Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Άγριος σπόρος"

Κριτική για την παράσταση "Άγριος σπόρος"

1847

Από την θεατρολόγο Μαρινέλλα Φρουζάκη

Ξεκίνησα για την παράσταση με την ψυχή στο στόμα: τρέχοντας τελευταία στιγμή και με όλη την αρνητική ενέργεια του κόσμου συσσωρευμένη. Τουλάχιστον δεν χρειάζεται να γράψω κριτική αυτή τη φορά, σκέφτηκα, έχουμε ήδη γράψει. Όμως, βγαίνοντας από το θέατρο, δεν γινόταν να μην γράψω, όχι για επαγγελματικούς λόγους, όσο για να μπορέσω να αποτυπώσω, όσο είναι αυτό εφικτό, αυτή την ανεπανάληπτη εμπειρία που βίωσα, και να την κρατήσω όσο πιο πολύ μπορώ ζωντανή μέσα μου.

Το κείμενο του Γιάννη Τσίρου είναι ένα κείμενο βαθιά ελληνικό: ένα κείμενο που πρέπει όλοι οι Έλληνες, αλλά και οι ξένοι, εξίσου, να γνωρίσουν. Ξεκινώντας το βίντεο της παράστασης, πάγωσα. Βλέποντας παράλληλα και το βλέμμα του Στάθη Σταμουλακάτου, με κυρίευσε ένας ακατανόητος τρόμος, και ανακουφίστηκα μόνο όταν αντιλήφθηκα ότι στο χέρι του κρατούσε ένα κομμάτι ξύλο, χωρίς να το έχω κοιτάξει, ήμουν σίγουρη πως ήταν μαχαίρι. Στα πρώτα λεπτά του έργου, έβλεπα μπροστά μου διαρκώς τον Τάκη Σπυριδάκη. Μάλιστα, νόμισα πως άκουγα και τη φωνή του. Μόνο για λίγα λεπτά, όμως. Ο Στάθης Σταμουλακάτος επικράτησε πολύ γρήγορα με μια ερμηνεία επιβλητική, καθηλωτική, μεστή, ακριβή, καίρια, ανυπέρβλητη, σχεδόν συγκλονιστική θα έλεγα. Η σκηνική αποτύπωση της Ελένης Σκότη είναι ασύλληπτη. Με απόλυτα λιτά σκηνοθετικά μέσα, καταφέρνει να μας ταξιδέψει σε αυτή την ερημική παραλία: όταν ο Σταύρος φορούσε τα γυαλιά ηλίου, ένιωθα τον ήλιο να με τυφλώνει και μένα... Όταν έπινε την μπύρα του, ένιωθα τη δροσιά της να κυλάει μέσα μου… Όταν άκουγα τον παφλασμό των κυμάτων, τραβούσα ασυναίσθητα τα πόδια μου πιο μέσα, μήπως βραχώ… Από στιγμή σε στιγμή περίμενα να φτάσει από κάπου και η μυρωδιά του αναμμένου κάρβουνου…

Εξίσου πειστική ήταν και η Ντάνυ Γιαννακοπούλου, στο πρόσωπο της οποίας είδα τον εαυτό μου, αλλά και κάθε γνήσια Ελληνίδα κόρη. Ένιωσα κάθε στιγμή και σε κάθε βλέμμα, κάθε αγωνία της, κάθε συναίσθημα. Ήταν στην πραγματικότητα η κόρη του Σταύρου, τον αγαπούσε και τον νοιαζόταν αληθινά, κάθε στιγμή. Ο Ηλίας Βαλάσης, πρέπει να ομολογήσω, έχοντας κάνει και προσωπικά ένα επαγγελματικό πέρασμα από το αστυνομικό σώμα, πως πέρα από το κείμενο, είχε υιοθετήσει την κινησιολογία, την εκφραστικότητα, ακόμη και το πρόσωπο του αστυνομικού. Μη έχοντάς τον δει ξανά στη σκηνή, σκέφτηκα, δεν μπορεί, είναι σίγουρα αστυνομικός. Στην τελευταία σκηνή του διαπληκτισμού του με τον Σταύρο, ένιωσα έναν βαθύ πόνο. Αναγνώρισα την ανάγκη ή υποχρέωση του αστυνομικού οργάνου απέναντι στο νόμο, ένιωσα όμως και μια ειλικρινή οργή απέναντι στην απάνθρωπη ψυχρότητα.

Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, λειτούργησαν καθοριστικά, ειδικότερα στις αφηγηματικές στιγμές, όπου οι ήρωες έδιναν την αστυνομική κατάθεση. Η μουσική και η ηχητική επιμέλεια του Στέλιου Γιαννουλάκη ήταν επίσης εξαιρετικές: οι ήχοι της παραδοσιακής τσαμπούνας, που αρχικά θεώρησα πως ήταν σκωτσέζικη γκάιντα, εφάρμοζαν άψογα με την συνολική ατμόσφαιρα του έργου. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Χατζηνικολάου ήταν η απόλυτη απεικόνιση στην σκηνή μιας χαρακτηριστικής εικόνας καντίνας σε μια ελληνική παραλία.
Η ελληνική κοινωνία, παρόλο που δεν βρισκόταν κανείς άλλος επί σκηνής εκτός από τους 3 ηθοποιούς, ήταν αισθητά παρούσα κάθε στιγμή. Μέσα από τα κιάλια της Χαρούλας, έβλεπα όλο το χωριό, τους αστυνομικούς που έκαναν τις έρευνες, τους ξένους τουρίστες, τα σκυλιά, όλους…

Από τα πρώτα λεπτά της παράστασης, όλες οι αρνητικές σκέψεις κι έννοιες, είχαν εξαφανιστεί. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τη σκηνή και το συναίσθημα. Αυτός πρέπει να είναι ο ορισμός της τέχνης, της κάθαρσης, της ανάτασης ψυχής. Γι’ αυτό κάνουμε θέατρο, γι’ αυτό βλέπουμε θέατρο.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΒραδιές ανάγνωσης και ραδιοφώνου Εντουάρντο Γκαλεάνο με την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια ΑΠΘ & κριτικό λογοτεχνίας Τιτίκα Δημητρούλια
Επόμενο άρθροΠρόσκληση σε νέους δημιουργούς από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά