Κριτική για την παράσταση "Αντιγόνη"

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Είδαμε αυτή την παράσταση της Αντιγόνης του Σοφοκλή, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της αρχαιότητας, σε μια υπέροχη μετάφραση του Γιώργου Μπλάνα, σαν μια μικρή διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή. Μόνο ως τέτοιο μπορώ να το προσεγγίσω και έτσι να το σχολιάσω.

Είναι πολύ σύνηθες και «μεταμοντέρνο» όλα τα έργα να έρχονται στο καθημερινό, άμεσο επίπεδο του θεατή. Στην κοινωνία του μέσου θεατή, αυτή των πολυμέσων και των κοινωνικών δικτύων, όπου οι άνθρωποι συνάπτουν σχέσεις, παντρεύονται και χωρίζουν μόνο με μηνύματα, όπου η τηλεόραση και οι ήρωες των τηλεοπτικών σειρών έχουν πια ενταχθεί στην καθημερινότητα και έχουν αναγνωριστεί και καθιερωθεί μόνο από τη μικρή οθόνη ο Τσέζαρις Γκραουζίνις δημιούργησε μια παράσταση παρουσιάζοντας μια μικρή κοινωνία λαϊκών ανθρώπων, που ζει κάτω από τον φόβο και την αλαλία απέναντι σε έναν άτεγκτο δυνάστη, τον Κρέοντα (Βασίλης Μπισμπίκης ). Η Αντιγόνη (Έλλη Τρίγγου ) δεν είναι μια επαναστάτρια, που αντιστέκεται με τη ρωμαλέα της φωνή στις επιταγές της εξουσίας, αλλά μια νεαρή που νιώθει ότι πρέπει να θάψει τον αδελφό της και καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, έτσι μεγάλωσε, αυτά διδάχτηκε και έτσι θα πράξει.

Ο σκηνοθέτης δεν στόχευε να δημιουργήσει την ηρωίδα αντάρτισσα, που σηκώνει το ανάστημά της στην τυφλή εξουσία, που δεν έχει ανθρώπινο πρόσωπο, εκτελεί αναντίρρητα και ανεπηρέαστα τις αποφάσεις της, εθελοτυφλώντας και περιφρονώντας τον άνθρωπο αυτόν που υπηρετεί τον ηθικό νόμο, γιατί η εξουσία αυτή δεν διέπεται από ηθικούς νόμους. Οι ήρωες μιλούν απλά σαν να μιλούν σε φίλους. Ο Κρέοντας θα θάψει τον Ετεοκλή, όχι όμως τον αδελφό του Πολυνείκη, που στράφηκε σαν εχθρός στην πατρίδα του τη Θήβα. « Κανείς δεν θα τον θάψει! Όποιος το κάνει θα λιθοβοληθεί μπροστά σε όλη την πόλη!»

Η Αντιγόνη (Έλλη Τρίγγου )και η Ισμήνη (Δανάη Μιχαλάκη ) είναι οι δυο όψεις της γυναικείας, της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η μια, η Αντιγόνη τολμηρή «Δεν θα μου πει τι θα κάνω με την οικογένειά μου!», η άλλη , η Ισμήνη υποχωρητική, συμβιβασμένη, φοβισμένη. « Γεννηθήκαμε γυναίκες […] θα κάνω ό, τι λένε οι ισχυροί»! Η αντιστικτική σχέση των δυο αδελφών δεν αναδείχθηκε γιατί η Ισμήνη κρατήθηκε στην σκιά. Η Αντιγόνη «ξέρει να αγαπά και ν’ αγαπιέται», όμως η παρουσία της σαν κεντρική ηρωίδα που είναι δεν επιβλήθηκε στην σκηνή της Επιδαύρου.

Ο Χορός ( (Edgen LameΓιάννης Μαστρογιάννης ,Περικλής Σιούντας) βακχεύει, με μουσικά όργανα, τύμπανο, βιολί και ακορντεόν στήνει το τραπέζι, για το φαγοπότι στην αρχή και στο τέλος, εξασφαλίζοντας μια κυκλική πορεία στην παράσταση.

Η μουσική του Δημήτρη Θεοχάρη ήταν από τα δυνατά σημεία της παράστασης. Μουσική ηχογραφημένη και ζωντανή με βαλκανικό γνώριμο ήχο, η ιστορία εξάλλου εξελίσσεται στη Θήβα, πατρίδα αρβανιτών.

Η Αντιγόνη θα το πει και θα το εννοεί « Μόνο η γη μας μένει πάντα πιστή.»

Ο Κρέοντας (Βασίλης Μπισμπίκης ) στην αρχή ψάχνει να βρει τα πατήματά του, αλλά εξελίσσεται σε έναν άξεστο, αγενή, βίαιο άνδρα δυνάστη που καταρρακώνεται από την τυφλότητά του και απομονώνεται τελικά από το σύνολο των ανδρών του Χορού, όταν η συμπεριφορά του έχει προκαλέσει την απόλυτη καταστροφή.

Ο φύλακας-αγγελιαφόρος, τον οποίο υποδύθηκε ο Κώστας Κορωναίος, ήταν υπερβολικός στην ερμηνεία του. Πολύ φοβισμένος και δουλικός έως κωμικός όταν του δίνει ένα πιάτο φαΐ ο Κρέοντας, υποβαθμίζοντάς τον σε κοιλιόδουλο κωμικό δούλο, σα να είναι ένα πεινασμένο σκυλί, αφού πρώτα τον είχε εκφοβίσει και εξευτελίσει. Με ευκολία αναφέρει τα πάντα στον Κρέοντα για την ταφή του Πολυνείκη από την Αντιγόνη, αλλά από την άλλη δεν είναι και χαρούμενος που στέλνει την μικρή αυτή κοπέλα στον δήμιο.

