Κριτική για την παράσταση "Τίτος Ανδρόνικος"

Από την Υπ. Διδάκτωρα Θεατρολογίας Σιμόνη- Μαρια Γκολούμποβιτς 

Ο Τίτος Ανδρόνικος, στο πρωτότυπο "The Lamentable Tragedy of Titus Andronicus", είναι η πρώτη τραγωδία του Ουίλιαμ Σαίξπηρ και γράφτηκε μεταξύ του 1588 και του 1593. Είναι ένα έργο που πραγματεύεται την ευρεία έννοια της εκδίκησης, που αρχίζει με βιασμούς και ακρωτηριασμούς και ολοκληρώνεται με θυέστεια δείπνα. Σε αντίθεση με τα άλλα ρωμαϊκά έργα του Σαίξπηρ πρόκειται για προϊόν μυθοπλασίας και όχι για αληθινή ή βιογραφική ιστορία. Το έργο ανέβηκε στην σκηνή του Yugoslav Urban Theater στο Βελιγράδι σε σκηνοθεσία του Andras Urban.

Ο σκηνοθέτης απέδωσε την εν συνόλω ωμότητα και βιαιότητα του έργου ενταγμένη σε σύγχρονο σκηνογραφικό και ενδυματολογικό πλαίσιο με heavy metal στοιχεία (Dusan Milosavljevic/Lina Lekovic) που συνοδεύονταν και από την ζωντανή μουσική επί σκηνής από τη μουσικό Irena Popovic. Το σκηνικό λιτό μεν αλλά λειτουργικό αποτελούνταν μόνο από μια κλούβα φορτηγού, η οποία αποτέλεσε το βασανιστήριο στο οποίο συντελούνταν όλες οι αποτρόπαιες πράξεις βιασμών και ακρωτηριασμών, μπροστά όμως στα μάτια των θεατών με απόλυτη ωμότητα και ρεαλισμό. Αυτήν τη νέα πραγματικότητα οι θεατές δεν την ερμήνευαν μονάχα αλλά την βίωναν ταυτόχρονα. Όλη η σκηνοθετική προσέγγιση προκάλεσε στους θεατές δέος, τρόμο, έκπληξη, αγωνία περιέργεια, συμπόνια και πόνο. Η περφόμανς υπό αυτήν την έννοια δημιουργούσε μια κατάσταση εντός της οποίας οριζόταν εκ νέου δυο σχέσεις που είναι βασικές τόσο σε μια ερμηνευτική όσο και σε μια σημειολογική αισθητική.

Η μετατόπιση της εστίασης από τις πράξεις δια της ομιλίας στις σωματικές δράσεις αποδόθηκαν στο έπακρο από τους ηθοποιούς. Η κατανομή των ηθοποιών στον χώρο και η εισόρμησή τους στην πλατεία με τα κουστούμια, τις περούκες, το έντονο μακιγιάζ – που άγγιζε τα όρια του ρεαλιστικού- χαρακτηρίστηκε από συντονισμό και προσέφερε στους θεατές ασυνήθιστες δυνατότητες αντίληψης και εμπειρίας. Εξαιρετικός ο Goran Susljik στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Τίτου Ανδρόνικου. Με απόλυτη αρτιότητα τόσο στην έκφραση όσο και στην κινησιολογία μετέβη στην διαδικασία της επιτελεστικής παραγωγής δραματοποιώντας και αναπαράγοντας μια ιστορική κατάσταση. Έμμετρη νευρικότητα, αχαλίνωτο πάθος, βραχνά ουρλιαχτά, παλλόμενη μεταξύ των ορίων του υγιούς, του άρρωστου και του παθολογικού θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν την ερμηνεία της Andjelika Simic ως Ταμόρα, γυναίκα του Τίτου Ανδρόνικου. Η Jovana Belovic μέσω της ιδιαίτερης μεταχείρισης της εκφραστικότητας αλλά και του σώματός της ως Λαβινία κέντρισε το ενδιαφέρον της προσοχής του κοινού. Ιδιαίτερα ανατριχιαστική ήταν η σκηνή βιασμού της που συνοδευόταν με σπαρακτικό κλάμα, κραυγές και ακρωτηριασμό χεριών και γλώσσας καθώς και η κατοπινή αποκάλυψη των βιαστών της κρατώντας ένα ξύλο με τα δόντια της στον πατέρα της Τίτο.

