Συνέντευξη με τον Ελισσαίο Βλάχο για την παράσταση "Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως"

Επιμέλεια συνέντευξης Μαρινέλλα Φρουζάκη - Γιάννης Παντελίδης

Η γλώσσα του Βιζυηνού είναι πολύ ιδιαίτερη. Πόσο δύσκολο για τον ηθοποιό είναι η επαφή του με την γλώσσα αυτή;

Η γλώσσα του Βιζυηνού, όπως και όλη η λόγια γλώσσα του Νέου Ελληνικού Κράτους, κατά βάση δεν μιλήθηκε από τον λαό, ενώ η δική μου γενιά δεν την διδάχθηκε καν. Θα έλεγα μάλλον πως την αποστράφηκε, συνδέοντας την με τη χούντα των συνταγματαρχών. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, συχνά παραγνωρίζουμε έναν πολύ μεγάλο λογοτεχνικό πλούτο της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Σε πρώτο επίπεδο διαβάζοντας ένα διήγημα στη γλώσσα του Βιζυηνού κατανοείς τη γενική ιστορία. Όσο διευρύνεται αυτή η τριβή, τόσο πιο εύκολα γίνεται αυτό. Σε ένα άλλο επίπεδο, το να μάθει ένας ηθοποιός απέξω ένα τέτοιο κείμενο, είναι σχετικά εύκολο, μιας και είναι από τις βασικές τεχνικές δεξιότητες της δουλειάς του κι εξασκείται τακτικά σε κάτι τέτοιο. Το δύσκολο επίπεδο είναι να κατανοήσεις λεπτομερειακά και σε βάθος αυτό που λες, ώστε να μιλήσεις έναν λόγο που γράφτηκε προκειμένου να διαβαστεί. Και να τον μιλήσεις με τέτοιον τρόπο που από τη μία να είναι μια φυσική ομιλία, ως να είναι αυτή η γλώσσα με την οποία καθημερινά μιλάς και επικοινωνείς και από την άλλη να αναπνεύσει κι η μουσική αυτής της γλώσσας. Μια μουσικότητα, που ιδίως στον Βιζυηνό, ο οποίος αυτοαποκαλούταν ποιητής είναι πολύ αναπτυγμένη.

Ποια είναι πιστεύετε η αποδοχή του κοινού για τον λόγο του Βιζυηνού;

Κατ' αρχάς το κοινό έρχεται να δει μια παράσταση. Στόχος μας, είναι να αφηγηθούμε μια ιστορία, όπως εμείς την έχουμε προσλάβει και έχουμε επιλέξει να την αναδείξουμε, με όχημα τον λόγο του Βιζυηνού. Υπάρχουν θεατές που έχουν έρθει ήδη σε επαφή με αυτό τον λόγο και με άλλα κείμενα στην καθαρεύουσα, είτε μέσω αναγνωσμάτων ή άλλων παραστάσεων, οπότε προσλαμβάνουν την ιστορία εξαρχής και με ευκολία. Σε πρόσφατή παράσταση, μόλις είχα αρχίσει να λέω τις πρώτες ατάκες του έργου, μία κυρία μπροστά μου είπε μεγαλοφώνως: «Τί ωραία γλώσσα!».
Υπάρχουν και θεατές που ξαφνιάζονται στην αρχή και χρειάζονται λίγα λεπτά μέχρι να συνηθίσουν το ηχόχρωμα του Βιζυηνού και να αφεθούν στη ροή της ιστορίας. Σίγουρα, δεν υπάρχει κάποιος θεατής που να μην καταλάβει την ιστορία, ακόμη κι αν κάποια λεπτομέρεια του διαφύγει.

Πως έγινε η κατανομή των ρόλων;

