Κριτική για την παράσταση "Θέλω να σου κρατάω το χέρι"

Από τη θεατρολόγο Ραφαέλα Χαμπίπη

Το 1963, οι Beatles ηχογραφούν το τραγούδι «I want to hold your hand» και περιγράφουν με τον πιο απλό και τρυφερό τρόπο το μεγαλείο της συντροφικότητας. Το τραγούδι αποτέλεσε έμπνευση για την πρώτη απόπειρα συγγραφής θεατρικού έργου από τον Τάσο Ιορδανίδη. Το «Θέλω να σου κρατάω το χέρι» παρουσιάζεται στο θέατρο Άλφα σε σκηνοθεσία και μουσική επιμέλεια της Θάλειας Ματίκα. Το ζευγάρι πρωταγωνιστεί σε μία παράσταση για την πολυπλοκότητα της απλής - συμβατής ετεροφυλοφιλικής σχέσης. Ποιοι είναι οι σύγχρονοι παράγοντες που εμποδίζουν τη συμπόρευση;

Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ημιδιαμονής, ένας άνδρας περνάει τις μέρες του παρέα με καταχρήσεις, πεταμένα ρούχα, θορύβους εφήμερου έρωτα από τα διπλανά δωμάτια και μπουκαλάκια νερό που θυμίζουν μάταιη σανίδα σωτηρίας και ενυδάτωσης. Δίχως να είναι ντυμένος αλλά ούτε και γυμνός, μοιάζει να ετοιμάζεται για φυγή αλλά να αλλάζει τελευταία στιγμή τη γνώμη του. Στην εξορία του δωματίου εισβάλλει ανά διαστήματα μία γυναίκα η οποία κουβαλά μαζί της τα βάρη του έξω κόσμου αλλά και της προσωπικής της ζωής. Εκείνη επιφέρει μία νευρικότητα στον κατά τα άλλα νεκρό χώρο και προ(σ)καλεί τον άνδρα να μοιραστεί μαζί της όσα θέλει να θάψει βαθιά μέσα του. Οι δύο εραστές τραβούν με παθητική επιθετικότητα, ο ένας τον άλλον προς μία διαφορετική αφετηρία δίχως να συνειδητοποιούν πως οδεύουν στον ίδιο δρόμο.

Οι ερωτικές σχέσεις, μασκαρεμένες με τη σοβαροφάνεια που ακολουθεί τη νομική κατοχύρωσή τους, ξεκινούν με πλήθος αναλήθειας και προσπαθειών κατασκευής υπερεγώ που εντυπωσιάζουν τον άμεσα ενδιαφερόμενο αλλά και το ίδιο το πρώτο πρόσωπο που επιθυμεί να βιώσει έναν σύντομο μύθο, μία μικρή συμπαθητική ρομαντική ιστορία. Δημιουργούνται σχέσεις μονόπλευρες με το κάθε μέρος να σχετίζεται με το είδωλο του ετέρου, ιδωμένο αλλοιωμένα σαν από μία ανάμνηση. Ο Ιορδανίδης και η Ματίκα παρουσιάζουν στη σκηνή ένα ζευγάρι που ξαναγνωρίζεται μέσα από τα συντρίμμια της πρώτης, της ωραιοποιημένης σχέσης τους και που εξαιτίας του ίδιου του καταναγκαστικού εξωραϊσμού δεν άντεξε την αναπόφευκτη γείωση που επέφερε ο χρόνος και οι εξωτερικοί παράγοντες.