Ο Veljko Stevanovic μεταμορφώθηκε τον άπληστο και ανέντιμο Ααρών, εραστή της Ταμόρας, που αντιπροτείνει τη ζωή των γιων του Τίτου με τον ακρωτηριασμό του ενός χεριού του. Ο Ααρών όμως δεν κράτησε τον λόγο του και του παρέδωσε τα κεφάλια των δυο γιων του. Οι Joakim Tasic (Σατούρνιος), Dragan Sekulic (Βασσιανός), Mladen Lero (Μάρτιος και Μόυτιος), Milan Bobic (Κουίντος), γιοι του Τίτου καθώς και οι Luka Sevic (Λεύκιος), Luka Antonijevic (Χείρωνας) και Petar Petrovic (Δημήτριος), γιοί της Ταμόρας, μετατόπισαν την εστία από το σώμα ως φορέα σημείων και στον εκφραστή και πομπό συγκεκριμένων σημασιών. Οι ερμηνείες τους -ενίοτε δυνατές και άλλοτε απωθητικές- επηρέασαν τον βαθμό και το εύρος συμμετοχής, ενδιαφέροντος και της έντασης των αντιδράσεων των θεατών. Ο Lazar Djukic έδωσε μια εξαιρετική ερμηνεία ως Μάρκος Ανδρόνικος, αδελφού του Τίτου, που βρίσκει την ακρωτηριασμένη Λαβινία να περιπλανάται στο δάσος και την οδηγεί στον πατέρα της.

Συμπερασματικά, ο Τίτος Ανδρόνικος ως ένα άγριο παραμύθι εκδίκησης και σύγκρουσης της αρετής με την κακία, του δίκαιου με το άδικο, του καλού με το κακό κατόρθωσε να κάνει αισθητό πως η θεατρική πράξη συνδέεται με μηχανισμούς που διατηρούν σε κίνηση τη λούπα της ανάδρασης .

 

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο θάνατος του Αυτοκράτορα της Ρώμης, διχάζει την πόλη, καθώς τον θρόνο διεκδικούν οι δυο του γιοί, Σατουρνίνος και Βασσιανός. Ο λαός, όμως, επιλέγει για Αυτοκράτορα τον Τίτο Ανδρόνικο που λείπει για καιρό σε εκστρατεία κατά των Γότθων και επιστρέφει νικητής. Από τους εικοσιπέντε γιους του, επέζησαν μόνο οι τέσσερις. Φέρνει αιχμάλωτους την βασίλισσα των Γότθων, Ταμόρα, και τους τρεις γιους της, τον Χείρωνα, τον Δημήτριο και τον Άλαρβο. Ο Τίτος θυσιάζει τον Άλαρβο στην μνήμη των χαμένων γιων του. Αρνείται το στέμμα και το παραδίδει στον Σατουρνίνο, καθώς είναι ο μεγαλύτερος. Του προτείνει, μάλιστα, να τον παντρέψει με την κόρη του, την Λαβινία. Η Λαβινία, όμως, είναι αρραβωνιασμένη με τον Βασσιανό, που την υπεραγαπά. Ο Βασσιανός αναγκάζεται να την κλέψει και οι γιοί του Τίτου τον βοηθούν. Ο Τίτος, πάνω στον θυμό του, σκοτώνει τον ένα του γιο, τον Μούτιο.