Ένα από τα ενδιαφέροντα πράγματα στον τρόπο δουλειάς μας είναι η κατανομή του αφηγητή. Από την πρώτη μας κοινή δουλειά, με τους «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο σκηνοθέτης Κώστας Παπακωνσταντίνου πρότεινε έναν νέο τρόπο διαχείρισης του αφηγηματικού λόγου, όπου δεν υπάρχει ένας παντογνώστης αφηγητής που μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τους υπόλοιπους. Όλες οι ατάκες του αφηγηματικού μέρους, πέραν των καθαρών διαλογικών τμημάτων, μοιράζονται στους χαρακτήρες του έργου, ανάλογα με το τι αφορά τον κάθε χαρακτήρα. Με τον τρόπο αυτό ο πλάγιος λόγος μετατρέπεται σε ευθύ, ενώ ανάλογα με το πώς θα γίνει αυτό το μοίρασμα αναδεικνύονται διαφορετικές οπτικές.
Στη συγκεκριμένη παράσταση, υπάρχει η διαφορά πως η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη, οπότε παρότι και οι τρεις χαρακτήρες, ο Ποιητής, η Μάσιγγα και ο πατέρας της Κύριος Π. μοιράζονται την αφήγηση, το κύριο βάρος της επωμίζεται ο χαρακτήρας του Ποιητή. Αρχικά ο Κώστας Παπακωνσταντίνου ήθελε να ερμηνεύσει αυτό τον χαρακτήρα, αλλά ο ρόλος του ως σκηνοθέτης της παράστασης, τον υποχρέωνε να βρίσκεται περισσότερη ώρα εκτός σκηνής. Έτσι αποφασίσαμε να αναλάβω εγώ τον Ποιητή που βρίσκεται συνεχώς επί σκηνής και εκείνος τον Κυρίου Π., του πατέρα της Μάσιγγας, του μοναδικού γυναικείου χαρακτήρα του διηγήματος που ερμηνεύτηκε και από την Αγγελική Μαρίνου και από την Χαρά Δημητριάδη.
Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει η ζωντανή παρουσία του μουσικού μας Νίκου Κολλάρου. Ο Νίκος έγραφε τη μουσική παράλληλα με τις πρόβες μας το καλοκαίρι, προτού υπάρξει η πρόταση κι η απόφαση να παίξουμε στη Μουσική Βιβλιοθήκη, στο Μέγαρο Μουσικής. Έπαιζε και αυτοσχεδίαζε σε ένα ηλεκτρικό πιάνο κατά τη διάρκεια των δοκιμών μας και δεν μας έφερνε έτοιμες μουσικές για να φορέσουμε στην παράσταση. Με αυτό τον τρόπο τόσο το δικό του παίξιμο, όσο και το δικό μας δέθηκαν οργανικά και διαπιστώσαμε πως είναι προτιμότερο να υπάρχει η φυσική του παρουσία ως μουσικού. Οπότε, η πρόταση να παίξουμε στο χώρο της Μουσικής Βιβλιοθήκης όπου υπάρχει μονίμως ένα πιάνο επί σκηνής, έδεσε αβίαστα με τον τρόπο που είχαμε εργαστεί μέχρι τότε.

Υπάρχει κάποια λέξη ή φράση από τον ρόλο σας που σας έχει εντυπωθεί, κι αν ναι, ποια και γιατί;

«Ο αργυρόηχος αυτής γέλως…, ο ουράνιος αυτής γέλως…» λέει κάποια στιγμή ο Ποιητής ενώ πιο μετά στο ενδεχόμενο μιας μετάλλαξης της Μάσιγγας θα πει «…εστερημένη του ουρανίου εκείνου γέλωτος…». Ο χαρακτηρισμός ουράνιος για το γέλιο της νεαρής κοπέλας και η βαρύτητα που δίνει σε αυτό ο Βιζυηνός είναι κάτι που μου έχει εντυπωθεί ισχυρά. Σε μια σοβαροφανή κοινωνία, με υπαγορεύσεις και απαγορεύσεις, το αβίαστο γέλιο που πηγάζει από τη αγάπη για ζωή, είναι το αντίδοτο. Σκέφτομαι σήμερα τη μισαλλοδοξία, την άνοδο του φασισμού, τη ρητορική του μίσους και αντιλαμβάνομαι πως οι εκφραστές τους είναι ανίκανοι να γελάσουν από καρδιάς.


Παρόλο που το διήγημα έχει χαλαρή πλοκή καταπιάνεται και με σοβαρά θέματα. Θέλετε να μας τα υπογραμμίσετε;

Υπάρχει ένα βασικό σχήμα που διακρίναμε εμείς και πάνω στο οποίο δουλέψαμε. Ο Έρωτας, η κοινωνική διαστρωμάτωση και διαφορά, όπως αυτή ορίζεται από το χρήμα, από τον πλούτο και η Ποίηση ως ένα δυνάμει γεφυροποιό στοιχείο. Σίγουρα ο θεατής ή ο αναγνώστης του διηγήματος μπορεί να διακρίνει και άλλα θέματα όπως η Πατριαρχία ή η χειραφέτηση της Γυναίκας. Όσο βουτάς στο έργο ενός σημαντικού λογοτέχνη, τόσο μπορείς να διακρίνεις μεγαλύτερα ή μικρότερα θέματα που θίγει και που τον απασχολούν.


Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;

Αυτή την περίοδο κάνουμε πρόβες πάνω στο έργο «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ, που θα παρουσιαστεί από την ομάδα μας τον Μάρτιο, στο θέατρο Σημείο. Επίσης θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε το καλοκαίρι το «Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως», σε άλλη μέρη της Ελλάδας.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