Κριτική για την παράσταση "Λαλαλώ και Ρεπετέ"

Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Όπως και στο « Μακτούμπ», το προηγούμενο έργο της, έτσι και σ’ αυτό, η συγγραφέας Μαίη Σεβαστοπούλου, αναφέρεται σε κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης εποχής με τις ανησυχίες, τα αδιέξοδα και τους προβληματισμούς  που βαραίνουν τους περισσότερους ανθρώπους, πολύ κοντινούς στον καθένα και βέβαια εμάς τους ίδιους.

Ανθρώπους που η ζωή θέλησε να ανατρέψει το πεπρωμένο τους, όπως με τις  Ελληνίδες Αιγυπτιώτισες του προηγούμενου έργου, οι οποίοι άφησαν εκείνο τον τόπο με όσα αγαθά αυτός ήταν προικισμένος, με πολιτισμό, πλούτη και οικονομική ευμάρεια για να καταλήξουν εκδιωγμένοι στην Ελλάδα παλεύοντας με μια άλλη πραγματικότητα, σκληρή και εχθρική απέναντί τους.

Τώρα, στο «Λαλαλώ και Ρεπετέ», αναδεικνύει την κωμικοτραγική διάσταση της ματαίωσης που βιώνουν οι άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τα όνειρά τους να θρυμματίζονται, καθώς ζουν σε μια υποβαθμισμένη γειτονιά της Αθήνας. Οι επιλογές τους, τους έχουν καθορίσει και τραυματίσει. Εκείνη η μάνα, η  Λαλαλώ (Μαρία Μακρή), παλιά κομμουνίστρια που τώρα συμμετέχει πια σε πορείες, σχεδόν εθιμοτυπικά, από κεκτημένη ταχύτητα, με μια έντονη κοινωνικότητα, η οποία ως επί το πλείστον περιορίζεται σε συνομιλίες στο τηλέφωνο με τη γειτόνισσα. Το σπίτι της με ρούχα πεταμένα παντού, ενδεικτικά της εσωτερικής της αποδιοργάνωσης.

Ο λόγος της ηρωίδας ρέων, αυθόρμητος, κάτι που οφείλεται, βέβαια, στην έξοχη απόδοση της Μαρίας Μακρή. Ο γιος της (Χρήστος Συριώτης) την ταλαιπωρεί. Θα φταίει που εκείνη «καυλομαχούσε μέσα στο πολυτεχνείο», όπως η ίδια λέει κάπου χαρακτηριστικά, γι΄αυτό εκείνος βγήκε ανεπρόκοπος. Αυτός επιθετικός, κακομαθημένος, σκαλίζει με εμμονή τη μύτη του, αμέτοχος σε όλα μέσα στο σπίτι, αλλά και απών από τη ζωή του γι’  αυτό κι εκείνη απευθυνόμενη σ’  αυτόν τον κατηγορεί λέγοντάς του: « Μένεις εδώ σαν να μένεις σε Airbnb!»

Η Μαρία (Μαίη Σεβαστοπούλου), η φίλη γειτόνισσα και συνομιλήτρια από το μπαλκόνι και μόνο, μετά από τόσα χρόνια που γνωρίζονται έρχεται στο σπίτι της Λαλαλώ, αναζητώντας την και έτσι διακόπτει το Φώτη, που έχοντας πάρει τα παιδικά του, μωρουδιακά παιχνίδια απολαμβάνει την αίσθηση της τρυφερότητας, που του έλειψε, όταν η μάνα του έτρεχε στις πορείες ή συνευρίσκονταν με τους ερωτικούς της συντρόφους που έφερνε στο σπίτι κρατώντας κλειδωμένο το γιο της στο πατάρι. Ποια είναι η ευθύνη όλων αυτών των στρατευμένων που δημιούργησαν εξαμβλώματα και διαταραγμένα, κοινωνικά αλλά και προσωπικά, άτομα;

Με αστείο τρόπο εμφανίζεται καταλυτικά η «Σούζυ» (Κλεοπάτρα Ροντήρη), θύμα του γιου της Λαλώ που την έχει ξυλοφορτώσει, γιατί αυτό κάνει κρυμένος στα σκοτάδια, μες στο άλσος: Δέρνει τις γυναίκες που τυχαίνει να περάσουν, εκδικούμενος την ίδια τη μητέρα του που τον παραμελούσε. Η Σούζυ, μοναχική και  προβληματική προσωπικότητα επίσης,  είναι πρόθυμη να παντρευτεί το  Φώτη ακόμα κι αν τη δέρνει. Παριστάνει την πλούσια, δηλώνει ότι πάσχει από αυτοάνοσο και η Λαλαλώ, είναι έτοιμη να την παντρευτεί η ίδια αν δε θέλει ο γιος της. Παραβλέπει όλα τα μικρά ελαττώματα μπροστά στο χρήμα.  Μέσα από κωμικές καταστάσεις αποκαλύπτεται η αλήθεια, η Σούζυ μια φτωχή κοπέλα, που προσπαθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα και με τα ψέματα, ανεχόμενη έναν άχρηστο, τεμπέλη, που τον αναβαθμίζει σε ιδιοφυία και σε άξιο να πάρει το Πούλιτζερ ή το Νόμπελ, κι ας αναζητά εκείνος επίμονα τα αυτοκινητάκια του στις κρίσεις παλιμπαιδισμού του.

