6012

Αρίστος

Αρχείο Παίχτηκε από 05/02/2018 έως 03/06/2018
στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
Διάρκεια: 80'
Κείμενο: βασισμένο στο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο γύρος του θανάτου»
Συγγραφέας: Θωμάς Κοροβίνης
Διασκευή: Θεοδώρα Καπράλου
Σκηνοθέτης: Γιώργος Παπαγεωργίου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Ερμηνεύουν: Έλενη Ουζουνίδου, Γιώργος Μπινιάρης, Γιώργος Χριστοδούλου

Περιγραφή

Το βραβευμένο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη με κεντρικό θέμα τη ζωή του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «Δράκου του Σέιχ Σου», μεταφέρεται στη σκηνή, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου.

Περισσότερα

GOO Theatre Company

Κάτω Χώρος

Εννέα χαρακτήρες που συνδέονται με τον Αριστείδη Παγκρατίδη, μέσα από τις χειμαρρώδεις, υποβλητικές εξομολογήσεις τους, μιλώντας διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με τα βιώματα, τον χαρακτήρα και τον ρόλο τους, συνθέτουν το προφίλ του “Αρίστου”.

Ο φίλος από την Τούμπα, η παραδουλεύτρα γειτόνισσα της μάνας του, ένας αχθοφόρος του λιμανιού, ο παρακρατικός δωσίλογος περιπτεράς, ένας χωροφύλακας δημοκρατικών φρονημάτων, ένας συντηρητικός αστός της παραλίας, το αφεντικό του σε ένα λαϊκό πανηγύρι, η τραβεστί Λολό και μία λαϊκή τραγουδίστρια (οι δύο έρωτες του), ερμηνευμένοι επί σκηνής από τρεις ηθοποιούς (Ελένη Ουζουνίδου, Γιώργος Μπινιάρης, Γιώργος Χριστοδούλου).

Οι ερμηνευτές ζωντανεύουν μια ιστορία που μεταφέρει τους θεατές στις αλάνες της Θεσσαλονίκης, στις σκοτεινές πλευρές του λιμανιού, στα υπαίθρια πανηγύρια και στα μπουζουξίδικα της παλιάς Θεσσαλονίκης, σε ένα σκηνικό χρόνο που φτάνει μέχρι το 1960, όταν γίνεται είκοσι χρονών ο βασικός ήρωας στον οποίο όλοι αναφέρονται, δηλαδή ο Αριστείδης Παγκρατίδης, ο φερόμενος ως «Δράκος του Σέιχ Σου», τον οποίο ο τύπος του 1963 (Ελληνικός Βορράς) τον αποκαλούσε «νεαρό ανώμαλο». Το 1966 καταδικάστηκε τετράκις σε θάνατο από το πενταμελές εφετείο Θεσσαλονίκης. Η εκτέλεσή του έγινε στο μέρος που ήταν συνδεδεμένο με το όνομά του, το Δάσος του Σέιχ Σου. Οι τελευταίες λέξεις που ψέλλισε ήταν «Μανούλα μου, είμαι αθώος».

* Το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη “Ο Γύρος του Θανάτου” τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος

Μουσική επιμέλεια: Θωμάς Κοροβίνης
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Φωτογραφίες: Δομνίκη Μητροπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαρία Προϊστάκη

Φωτογραφίες

Βίντεο

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Τα έργο πραγματεύεται την εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη, σε ηλικία 28 ετών, το 1968. Πριν 50 χρόνια, καταδικάστηκε τετράκις εις θάνατον αφού θεωρήθηκε ένοχος για τα κατά συρροή εγκλήματα στο δάσος του Σέιχ Σου. Ο « Δράκος» - δολοφόνος, πλησίαζε και σκότωνε ζευγάρια, σπάζοντας τα κεφάλια των θυμάτων του και βιάζοντας εν συνεχεία τις γυναίκες. Τα ειδεχθή αυτά εγκλήματα είχαν συνταράξει τότε την τοπική κοινωνία, καθώς το δάσος του Σέιχ Σου - όνομα που σημαίνει «οι πηγές του Σεΐχη» - χώρος αναψυχής για τους Θεσσαλονικείς και σήμα κατατεθέν τρόπον τινά για την πόλη, γινόταν πλέον απροσπέλαστο εξαιτίας του φόβου κι αμαυρωνόταν μετά τις αποτρόπαιες δολοφονίες. Η Θεσσαλονίκη είχε παγώσει. Επικρατούσε τρόμος και μια δρακομανία άνευ προηγουμένου.

