261

Hedda Gabler

από 10/02 έως 25/03
Συγγραφέας: Henrik Ibsen
Σκηνοθέτης: Άντζελα Μπρούσκου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Μουσική: Nalyssa Green
Ερμηνεύουν: Παρθενόπη Μπουζούρη, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου, Θάνος Παπακωνσταντίνου, Φιντέλ Ταλαμπούκας, Ειρήνη Αϊβαλιώτου, Χριστίνα Παπαδοπούλου

Περιγραφή

Την Hedda Gabler του Henrik Ibsen (1890) κορυφαίου του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, επέλεξε η Άντζελα Μπρούσκου για να παρουσιάσει στο χώρο του ιστορικού Μπαγκείου, το Φεβρουάριο. Το ξενοδοχείο που έχτισε ο Γερμανός αρχιτέκτονας Έρνστ Τσίλλερ μεταξύ των ετών 1890 και 1894 θα γίνει ο δραματικός τόπος για να «στηθεί» η ιστορία της Hedda φέρνοντας στο σκηνικό φως το παγκόσμιο και διαχρονικό ζήτημα της γυναίκας και της θέσης της, σε μια κοινωνία «χτισμένη» από άνδρες.
Ο Ibsen με την Hedda Gabler συμπύκνωσε και απεικόνισε με αριστουργηματικό τρόπο την πλήρη παρακμή (οικονομική, κοινωνική, ηθική, και ψυχολογική) της αριστοκρατικής τάξης, η οποία χρησιμοποίησε ακόμη και το γάμο ως μέσο για την έκφραση των ταξικών διαφορών.

Περισσότερα

Οι άνδρες και οι γυναίκες δεν ανήκουν στον ίδιο αιώνα (Henrik Ibsen)

Το εμβληματικό ξενοδοχείο χτίστηκε από τον Γερμανό αρχιτέκτονα Ερνστ Τσίλερ μεταξύ των ετών 1890 και 1894. Το υψηλής αισθητικής κτήριο, με την αρχιτεκτονική καινοτομία του κεντρικού αιθρίου με γυάλινη σκεπή γύρω από το οποίο διαρθρώνονται κυκλικά τα δωμάτια και οι υπόλοιποι χώροι, αποτελεί σημείο αναφοράς για τη ζωή της Ομόνοιας.

Η μαύρη πόρτα του «Μπαγκείου» από τις 15 Φεβρουαρίου 2018 θα είναι ανοιχτή, καλώντας τους θεατρόφιλους σε μια περιπλάνηση στον κόσμο του Ίψεν. Αφού περάσει κανείς την κομψή είσοδο, και βρεθεί στην αίθουσα του χορού, θα μπορεί να εισέλθει στη Βίλα Φαλκ, όπου η Έντα και ο Τέσμαν έχουν μόλις επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι τους. Μπορεί να ακούσει κανείς τις νότες από το πιάνο της Έντα και να ανατριχιάσει από τον ήχο των όπλων της. Μια γυναίκα μιας άλλης μακρινής κοινωνίας, μιας μαγικής εποχής, μια προσωπικότητα που γεννήθηκε πριν από τον αιώνα της.

Η απογοητευμένη γυναίκα
Η Έντα και ο Γέργκεν Τέσμαν είναι νιόπαντροι, αλλά η σχέση τους έχει ήδη διαλυθεί. Εκείνη πλήττει θανάσιμα και λαχταράει την ελευθερία της. Παρόλο που αισθάνεται παγιδευμένη, θα προσπαθήσει να θέσει υπό τον έλεγχό της τους ανθρώπους γύρω της, μόνο και μόνο γιατί θέλει να ανακαλύψει το πραγματικό πρόσωπο του δικού της εαυτού.

Απεικονίζοντας την παθολογία μιας απογοητευμένης γυναίκας, ο Ibsen με την Hedda Gabler συμπύκνωσε και απεικόνισε με αριστουργηματικό τρόπο την πλήρη παρακμή (οικονομική, κοινωνική, ηθική, και ψυχολογική) της αριστοκρατικής τάξης, η οποία χρησιμοποίησε ακόμη και το γάμο ως μέσο για την έκφραση των ταξικών διαφορών. Καταθέτει έτσι ο συγγραφέας την πιο ισχυρή διαμαρτυρία απέναντι στη διεφθαρμένη κοινωνία που φτάνει να θυσιάσει, χάριν των δικών της συμφερόντων, την ελευθερία και την ατομική έκφραση των πιο χαρισματικών μελών της.

