Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Επιθεωρητής"

Κριτική για την παράσταση "Επιθεωρητής"

551

Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Ο  Γκόγκολ γράφει χαρακτηριστικά: "Στον Επιθεωρητή μου επιδίωξα να συγκεντρώσω και να σατιρίσω μια για πάντα ό,τι σάπιο υπάρχει στη Ρωσία, όλες τις αδικίες που διαπράττονται, εκεί ακριβώς όπου θα είχαμε την αξίωση να βασιλεύει η απόλυτη δικαιοσύνη".

"Ο Επιθεωρητής" αποτελεί ,όχι μονάχα τη λαμπρότερη διακωμώδηση της τσαρικής γραφειοκρατίας, αλλά και της κοινωνικής διαφθοράς σε όποια χώρα και σε όποια ιστορική περίοδο κι αν τη συναντάμε. Για αυτόν το λόγο ο Γκόγκολ , όπως και κάθε συγγραφέας που καταδεικνύει τα κακώς κείμενα, δέχθηκε ανελέητες επιθέσεις την επομένη της πρώτης παράστασης του Επιθεωρητή. Με αφορμή αυτές τις επιθέσεις γράφει στο φίλο του Στσέπκιν: "Τώρα καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι κωμωδιογράφος. Την παραμικρή αλήθεια -ακόμη και ίχνος αυτής της αλήθειας- αν πεις, έχεις να αναμετρηθείς όχι μονάχα με άτομα, αλλά με ολόκληρες τάξεις".

Η διασκευή αυτή του Πάνου Παπαδόπουλου και του Γιώργου Παπαγεωργίου, για τον " Επιθεωρητή",  που είναι από τα κλασικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στο χώρο της κοινωνικής σάτιρας, συνδυάζει τη μπεκετική άποψη για τον σύγχρονο άνθρωπο και το θέατρο και την χαρμολύπη ή την αντιμετώπιση ακόμα και των τραγικών συμβάντων με ένα πικρό γέλιο όπως συναντάται στο ρώσικο θέατρο, κυρίως στον Τσέχωφ.

Οι άνθρωποι βιώνουν μεγάλη μοναξιά και νιώθουν αδύναμοι να αναλάβουν την  ευθύνη που τους ανήκει ολοκληρωτικά. Δημιουργούν ξαφνικά την ανάγκη της απειλής ενός επικείμενου ελέγχου για να ταράξουν τα λιμνάζοντα ύδατα  της ζωής τους. Σε μια μικρή επαρχία όπου τίποτα δε συμβαίνει ακούγεται η φήμη ότι θα έρθει ένας Επιθεωρητής.«Μπορεί να έχει έρθει κιόλας “ινκόγκνιτο”», λέει σε κάποιο σημείο ο Έπαρχος. Με τον ήχο τυμπάνου επιτείνεται το αίσθημα ανησυχίας.

Οι χαρακτήρες του έργου για τις ανάγκες της παράστασης έχουν μειωθεί σε πέντε: Τον υποτιθέμενο επιθεωρητή και τον υποτακτικό του καθώς και  την οικογένεια με τον Έπαρχο, τη σύζυγο και την κόρη τους.  Κρατούν την ιστορία του Ρώσου απατεώνα Χλεστιακόφ και την επίσκεψή στη μικρή επαρχιακή πόλη της Ρωσίας και  δημιουργούν έναν φαντασιακό κόσμο όπου η απάτη πρυτανεύει και σε αυτό εμπλέκεται και ο έρωτας, ως σημείο διαφυγής από μια διαβρωτική και εθιστική στην παραίτηση καθημερινότητα.

‘Όλοι είναι συμμέτοχοι σε μια απατεωνιά αφού δηλώνουν ότι στο χωριό τους είναι 300 άτομα, ενώ είναι μόνο 10 για να παίρνουν το επίδομα. Δε γνωρίζουν καν τι είναι ένας επιθεωρητής. Κωμική η σκηνή αναζήτησης του λήμματος στο λεξικό και η δια τηλεφώνου περιγραφή του συνδυάζοντας μια βούρτσα, μια αστεία φωνή και ένα «χαλασμένο» τηλέφωνο. Όλο το χωριό σε συναγερμό!

Από την άλλη ο Χλεστιακόφ, έχει χωρίς να το ξέρει επιφορτιστεί με το βάρος της θέσης του Επιθεωρητή. Είναι δε ο ίδιος ένας νέος, που ο πατέρας του τον θεωρεί ρέμπελο, γιατί του αρέσουν οι διασκεδάσεις και η καλή ζωή, ο οποίος ξοδεύει λεφτά αλόγιστα, χωρίς να δουλεύει. Κυκλοφορεί με έναν υπηρέτη, που όπως γίνεται συχνά στο θέατρο είναι πιο νοήμων από το αφεντικό του.  Έχει εκδιωχθεί από την Αγία Πετρούπολη από τον πατέρα του και τώρα έχει ξεμείνει  από χρήματα. Η άφιξη του Επιθεωρητή του πέφτει γάντι. Ο ίδιος είναι ένας «Επιθεωρητής» άφραγκος και ρέστος μέσα στο ρώσικο ντουνιά. Ο καημός του για την Πετρούπολη εκφράζεται από το λαϊκότροπο άσμα «Τα ίδια και τα ίδια». Περιγράφει γλαφυρά την Αγία Πετρούπολη και πόσο όμορφα περνάει κάποιος εκεί, όταν έχει λεφτά, γυναίκες, διασκεδάσεις. «Με περιουσία στην Πετρούπολη περνάς φίνα!» Καταπληκτικός ο φωτισμός (Αλέκος Αναστασίου), που δημιουργεί αυτόνομες σκηνές και ξεχωρίζει τη δράση ανάλογα με το κείμενο και τις ανάγκες του.