    Ο Αριστείδης Παγκρατίδης προερχόταν από μια φτωχή οικογένεια με τρία παιδιά της οποίας ο πατέρας δολοφονήθηκε μέσα στο σπίτι, μπροστά στα μάτια της γυναίκας του και των παιδιών του. Η μάνα, πλύστρα, μερακαματιάρισσα, με τον Αρίστο μοιραία να μεγαλώνει μόνος, χωρίς φροντίδα. Έμεναν στην Τούμπα με άλλους απόκληρους και έμπλεξε με κακές παρέες.

    Η παράσταση βασίζεται στο βραβευμένο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη « Ο γύρος του θανάτου», σε έρευνα που έχει γίνει σε έντυπα της εποχής, εφημερίδες και δικαστικά έγγραφα, καθώς βέβαια και σε μνήμες φίλων, εργοδοτών, συνεργατών, γειτόνων, ερωτικών συντρόφων κ.α. απ’ τη συναναστροφή τους μαζί του. Μαρτυρίες που συνθέτουν το χρονικό μιας υπόθεσης δικαστικής πλάνης ενδεχομένως που συντάραξε την κοινή γνώμη εκείνα τα χρόνια κι η οποία οδήγησε τελικά στην εκτέλεση ενός νέου ανθρώπου σε μια απ’ τις τελευταίες αποφάσεις θανατικής ποινής που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα. Ο Γιώργος Παπαγεωργίου, είναι ευρηματικός κάνοντας μια έξυπνη, γρήγορη και σύγχρονη σκηνοθεσία. Καλεί τους ηθοποιούς να παρευρίσκονται επί σκηνής άλλοτε ως αφηγητές κι άλλοτε ερμηνεύοντας κάποιο ρόλο. Έτσι εναλλάσσονται όλοι στους ρόλους για να αποδοθεί η κοινωνική πολυχρωμία της Ωραίας του Πέραν.

    Στην αρχή, ο παιδικός φίλος του Αρίστου (Γιώργος Χριστοδούλου) μας μεταφέρει αναμνήσεις παιχνιδιού και ανεμελιάς απ΄ την πορεία των αγοριών προς την ενηλικίωση. Κάποια στιγμή αποφάσισαν οι δυο τους να φύγουν για την Αθήνα με ποδήλατο. Ήταν ανήσυχοι και σκανταλιάρηδες. Όταν συνελήφθησαν, κλείστηκαν σε αναμορφωτήριο για «θετική μορφοποίηση», προκειμένου να γίνουν ηθικά άτομα, «να μάθουν ν’ αγαπούν τον Βασιλιά Παύλο και τη Βασίλισσα Φρειδερίκη». Ο Αρίστος ήταν κακορίζικος, ήταν προορισμένος για το χαμό του κι ο φίλος του συγκινημένος τελειώνει λέγοντας: «Δεν ξέρω αν ήταν ο “Δράκος”, ήταν όμως ο φίλος μου!»

    Το αφεντικό του Αρίστου (Γιώργος Χριστοδούλου), με γλώσσα άμεση, απλή και καθημερινή μιλά για το πόσο έντιμος ήταν ο Αρίστος, πόσο φιλότιμος και πόσο είχε ανάγκη να δουλέψει.

    Η μάνα ( Ελένη Ουζουνίδου) με την απλοϊκή πλην όμως θερμή γλώσσα μιας αμόρφωτης αλλά καλοκάγαθης γυναίκας, μοιράζεται με το κοινό τις ενοχές της και τις τύψεις της καθώς οι δύσκολες συνθήκες ζωής και η φτώχεια δεν της επέτρεψαν να προσέξει περισσότερο τον Αρίστο , αφήνοντάς τον να μεγαλώσει ουσιαστικά μόνος του: « Δεν το κοίταξα το παιδί. Αυτή είναι η αλήθεια»

    Ο γείτονας, αστός, συμβολαιογράφος (Μιχάλης Οικονόμου), με γλώσσα αρχαΐζουσα, άνθρωπος του καθεστώτος, τον πιάνει επ’ αυτοφώρω στο πάρκο να ερωτοτροπεί με την Μαρίνα, την υπηρέτριά του, ανταλλάσσουν σκληρά λόγια και καθώς έχει την ακλόνητη πεποίθηση ότι «δεν είναι δυνατόν να ψεύδονται αι αρχαί», τον χαρακτηρίζει «λούμπεν» λέγοντας ότι: «διήγε βίο πλάνητος συναγελαζόμενος μετά ποικίλων κοινωνικών καθαρμάτων εκμαυλιζόμενος και εκμαυλίζων».