Στη συνέχεια η Λαλαλώ μαθαίνει ότι ο γιος της έδειρε και μια μολδαβή κι ότι τον κυνηγά η αστυνομία οπότε συγχύζεται για να καταρρεύσει αμέσως εξουθενωμένη, σχεδόν λιπόθυμη. Ο γιος της , που της έχει χρεώσει όλα τα δεινά που τον έχουν βρει την εμπαίζει: «Έχεις πίεση, αλλά δεν ψοφάς!»

Η Μαίη Σεβαστοπούλου παρουσιάζει με τρόπο αληθινό και με μια γλώσσα άμεση, τύπους ανθρώπων πολύ καθημερινών και μάλιστα ανθρώπων που έχουν χτυπηθεί από τη μοίρα. Τους ήρωές της δεν τους κατακρίνει. Τη Λαλαλώ, εργάτρια κάποτε σε φάμπρικα γιαουρτιού, «κουκουετζού», φανατική και πάντα παρούσα σε πορείες, τη συμπονά για την κατάντια της όπως και γι’ αυτή του γιου της και κυρίως για την εγκατάλειψη των ιδεών της, καθώς εμφανίζεται πρόθυμη να αποδεχθεί το γάμο του γιου της με την πολύφερνη πλοιοκτήτρια νύφη. Αντιμετωπίζει κι εκείνον με συμπάθεια για το αδιέξοδό του που αντανακλά το αδιέξοδο μιας ολόκληρης ευνουχισμένης γενιάς. Ο θεατής μέσα από την κωμωδία αυτή αναρωτιέται πού έχει γίνει το λάθος. Αυτός είναι και ο στόχος της Μαίης Σεβαστοπούλου. Ας γελάσουμε λίγο με την κατάντια μας, και ας δούμε μετά τι μπορούμε να κάνουμε για να την αλλάξουμε.

Η σκηνοθεσία είναι απλή και ουσιαστική. Τίποτα περιττό. Μεστές οι ερμηνείες της Μαίης Σεβαστοπούλου, της γειτόνισσας φίλης στο απέναντι μπαλκόνι, με τη φιλική επικοινωνία, κυρίως από τηλέφωνο και από τα παράθυρα, που όμως όταν χρειάστηκε, ήταν δίπλα στη Λαλαλώ, επιβεβαιώνοντας τη ρήση « ο γείτονας και ο Θεός». Η Μαρία ή Μπαλκόνα, παρατσούκλι που της έχει αποδώσει η Λαλαλώ επειδή κάθεται με τις ώρες εκεί, πάντα με προσεγμένο ντύσιμο, ακόμα και για την πιο ανεπίσημη μετακίνησή της. Η Λαλαλώ (Μαρία Μακρή) μια συνταξιούχος που νιώθει ότι έφυγε η ζωή της και έρχεται αντιμέτωπη με τον ανισόρροπο και συναισθηματικά ασταθή γιο της, παιδί που έκανε με έναν φοιτητή, αγωνιστή μέσα στο Πολυτεχνείο, έναν τύπο που φόραγε περίεργο καπέλο, τρικαντό σαν αυτό του Ναπολέοντα. Εκεί αποδίδει την κατάληξη του παιδιού της. Οι δύο φίλες έχουν μια εξαιρετική αλληλεπίδραση που δίνει κίνηση και ρυθμό στην παράσταση , ενώ οι ερμηνείες τους προκαλούν ένα γλυκό γέλιο και έναν πικρό στοχασμό.

Ο Χρήστος Συριώτης,  πολύ καλός στο ρόλο του ανώριμου, απωθητικού κι απροσάρμοστου γιού, προκαλεί πράγματι τον οίκτο όταν παλιμπαιδίζει και διαδηλώνει το συναισθηματικό του έλλειμμα.  Το ίδιο και η Κλεοπάτρα Ροντήρη, περιφέρει το ψέμα της και είναι πρόθυμη να ανεχτεί τα πάντα για να ξεφύγει από την ανελέητη μοναξιά και το φόβο αυτής της μοναξιάς. Έτσι τραυλίζει, χωρίς να μπορεί να μιλήσει με ροή και να εκφράσει τη σκέψη της, ενώ επαναλαμβάνει συγκαταβατικά εκφράσεις, για να της δώσει τη Λαλαλώ το ψευδώνυμο Ρεπετέ από το γαλλικό repetition, δηλαδή επανάληψη.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

1 ΣΧΟΛΙΟ