Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Τα ορφανά"

Κριτική για την παράσταση "Τα ορφανά"

768

Από την Βασιλική Μπαλούτσου

Τα «Ορφανά» του Ντένις Κέλλυ είναι μια παράσταση σκοτεινή και βίαιη. Είναι μια παράσταση ενοχλητική. Ο βρετανός συγγραφέας Ντένις Κέλλυ εμπνεύστηκε ένα έργο δύσκολο και καθηλωτικό, μια πραγματική γροθιά στο στομάχι, με θέμα τη βία και τη διαφθορά στα αστικά περιβάλλοντα.

Όπως κι ο ίδιος χαρακτηριστικά αναφέρει για τον τρόπο που γράφει και αντιλαμβάνεται το θέατρο: «Μου αρέσει να χάνομαι μέσα στο θέατρο, να νιώθω φόβο, δυνατά αισθήματα. Ίσως αυτό να είναι κάτι ζωώδες-θέλουμε να γνωρίζουμε αυτό που μας πονάει». «Ίσως είναι καλό που το εξωτερικεύω όλο αυτό, διαφορετικά ίσως κατέληγα να σκοτώνω κόσμο».

Η ψυχή των θεατών μουδιασμένη αγκομαχούσε, λαχάνιαζε σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, μετά το εναρκτήριο λάκτισμα από τον πρωταγωνιστή Λίαμ. Με ένα αγωνιώδες αγκομαχητό, εισέβαλλε κυριολεκτικά αιμόφυρτος στη σκηνή. Από ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα πραγματικό παράθυρο. Το παράθυρο που σε όλη την παράσταση θα συμβόλιζε το «έξω», το «περιθώριο», την «κοινωνία», την «άγρια πόλη».

Το «μέσα» ήταν ένα στρωμένο τακτοποιημένο τραπέζι, ένα φαινομενικά συμβατικό ζευγάρι που παλεύει με την καθημερινότητα, μια οικογένεια με ένα μικρό παιδί υπαρκτό, μα αόρατο στη σκηνή κι ένα δεύτερο παιδί αγέννητο ακόμη, μια ανάσα που κυοφορείται στην ψυχή των ηρώων. Ένα παιδί που η τύχη του παιζόταν σε μια ρώσικη ρουλέτα ως το τέλος του έργου. Ως το τελευταίο δευτερόλεπτο κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί αν οι γεννήτορές του θα του επέτρεπαν να ζήσει, να αναπνεύσει σε αυτή τη βάρβαρη πόλη.

Στην πόλη αυτή, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε σύγχρονη πόλη, το έγκλημα, η παραβατικότητα και οι ρατσιστικές αντιδράσεις καραδοκούν και δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ενός σαθρού κοινωνικοπολιτικού συστήματος, ή μιας διαλυμένης οικογένειας, αλλά μάλλον της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Ο θεατής γίνεται μάρτυρας ενός εγκλήματος που τον παρασέρνει στην αναζήτηση της λύσης ενός αγωνιώδους γρίφου συνεχών ανατροπών που ξεδιπλώνεται μπροστά του από την αρχή του έργου με την είσοδο του Λίαμ στη σκηνή.

Η γλώσσα ήταν βίαια, ώρες ώρες ενοχλητική, ξένιζε το θεατή, έτσι όπως βιώνεται κι η ωμή καθημερινότητα των μεγαλουπόλεων. Μετά από ένα σημείο δεν ήταν ανάγκη πια να ακούς τα λόγια. Οι λέξεις δεν είχαν σημασία. Η δύναμη μετατοπίστηκε στην κίνηση και τα βλέμματα. Οι φιγούρες των ηθοποιών σαν μαριονέτες επέπλεαν θαρρείς σε έναν αέρα βαρύ που κουβαλούσε μαζί του το σκοτάδι, το κενό, την εγκατάλειψη και τον θάνατο.

Ειδικά στην περίπτωση του Χρίστου Στυλιανού, το πρόσωπο, το βλέμμα και η έντονη στιβαρή παρουσία, αν και η κίνηση σχεδόν απουσίαζε, ωστόσο, ήταν αρκετή για να αποδώσει με εσωτερικότητα και φαινομενική αταραξία τον Ντάννυ, τον ήρεμο σύζυγο με την τακτοποιημένη ζωή και τα μικροαστικά όνειρα, που δεν έχει έρθει ποτέ αντιμέτωπος με τη σκληρή πλευρά της πραγματικότητας και τα αρχέγονα και ζωώδη ανθρώπινα ένστικτα. Έως τη στιγμή που ο Λίαμ, ο νεαρός αδερφός της γυναίκας του, τολμηρός και οργισμένος και ταυτόχρονα ένα μεγάλο παιδί που υποδύεται με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο Χρήστος Διαμαντούδης, τον έριξε στα άγνωστα για εκείνον νερά της βίας, της πολιτικής συνείδησης, της ανάγκης για εκδίκηση και της άδολης αδερφικής αγάπης που όλα τα υπομένει και όλα τα συγχωρεί.