Ο Σατουρνίνος παντρεύεται την Ταμόρα και, για να συμφιλιωθούν, ο Τίτος τον καλεί σε κυνήγι την επόμενη μέρα. Εκεί, προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατο του γιου της, η Ταμόρα πλέκει ένα σχέδιο εκδίκησης. Βάζει τους γιους της να δολοφονήσουν τον Βασσιανό, να βιάσουν την Λαβινία και να της κόψουν τα χέρια και την γλώσσα. Πετάνε το πτώμα του Βασσιανού σε μια λακούβα, όπου παγιδεύουν τους δυο άλλους γιους του Τίτου, τον Μάρτιο και τον Κουίντο. Έτσι, ενοχοποιούνται για τον φόνο και καταδικάζονται σε θάνατο. Ο Μάρκος, ο αδελφός του Τίτου, βρίσκει την ακρωτηριασμένη Λαβινία να περιπλανάται στο δάσος, και την οδηγεί στον πατέρα της. Ο Ααρών, εραστής της Ταμόρας, του λέει πως θα γλυτώσουν οι γιοι του, με αντάλλαγμα ένα χέρι. Ο Τίτος δέχεται να του κόψει το χέρι. Όμως, ο Ααρών του παραδίδει τα κεφάλια των δυο γιων του.

Ο Λεύκιος, ο μόνος γιος του Τίτου που έμεινε, φεύγει για να μαζέψει στρατό από Γότθους και να κινηθεί ενάντια στην Ρώμη. Στο μεταξύ, ο Τίτος πέφτει σε μια τρέλα μισοψεύτικη-μισοαληθινή. Η Λαβινία, κρατώντας ένα ξύλο με τα δόντια, και καθοδηγώντας το με τα κουλά της, γράφει στο χώμα τα ονόματα των βιαστών της, και ο Τίτος βάζει στόχο να τους εκδικηθεί. Παράλληλα, η Ταμόρα γεννάει ένα μωρό. Επειδή, όμως, είναι μαύρο, είναι εμφανές πως είναι του Ααρώνος. Αυτός, για να σώσει το παιδί του, σκοτώνει την μαμή και το σκάει. Πέφτει, όμως, στο γοτθικό στρατό του Λευκίου, ο οποίος διατάζει την εκτέλεσή του. Ο Τίτος καλεί τον Λεύκιο και τον Σατουρνίνο σε δείπνο συμφιλίωσης στο σπίτι του. Η Ταμόρα και οι δυο γιοι της τον επισκέπτονται μασκαρεμένοι και του λένε πως είναι η Εκδίκηση, ο Φόνος και ο Βιασμός. Ο Τίτος ζητάει να μείνει μόνος με τον Φόνο και τον Βιασμό, ξέροντας ποιοι είναι. Τους σφάζει, και το αίμα μαζεύει σε μια λεκάνη η Λαβινία.

Η ώρα του δείπνου φτάνει. Ο Τίτος ρωτάει τον Σατουρνίνο αν ένας πατέρας πρέπει να σκοτώσει την κόρη του, αν την έχουνε βιάσει. Όταν ο Σατουρνίνος απαντάει πως ναι, ο Τίτος σκοτώνει την Λαβινία. Αποκαλύπτει πως ο Δημήτριος και ο Χείρων την είχανε βιάσει και αυτός με την σειρά του εκδικήθηκε σκοτώνοντάς τους, ενώ μετά τους κομμάτιασε και έφτιαξε από το κρέας τους τις πίτες, που η Ταμόρα έφαγε με τόση όρεξη. Σκοτώνει την Ταμόρα, ο Σατουρνίνος σκοτώνει τον Τίτο και ο Λεύκιος σκοτώνει τον Σατουρνίνο και στέφεται νέος Αυτοκράτορας. Ο αμετανόητος Ααρών θάβεται ζωντανός, ενώ το σώμα της Ταμόρας γίνεται βορά για τα θηρία.