Στο ξενοδοχείο που έμενε, το βερεσέ τελείωσε γιατί δεν πλήρωνε, αλλά μετά, καθώς θεώρησαν παραπλανημένοι ότι είναι ο Επιθεωρητής, όλοι προσφέρονται να τον διευκολύνουν οικονομικά δανείζοντάς του αφειδώς χρήματα.

Στην αρχή ο ξενοδόχος αρνείται να του δώσει φαγητό. Μετά υποχωρεί και του στέλνει με τον υπηρέτη μια μικρή και κακής ποιότητας μερίδα φαγητού. Έξυπνη η παρουσίαση του φαγητού με τη χρήση χαρτομάντιλων που τραβά για να φάει και στη συνέχεια το φτύνει: «Τι είναι αυτό; Θα στραμπουλίξω τη γλώσσα μου», λέει χαρακτηριστικά.

Ο Έπαρχος που πληροφορείται τον ερχομό του, αρχικά έρχεται  κλαίγοντας και εκλιπαρεί τον «Επιθεωρητή» ζητώντας του κατανόηση. Όταν καταλαβαίνει ότι ο Επιθεωρητής είναι άφραγκος και περιμένει την εξόφληση ενός «χρέους» για να πληρώσει το “χρέπι” στο οποίο είναι υποχρεωμένος να μένει, καταλαβαίνει ότι αυτός βρίσκεται σε ανάγκη, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «αμόλησε μελάνι». Καταλαβαίνει ότι μπορεί να προωθήσει τα συμφέροντά του, όποτε του δίνει ένα ποσό και του προσφέρει φιλοξενία στο σπίτι του. Κωμική η σκηνή για το ποιος θα πρωτοκαθίσει σε ένα ταμπουρέ. Πολλά  στοιχεία της commedia dell arte, όχι μόνο στο μακιγιάζ και τα κοστούμια, αλλά και στο παίξιμο.

Εξηγεί ότι εκεί στο “χρέπι” δεν υπάρχει υλικοτεχνική υποδομή και  δεν έχει βρει μιαν αρχή, μια υπηρεσία  για να παραπονεθεί. Υπαινιγμός για το μικροαστισμό, την  ξιπασιά των μεγαλοπιασμένων.

Η υποδοχή στο σπίτι γίνεται με γκροτέσκο τρόπο κατά τον οποίο εξυπονοείται η ύπαρξη μπάντας, με πιατίνια, τρομπόνι, κάτι που αποτελεί ακόμα έναν σαρκαστικό υπαινιγμό. «Βρε τέρατα, τι μου σκαρώσατε εδώ;» με το λόγο του να γίνεται ειρωνικός, σχεδόν ταρτουφικός. «Ζούμε για να δρέπουμε τους καρπούς της ηδονής»

Τον περνούν για μορφωμένο. Τους λέει ότι ξέρει τον Πούσκιν,  τον Ντοστογιέφσκι, κι ότι έχει γράψει «τον Άμλετ, τους Γάμους του Φίγκαρο, τον Βυσσινόκηπο, τον Αχλαδόκηπο κ.α.» Ότι γνωρίζει τον Smirnoff και νοσταλγεί τη ζωή στην Πετρούπολη. Αυτοί εκστασιάζονται.

Γοητεύει τις γυναίκες του σπιτιού, ειδικά την σύζυγο του Επάρχου, όχι γιατί κάνει κάτι πραγματικά γι’ αυτό, αλλά γιατί εκείνη είναι ώριμο φρούτο έτοιμο να πέσει λόγω της ανίας της με τον «γοριλάκο» της, δηλαδή τον Έπαρχο, σε αυτή την άψυχη επαρχία.

Ο «Επιθεωρητής» απαγγέλλει ένα ποίημα του « Η Πετρούπολη είναι η αγκαλιά σου! Εκεί την άφησα την άνω τελεία…» Δυσκολεύεται να ολοκληρώσει το ανύπαρκτο ποίημά του, όμως όλοι τον κοιτούν με θαυμασμό και σεβασμό γιατί αυτό επιζητούν ούτως ή άλλως.