Η Μαρίνα Αργυρίδου στον ρόλο της Ευρυδίκης (σύζυγος του Κρέοντα) δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του ρόλου, μια θαμπή παρουσία.

Ο Χορός (Edgen LameΓιάννης Μαστρογιάννης ,Περικλής Σιούντας) άνδρες με σακάκια, κάπως μάγκες, όπως και ο Κρέοντας, όχι όμως δυνάστες, ενεργούν διαδραστικά, ειδικά ο Κορυφαίος (Ιεροκλής Μιχαηλίδης ) προσπαθώντας να συνετίσει τον Κρέοντα, να τον κάνει να σκεφτεί διαφορετικά. «Γκρεμός ο κόσμος και ο άνθρωπος ένας γκρεμός στην άκρη του γκρεμού…» και στην Αντιγόνη απευθύνεται με ευθύτητα και στοργή « τρελάθηκες παιδί μου;»

Για την Αντιγόνη οι θεοί νομοθετούν, όχι οι άνθρωποι. Δεν καταρρέει που την απειλεί ο Κρέοντας και τη θεωρεί ανόητη γιατί αυτός είναι ο ανόητος. Έκανε ό,τι θεωρούσε χρέος της και κανονικά θα έπρεπε να την τιμούν για αυτό, όχι να την οδηγούν στον θάνατο. Ο Χορό( (Edgen LameΓιάννης Μαστρογιάννης ,Περικλής Σιούντας)ς προσπαθεί να τον επαναφέρει να μην σκοτώσει τη γυναίκα του γιού του, όμως είναι αδιαπέραστος. Νέος είναι ο Αίμωνας, θα βρει άλλη.

Το ζεϊμπέκικο που εντάσσεται στην παράσταση και εν γένει η αντίστοιχη κίνηση του Χορού (Edgen Lame), είναι απόλυτα ενταγμένη στην πρόθεση του σκηνοθέτη και πράγματι κάνουν ένα αρμονικό σύνολο με την βαλκανική μουσική της παράστασης.

Ο Αίμων (Στρατής Χατζησταματίου )ενημερώνεται ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο κακό από την αναρχία και γι΄αυτό ο πατέρας του θα σκοτώσει την Αντιγόνη. Αν δεχτεί τον παραβάτη στο ίδιο του το σπίτι, πως θα επιβάλλει την τάξη στην κοινωνία; Δεν σκοπεύει να χάσει την εξουσία του από μια γυναίκα.

Ο Αίμων προσπαθεί να τον νουθετήσει, αλλά η σκηνή καταλήγει σε διαμάχη. « ούτε εγώ θα τη δω να πεθαίνει, ούτε εσύ θα με ξαναδείς ζωντανό μπροστά σου!»

Ο Χορός τραγουδά με πίκρα δεν μπορεί να δεχτεί αυτή την τιμωρία. Η καταλυτική παρουσία του Τειρεσία (Χρήστος Σαπουντζής ) σαν από μηχανής θεός, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, μιλώντας για το σαθρό κάθισμα της εξουσίας του Κρέοντα, εξ’ ου και οι κουτσές καρέκλες του σκηνικού (Kenny McLellan), και την άμετρη αλαζονεία του. Η υβριστική συμπεριφορά του Κρέοντα απέναντί του επιδεινώνει τα πράγματα μέχρι να οδηγηθεί να πει ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερος γκρεμός από την ανθρώπινη ανοησία και να καταλάβει ότι είναι ένα μηδενικό. Παρ΄όλα αυτά ζωντανοί και νεκροί συνυπάρχουν σε ένα γλέντι γύρω από το τραπέζι που, ενώ έχει διαλυθεί ανασυντάσσεται για να θριαμβεύσει η ζωή, η χαρά και η αισιοδοξία.

Το ζεϊμπέκικο του τέλους, τα χτυπήματα στη γη, εκφράζουν την κατάρρευση του δυνάστη και τον βαθύ του πόνο.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιλογή των ηθοποιών βάσει της αναγνωσιμότητάς τους, δεν επαρκεί, αν δεν έχουν σε βάθος διδαχθεί πώς να διαχειριστούν παρόμοια κείμενα. Κάποιοι που είναι μεγαλύτεροι ηθοποιοί με πείρα αντεπεξήλθαν, άλλοι όμως παρέμεναν μετέωροι. Επίσης η τραγωδία «μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας, μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ, χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι' ἀπαγγελίας, δι' ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν» δεν μπορεί να διακόπτεται σε μέρη, σε μικρά επεισόδια, σα να ήταν σειρά, να κλείνουν τα φώτα και οι θεατές να ξεσπούν σε χειροκροτήματα. Δεν πρόκειται για ακροβατικά, αλλά για διδασκαλία. Με τον τρόπο αυτόν δίνεται μια λανθασμένη εντύπωση σε κάποιον που δεν έχει παρακολουθήσει άλλη φορά θέατρο και τραγωδία στην Επίδαυρο. Το γεγονός αυτό μας απομάκρυνε από τον ‘’φόβο και το έλεος’’ απαραίτητες προϋποθέσεις για την ευκταία και βέβαια ανύπαρκτη κάθαρση.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΑνοιχτή πρόσκληση στο πρόγραμμα κατάρτισης Atelier for Young Festival Managers
Επόμενο άρθροH «Ελένη» «έλαμψε» στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου