλητικό θέαμα, που παρόλες τις δυσκολίες στην διεισδυτικότητα και την εσωτερική απόδοση των ρόλων, με εξαίρεση ίσως τους πρεσβύτερους και τον Άκη Σακελλαρίου, παραμένει ένα θέαμα αξιοπρόσεκτο, τόσο για τον κάματο που εσωκλείει, όσο και για την επιτυχή θεμελιώδη επιδίωξη να γίνει σαφής ο λόγος του συγγραφέα και ακόμα περισσότερο η αλήθεια που αυτός μεταφέρει μέσω του κειμένου του, μια αλήθεια δυστυχώς επίκαιρη.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΠρόσκληση για επιχορήγηση σε δράσεις Σύγχρονου Πολιτισμού για το 2022
Επόμενο άρθροΟι Θεσμοφοριάζουσες του Αριστοφάνη σε περιοδεία το καλοκαίρι με Γιάννη Μπέζο & Βλαδίμηρο Κυριακίδη