 

Η κριτική στα σέρβικα

Тит Андроник, првобитно "Тужна трагедија Тита Андроника", прва је трагедија Вилијема Шекспира и написана је између 1588. и 1593. То је комад који се бави широким концептом освете, почевши од силовања и сакаћења и завршавајући са вечерама у тиестији. . За разлику од других Шекспирових римских драма, ово је дело фикције, а не истинита или биографска прича. Представа је постављена у Југословенском урбаном позоришту у Београду у режији Андраша Урбана.

Свеукупну суровост и насилност дела редитељка је интегрисала у модеран сценографски и костимографски контекст са хеви метал елементима (Душан Милосављевић/Лина Лековић) уз живу музику на сцени коју је пратила музичарка Ирена Поповић. Скромна, али функционална сцена састојала се само од камионског кревета, који је био мучилиште у коме су се одвијали сви гнусни акти силовања и сакаћења, али пред очима гледалаца са апсолутном бруталношћу и реализмом. Ову нову стварност гледаоци нису само тумачили, већ и доживљавали у исто време. Читав редитељски приступ изазвао је страхопоштовање, ужас, изненађење, узнемиреност, радозналост, саосећање и бол код публике. Перформанс у овом смислу створио је ситуацију унутар које су редефинисана два односа који су фундаментални и за херменеутичку и за семиотичку естетику.

Пребацивање фокуса са акција преко говора на физичке радње глумци су у потпуности извели. Распоред глумаца у простору и њихов улазак на трг са костимима, перикама, интензивном шминком – која је дотицала границе реалистичног – одликовала је координација и пружала гледаоцима необичне могућности перцепције и доживљаја. Горан Шушљик је одличан у главној улози Тита Андроника. Са апсолутним савршенством и у изразу и у кинезиологији, ушао је у процес перформативне продукције, драматизујући и репродукујући историјску ситуацију. Одмерена нервоза, необуздана страст, промукли крици, пулсирање између граница здравог, болесног и патолошког могли би да окарактеришу наступ Анђелике Симић у улози Таморе, жене Тита Андроника. Јована Беловић је кроз посебан третман своје експресивности и тела као Лавинија привукла пажњу публике. Посебно је застрашујућа била њена сцена силовања праћена срцепарајућим плачем, вриском и сакаћењем руку и језика, као и накнадним открићем да њени силоватељи зубима држе штап њеном оцу Титу.

Вељко Стевановић је преобразио похлепног и непоштеног Арона, Тамориног љубавника, који се супротставља животу Титових синова тако што му је ампутирао једну руку. Арон, међутим, није одржао реч и предао му је главе своја два сина. Јоаким Тасић (Сатурније), Драган Секулић (Басијан), Младен Леро (Марције и Муције), Милан Бобић (Квинт), синови Титови као и Лука Шевић (Леукије), Лука Антонијевић (Хирон) и Петар Петровић (Деметрије), Тамориних синова, померио тежиште са тела као носиоца знакова на изражаваоца и преносиоца специфичних значења. Њихови наступи - понекад моћни, а понекад одбојни - утицали су на степен и опсег учешћа публике, интересовање и интензитет реакција. Лазар Ђукић је одлично извео улогу Титовог брата Марка Андроника, који проналази унакажену Лавинију како лута шумом и води је до оца.

У закључку, Тит Андроник је као дивља прича о освети и сукобу између врлине и порока, праведног и неправедног, доброг и злог успео да учини да се осети да је позоришни чин повезан са механизмима који одржавају петљу повратне спреге у покрету.

Προηγούμενο άρθροOutReach Project 2 | Θεατρικές Προσεγγίσεις στη Διαφορετικότητα και στην Αποδοχή
Επόμενο άρθροΣυνέντευξη με την ηθοποιό Νόνη Ιωαννίδου για την παράσταση "Αθώος ή Ένοχος"