Σημαντικό στοιχείο της παράστασης είναι το ζήτημα των πολλαπλών ταυτοτήτων και της καταπίεσης αυτών μέσα από τους ρόλους που τα δύο φύλα αναλαμβάνουν να ενσαρκώσουν κατά την τελετουργία εκείνου που βαφτίζεται σχέση. Η γυναίκα ως διπλά καταπιεσμένο ον, καλείται όχι μόνο να επιβιώσει σε εργασία και σπίτι αλλά να σώσει και την υπόλοιπη οικογένεια, θυσιάζοντας πρωταρχικά την ίδια της την αυτόνομη ύπαρξη. Δε δικαιούται να ζει δίχως πρόσημο εργαζόμενης, συζύγου, ερωμένης, μητέρας. Δε δικαιούται να μη σχετίζεται και απλώς να ζει. Η δυναμικότητά της δεν είναι απαραίτητα επιλογή αλλά προϊόν ανάγκης. Από την άλλη ο άνδρας παλεύει να πληροί βαθειά ριζωμένα μέσα του αρχέτυπα. Η παραμικρή υπόνοια της αδυναμίας του να διατηρήσει την πατριαρχεία σε σπίτι και δουλειά, αναιρεί τον κόσμο όπως τον πίστευε, τον μουδιάζει, τον καθηλώνει σε μία αδράνεια που δεν απορροφά μόνο εκείνον στην άβυσσο αλλά συμπαρασέρνει και την οικογένειά του. Το ζευγάρι της σκηνής αποφασίζει να «παίξει» τους ρόλους που επιλέγει συνειδητά και όχι εκείνους που ανέλαβε καταναγκαστικά. Μέσα από τους έμφυλους ρόλους, η συσχέτιση γίνεται τοξική συγχώνευση και δε συνάδει με τη συμπόρευση, αντίθετα αποτελεί βασική τροχοπέδη αυτής. Όμως ποιος ρόλος και ποια σύσταση είναι πιο κοντά στην αλήθεια;

Τα σκηνικά της Ηλένιας Δουλαδήρη δημιουργούν ένα πεδίο φαινομενικά αντίρροπο του έγγαμου βίου και παρά τη ρεαλιστική απεικόνιση της σαθρότητας ενός ξενοδοχείου ημιδιαμονής, κατορθώνουν να αποτελέσουν διέξοδο από την αποπνικτική και εξαντλητική νομιμότητα. Τα κοστούμια, της ίδιας, ξετυλίγουν τις ψυχικές διαστάσεις των δύο ηρώων. Από τη μία η καταναγκαστική σοβαρότητα της γυναίκας καριέρας που ασφυκτιεί στα κοστούμια της και αγκομαχά πάνω στα τακούνια της και από την άλλη η κατάρρευση του άνδρα που βρίσκεται στον αέρα, δίχως μέλλον, δίχως πλάνο, ανάμεσα στη θέληση για επανεκκίνηση και στην ανάγκη να επαναπαυτεί στην άνετη ρόμπα του, να εξαφανιστεί, να κοιμηθεί. Ξανασυστήνονται σε μία σαθρότητα, ουδέτερη αλλά πιθανότατα καλύτερη της οικογενειακής τους εστίας, ντυμένοι με το θεατρικό κοστούμι των έμφυλων ρόλων τους.

Οι ερμηνείες των Ματίκα – Ιορδανίδη, ισορροπούν προσεκτικά ανάμεσα στις συναισθηματικές μεταπτώσεις και αποκαλύπτουν μια βαθειά εσωτερική κατάθεση ανησυχιών και βιωμάτων με αλληλοϋποστήριξη τόσο στην καλλιτεχνική όσο και στην προσωπική προσπάθεια που απαιτεί το ανέβασμα της παράστασης.

Με εξόφθαλμη επιρροή από Πίντερ και – γιατί όχι – Μπέργκμαν, ο Τάσος Ιορδανίδης και η Θάλεια Ματίκα συνδημιουργούν μία σκηνική πραγματικότητα, δυνατή σε σχετικότητα με τη ρεαλιστική και παντοδύναμη καθημερινότητα. Πρόκειται δίχως δεύτερη σκέψη, για μία “relatable” με «κωμικές ανακουφίσεις» και νοσταλγική μουσική επιμέλεια παράσταση, χαρακτηριστικά που αν και σίγουρα δε σπανίζουν τελευταίως, συμβάλλουν στην επιδερμική ευχαρίστηση του κοινού αλλά και στην αναμφισβήτητα σημαντική και απαιτούμενη ταύτιση του με τους εκάστοτε ήρωες.

Μία άρτια και ταυτόχρονα συγκινητική παράσταση, ιδανική για ζευγάρια αλλά και για θεατές που αναζητούν μία ενδεικτική ιστορία που μοιάζει με τη δική τους ή και των γονιών τους και αναδεικνύει τη σημασία της συμπόρευσης στις ανθρώπινες σχέσεις.

Πληροφορίες για την παράστασηΕδώ

Προηγούμενο άρθροΕργαστήρι υποκριτικής ενηλίκων στη Θεσσαλονίκη: «1 Εκατομμύριο Ιστορίες».
Επόμενο άρθρο"Έφυγε" ο ηθοποιός Πάνος Νάτσης