Την Έλεν υποδύθηκε η Ελένη Θυμιοπούλου, σε έναν απαιτητικό ρόλο που ισορροπεί επικίνδυνα σε τεντωμένο σχοινί, με δραστικό λόγο και εκφραστική άνεση εναλλάσσει διαρκώς τη συναισθηματική της κατάσταση συντονίζοντας ως επιδέξιος μαέστρος τα αρσενικά στη σκηνή. Προστατεύει, αγαπά, οργίζεται, χειραγωγεί, απαιτεί, παραιτείται. Είναι εύκολο να ταυτιστείς μαζί της, με την ελεύθερη κίνηση, τον τραχύ λόγο, τον τρόπο που υφαίνει την εξέλιξη της υπόθεσης, ακόμη και με τον τρόπο που γδύνεται στη σκηνή λίγο πριν κοιμηθεί σαν να σηματοδοτεί αυτός ο ανήσυχος ύπνος το τέλος μιας ασφυκτικής ημέρας που μέλλει να αλλάξει για πάντα τις ζωές των ηρώων.

Η σκηνοθεσία του Τάκη Τζαμαργιά λιτή, μα πραγματικά ευρηματική, με τους ηθοποιούς τόσο κοντά σου που θα μπορούσες ακόμη και να τους αγγίξεις. Τα κορμιά τους, καθώς η παράσταση κλιμακώνεται φλέγονταν από μια εσωτερική δύναμη που τους ωθούσε να αλληλεπιδρούν, να κινούνται μανιασμένα στη σκηνή, εκμεταλλευόμενοι τα κεκλιμένα υπερυψωμένα επίπεδα που έδιναν βάθος και όγκο στην επίπεδη αίθουσα και τους επέτρεπαν να κρύβονται και να κυριαρχούν και πάλι, έρμαια του φόβου, του θυμού και της απόγνωσης που τα ανατριχιαστικά τους διλήμματα προκαλούσαν.

Τα κουστούμια του Εδουάρδου Γεωργίου, στοιχειώδη και αναγκαία, μα λειτουργικά για τις ανάγκες της παράστασης, πλαισίωναν ήσυχα τους χαρακτήρες, ορίζοντας τη σύγχρονη εποχή μιας τσιμεντούπολης. Η μουσική επένδυση της παράστασης που επιμελήθηκε ο Γιώργος Χριστιανάκης ήταν λιτή μα υποβλητική, ιδιαίτερα ως ηχητική υπόκρουση σε κρίσιμες στιγμές της υπόθεσης και ο μελετημένος φωτισμός του Στράτου Κουτράκη αναδείχθηκε σε ουσιαστικός πρωταγωνιστής, ειδικά από τη στιγμή που η πολυτελής ατμόσφαιρα του φουαγιέ απαιτούσε μια προσαρμογή για να αποτυπωθούν οι συνθήκες περιθωρίου της τέλεσης μιας εγκληματικής πράξης.

Αυτό που μένει πάνω από όλα είναι η τέχνη που δεν χρειάζεται δίχτυ ασφαλείας. Καταργεί την τάξη και τα όρια, δικαιολογεί το έγκλημα, επιτρέπει τη βαναυσότητα και συγχωρεί την «αρρώστια» και το άδικο. Τότε μόνο, όταν όλα αυτά προσφέρουν μια «αλήθεια», που όσο κι αν είναι σοκαριστική, πάντα σου ξανασυστήνει τον εαυτό σου, αποδομεί και συναρμολογεί και πάλι τις σταθερές σου.

Μετά το τέλος της παράστασης, οι θεατές όλοι ακίνητοι ακόμη και σιωπηλοί κάθονταν τακτικά στις συντηρητικές καρέκλες του φουαγιέ της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών. Αφού η λύτρωση αιωρούνταν ακόμη στη σκηνή και τα ερωτήματα ήταν υπαρκτά: Ποιος είναι ο θύτης και ποιο το θύμα, ποιος είναι ο ηθικός αυτουργός; Μέχρι που είμαι ικανός να φτάσω για να προασπίσω την τιμή της οικογένειας; Τί είναι έγκλημα τελικά; Τί είναι δίκαιο και τί άδικο; Οι ηθοποιοί υποκλίνονται.

Μια κυρία υπερήλικη και «χρωματιστή» έσπασε ξαφνικά τη σιωπή, σηκώθηκε και ούρλιαξε δυνατά διαδοχικά «μπράβο» χειροκροτώντας ασταμάτητα στη σκηνή. Η απεγνωσμένη θορυβώδης κραυγή της ήταν σαν μια τελική κάθαρση, ένας ψυχικός εξαγνισμός που έδωσε το σύνθημα του τέλους σε αυτήν την τραγωδία με την υπνωτιστική δύναμη.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροthrthtrh
Επόμενο άρθροΚριτική για την παράσταση "Τζάσμιν"