    Ο Μαμουνάς (Μιχάλης Οικονόμου), ο ψαράς που τον εκμαύλισε και τον εισήγαγε στην ανδρική πορνεία. Γεγονός που αναπαριστάται με μια εκπληκτική, συμβολική, ελλειπτική σκηνή. Προσκαλεί στο σκάφος του το νεαρό Αρίστο, που ψάρευε χωρίς αποτέλεσμα στο λιμάνι, με την πρόφαση να ανοιχτούν και να του μάθει να ψαρεύει. Όλη η σκηνή, έχει μεταφερθεί με τη χρήση μιας σκάφης με νερό μες στην οποία επιπλέει ένα χάρτινο καραβάκι , η βάρκα του Μαμουνά. Ο Αρίστος (Γιώργος Χριστοδούλου) με τη στάση του σώματός του, σκυφτός μέσα στη σκάφη, υπαινίσσεται τον εκμαυλισμό του. Ωραία η υπόδυση των ηθοποιών, με νοηματικό και αισθητικό αποτέλεσμα.

    Στη συνέχεια η Λολό, η τραβεστί (Μιχάλης Οικονόμου) με τα καλιαρντά της και την Ελένη Ουζουνίδου να τα μεταφράζει. Το πρόσωπο αυτό μεταφέρει την κρυφή ερωτική ιστορία της Θεσσαλονίκης, στο νυχτερινό κέντρο “της Πεθεράς”, στο άντρο των ομοφυλοφίλων, σωστό Λουγκριστάν, όπως χαρακτηριστικά το αποκαλεί, όπου σύχναζαν οι τραβεστί, και όσοι ζούσαν διπλή ζωή, όπως έλεγε η Λολό: «τη μέρα παλικάρι, το βράδυ μαξιλάρι». Τα δύο αυτά πρόσωπα ο Αρίστος και η Λολό βρέθηκαν για λίγο και μπόρεσαν να ξεκουράσουν την ψυχή τους, καθώς ήταν στήριγμα ο ένας για τον άλλο. Ο Αρίστος 19 χρονών και «νταμιρατζής», ήτοι χασικλής. Η Λολό παρουσίασε τον Αρίστο σαν ένα φοβισμένο παιδάκι. Εξαιρετική η ερμηνεία του Μιχάλη Οικονόμου!

    Όλο το πολύχρωμο μωσαϊκο της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, στήνεται με το ιδιαίτερο κάθε φορά γλωσσικό ιδίωμα του φίλου, του αφεντικού και της μάνας, μέχρι εκείνο του συμβολαιογράφου και των παρακρατικών με ξεχωριστή θέση βέβαια να κατέχουν τα καλιαρντά, η γλώσσα των ομοφυλοφίλων. Καζαμπλάνκα = η εγχειρισμένη, Αντάμης = ο βαρύς άνδρας, μπενάβω ανθυγιεινά = κουτσομπολεύω πολύ. Σταθερή η ανάγνωση των εντύπων και των εφημερίδων με την επίσημη και λόγια γλώσσα.

    Τέλος, η λαϊκή τραγουδίστρια Σύλβα (Ελένη Ουζουνίδου), λαϊκή τραγωδός, με γλώσσα χυδαία, αλλά γεμάτη αλήθεια, μπριόζα και θρασεία: «Κι άμα πεις κι άμα δε πεις, έχω μια πορδή να πιείς!», «Καρντασάκο μου, φαίνεται δεν έκανα παιδιά, γι’ αυτό μ’ αρέσανε οι μικροί». Έτσι δικαιολόγησε τη σχέση της με τον Αρίστο, ο οποίος πούλαγε το αίμα του για μια τυρόπιτα. «Ήταν καλό παιδί ο Αρίστος. Φτιάξανε μια δίκη στα μέτρα τους». Κάθε 17 Φλεβάρη που τον εκτελέσανε η Λολό του ανάβει κερί.

    Η ζωντανή μουσική επί σκηνής του Γιώργου Δούσου, ο οποίος παίζει πολλά όργανα (μπαγλαμά, κλαρίνο, κιθάρα κ.α), με παραδοσιακούς ήχους και λαϊκά τραγούδια των δεκαετιών ’50 και 60΄ όπως το « Όμορφη Θεσσαλονίκη» σε ρυθμό τάνγκο και το « Είμαι ένα χαμένο κορμί» του Καζαντζίδη, μέχρι πατριωτικά εμβατήρια για τη Μακεδονία όπως το «Μακεδονία ξακουστή», αποτελεί σχολιασμό των σκηνών του έργου, δίνει το κλίμα της Θεσσαλονίκης την εποχή εκείνη και συνεπικουρεί τη σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου, μαζί με τη σκηνογράφο Κατερίνα Αριανούτσου, η οποία τοποθετεί επί σκηνής ένα μακρύ, σαν μοναστηριακό, τραπέζι και πολλά αντικείμενα της μεταπολεμικής νεοελληνικής καθημερινότητας εκατέρωθεν της σκηνής, που χρησιμοποιούνται στην παράσταση, όπως ποτηράκι για τσίπουρο, που πίνει ο φίλος του, ή το καμινέτο για να ετοιμάσει και να πιει καφέ η μάνα του Αρίστου, σημαιάκια για την επίδειξη του πατριωτισμού κ.α.

    Σε μια περίοδο κατά την οποία το καθεστώς επιδίωκε τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης που «έβραζε» μετά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη, στρέφοντας τα φώτα της δημοσιότητας από τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της σε κάποιο εξιλαστήριο θύμα. Έτσι την επομένη κιόλας μέρα, πρώτη είδηση ήταν η σύλληψη του «Δράκου» του Σέιχ Σου. Μια καλοστημένη μηχανή που τέθηκε σε κίνηση από κράτος και παρακράτος επιστρατεύοντας περιθωριακά στοιχεία της τοπικής κοινωνίας όπως κακοποιούς, παιδεραστές και καταδότες, σαν εκείνον που τον έκαναν περιπτερά (Γιώργος Χριστοδούλου) με πλαστή άδεια «βαφτίζοντάς» τον ανάπηρο του πολέμου της Αλβανίας για να χαφιεδίζει τον κόσμο κι ο οποίος σάπισε τον Αρίστο στο ξύλο γιατί του έκλεψε κάτι σοκολάτες, όντας φτωχός, σε μια εξαιρετικά βίαιη και οργισμένη σκηνή.

    Όλοι αυτοί βρέθηκαν μετά την απελευθέρωση με χρυσές λίρες και όλοι τους ανέχονταν. «Η ανοχή έγινε συνενοχή», όπως χαρακτηριστικά λέγεται.

    Τον Αρίστο τον ανέκριναν 9 ημέρες, χωρίς ούτε νερό, αναγκάζοντάς τον να ομολογήσει τα εγκλήματα μετά τα βασανιστήρια που είχε υποστεί.

    Μετά όμως αναίρεσε τα όσα είχε πει λέγοντας « Αν άντεχα να σκοτώσω άνθρωπο, θα γύρναγα στο χωριό να σκοτώσω το φονιά του πατέρα μου.»

    Τον εκτέλεσαν στο δάσος το Σέιχ Σου, εκεί που ήταν υποτίθεται το πεδίο της εγκληματικής δράσης του αλλά και η περιοχή στην οποία μεγάλωσε. Εκείνος ζήτησε να του κλείσουν μόνο τα μάτια κρατώντας απ’ αυτόν τον κόσμο τη μυρωδιά της παιδικής του ηλικίας, των αναμνήσεων αυτών, των ανέγγιχτων από το ψέμα και την οδύνη.

    Τα τελευταία του λόγια ήταν: « Είμαι αθώος μανούλα μου!»

    Ο φωτισμός εστίαζε πάνω στα πρόσωπα δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα κατάνυξης στην εξομολόγηση της μάνας, ή ενισχύωντας τη συναισθηματική φόρτιση του παιδικού φίλου που θυμάται, διαμορφώνοντας επίσης ένα άκρως υποβλητικό κλίμα στην σκηνή του εκμαυλισμού. Γινόταν πιο έντονος και διαυγής όταν διαβάζονταν τα επίσημα έγγραφα γύρω από το τραπέζι.

    Οι εξαιρετικές, μελετημένες ερμηνείες και των τριών ηθοποιών καλλιέργησαν ποικίλους προβληματισμούς στους θεατές και σίγουρα ανακίνησαν μνήμες σε κάποιους.