Ευρηματική η σκηνή, που στο επάνω μέρος της σκηνής, περνά όλο το χωριό: Ο  Λιάπκιν Τιάπκιν, ο  δικαστής, o επίτροπος  των κοινωφελών  ιδρυμάτων και άλλοι. Ο καθένας ζητά από  κάτι και του πετά ρούβλια  στη σκηνή.  Οι ίδιοι ντυμένοι έξυπνα στο πάνω μέρος της σκηνής δημιουργούν μιαν άλλη  κωμική σκηνή, με τους ανθρώπους να παρελαύνουν στο επάνω μέρος και τον Χλεστιακόφ ξαπλωμένο στη σκηνή να λούζεται με ρούβλια.

Ερωτύλος με μητέρα και κόρη, τελικά φλερτάρει τη Μαρία Αντόνοβνα, την κόρη του Επάρχου, μια ανόητη, άβουλη νεαρά ,για την οποία ο Γκόγκολ δεν έχει δώσει καμία οδηγία.  Χωρίς να το πολυκαταλάβει της τάζει γάμο, ενώ η μητέρα της η Άννα Αντόνοβνα του παρουσιάζει σε μια κωμική χορευτική σκηνή το ταλέντο της στο φλαμένκο, πεπεισμένη ότι τον έχει γοητεύσει.

Ο απατεώνας πρέπει να φύγει, αλλά υπόσχεται να έρθει να πάρει τη Μαρία αφού προηγουμένως τους γράψει. «Στρίβειν δια του αρραβώνος», δηλαδή.

Ο Έπαρχος, ξιπασμένος, όταν πια παντρεύει την κόρη του μαζί του, απολαμβάνει οραματιζόμενος μαζί με τη γυναίκα και την κόρη του τη μεγάλη  ζωή στην πρωτεύουσα, ενώ δέχεται τις υποδείξεις της γυναίκας του, που με το μυαλό της ήδη ζει την ονειρεμένη ζωή στην Αγ.Πετρούπολη.

Η παράσταση συγκεντρώνει όλα τα είδη θεάτρου, κωμωδία, commedia, παράλογο, μπρεχτική αποστασιοποίηση, μουσικό θέατρο με υπέροχες ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς.

Εξαιρετικοί όλοι: Ο Χλεστιακόφ (Πάνος Παπαδόπουλος) με υπέροχη κίνηση, μεγάλη ευκολία  στην μεταστροφή του ρόλου και υπέροχη κίνηση. Το ίδιο και ο υποστατικός του (Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος), πολλές φορές πιο σοβαρός και συμπονετικός από τον εγωιστή αφέντη του. Ο Έπαρχος, Αντόν Αντόνοβιτς (Θανάσης Ζερίτης) γίνεται γκροτέσκο τύπος, κωμικός, ενώ η γυναίκα του, Άννα Αντρέγιεβνα (Μαρία Διακοπαναγιώτου), έχει μια μεγάλη γκάμα ερμηνείας, από τη βλάχα γυναίκα του Επάρχου,  στη σαγηνευτική, πλανεύτρα για τον Χλεστιακόφ και τέλος ονειροπόλα ξιπασμένη, ήδη ενταγμένη στην καλή κοινωνία της Πετρούπολης.

Η κόρη τους Μαρία  Αντόνοβνα (Μαρία Πετεβή), έχει έναν χαριτωμένο ρόλο και άλλους μικρούς, ερμηνεύει όλους τους ρόλους της σπουδαία και παραμένει η χαριτωμένη αθώα νεάνιδα της εποχής, θύμα μιας αδιάφορης κοινωνίας, ενός επιτήδειου ερωτύλου  και κενόδοξων γονιών.

Η σκηνοθεσία έχει γρήγορο ρυθμό και πολλές αναφορές με βαθιά κατανόηση του κειμένου και κυρίως με προβολή σε κάθε κοινωνία και κάθε εποχή.

Η υπερυψωμένη θέση των καμαρινιών θυμίζει Théâtre du Soleil, έτσι, που αυτά βρίσκονται πάνω από την κυρίως σκηνή, δίνοντας στο θεατή τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη θεατρική μεταμόρφωση των ηθοποιών και  να αντιληφθεί την μεταφορά τους στον εκάστοτε ρόλο. Είναι μια ζεστή υποδοχή και ένταξη του κοινού στη θεατρική πράξη.

Είναι πραγματικό θέατρο, με τους ηθοποιούς να ντύνονται μπροστά στο κοινό, χρησιμοποιώντας θεατρικά όλα τα υλικά και εξυπηρετώντας τις ανάγκες της δικής τους διασκευής, του δικού τους βλέμματος πάνω στο κείμενο, που βρίσκουν τρόπο ειδικά στο τέλος να το επικαιροποιούν καθώς για παράδειγμα ο επιθεωρητής ξεβάφεται μπροστά στο κοινό του.  Αυτά γίνονται όταν περιμένει κάποιος το Μεσσία.

Περιμένουν να  τους  στείλει τα νέα του. Δεν κάνουν κάτι για να αλλάξουν την κατάστασή τους. Διαιωνίζουν  το δράμα που ζουν έχοντας βουτήξει στην παρανομία και τη δωροδοκία.

Το σύστημα είναι αιώνιο στο βαθμό που αναπαράγεται απ’  το ίδιο το κοινωνικό σώμα καθώς η απραγία αφήνει το σκηνικό αμετάβλητο.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