Η κεντρική ηρωίδα του αριστουργήματος του Ίψεν δανείζει στο έργο –καθόλου τυχαία– το πατρικό της ονοματεπώνυμο.

Ο Ίψεν […] αναφέρει σε ένα σημείωμά του: «Σ’ αυτό το έργο δεν ήθελα να εκθέσω ένα πρόβλημα. Πρόθεσή μου ήταν να περιγράψω ανθρώπινα όντα, τη διάθεσή τους και τη μοίρα τους μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία υπό συγκεκριμένες συνθήκες».

Η Έντα ζει σε έναν επαρχιακό, μεσοαστικό κόσμο όπου όλοι πρέπει να ακολουθούν τους κανόνες. Όμως έτσι, η ζωή γίνεται μονότονη, και δύσκολα αντέχει κανείς τη μονοτονία. Κι αν δεν μπορείς να δεχτείς τους κανόνες, δεν σου μένει παρά να πεθάνεις.

Η Έντα Γκάμπλερ, θύμα των υψηλών της απαιτήσεων, δεν κατορθώνει να βρει στη ζωή τη θέση που της ανήκει. Οι απωθημένες ορμές της και ο αποτροπιασμός της για την καθημερινότητα που την περιβάλλει, την οπλίζουν με έναν παγερό εγωισμό. Και όταν ο Έιλερτ Λέβμποργκ εμφανίζεται για μία ακόμη φορά στον μοναχικό της δρόμο, την καταλαμβάνει η άγρια επιθυμία να εξουσιάσει αυτόν και την πρωτόγονη, ανώτερη φύση του. Αποφασίζει, χωρίς ίχνος οίκτου, να τον αποσπάσει από την Τέα, που, κατά την άποψή της, είναι μια γυναίκα ασήμαντη.

Η Έντα Γκάμπλερ, έχοντας υπερβεί τα όρια του κακού, επιζητεί και για τον εαυτό της ένα ωραίο τέλος, έναν δικαιωμένο από την ομορφιά θάνατο, που δεν μπορεί να περιμένει παρά μόνο από τον ίδιο τον εαυτό της.

Όπως συμβαίνει πάντα στον Ίψεν -είναι ένα από τα πράγματα που τον κάνουν τόσο δυναμικό ως δραματουργό-, η δύναμη βρίσκεται σε απρόσμενα μέρη. Η Έντα, η αλαζονική καλλονή, είναι στην πραγματικότητα μια δειλή γυναίκα, έρμαιο της γνώμης των άλλων. Εκείνη που τελικά αψηφά τη συμβατικότητα είναι η Τέα Έλβστεντ, η γλυκιά, αφοσιωμένη φίλη που τόση κακομεταχείριση έχει υποστεί από την Έντα.

Ο Ερρίκος Ίψεν, με το δράμα του «Έντα Γκάμπλερ» συμπύκνωσε αριστουργηματικά την οικονομική, κοινωνική, ηθική, ψυχολογική και συναισθηματική κατάπτωση της ξεπεσμένης αριστοκρατίας, αλλά και την επηρμένη, περιφρονητική, καταστροφική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της προς κάθε ταξικά κατώτερό της, υπογραμμίζοντας ότι ακόμα και στον έρωτα και στο γάμο εκδηλώνονται οι ταξικές διαφορές και αντιλήψεις.

Είναι ένα θεατρικό άρτια σχεδιασμένο, με τέσσερις πράξεις και μια πλοκή που ξετυλίγεται υπέροχα μέσα από τη διαδοχική εμφάνιση των ηρώων και φυσικά τους διαλόγους. Ως γνωστόν, ο ρόλος της Έντας είναι ένας από τους κλασικούς, δραματικούς ρόλους του παγκόσμιου θεατρικού ρεπερτορίου και όχι άδικα. Είναι ένα έργο με υπέροχη σκιαγράφηση χαρακτήρων, με απολύτως πετυχημένη περιγραφή των ηθών της εποχής του (γράφτηκε το 1890), το οποίο όμως θίγει θέματα πανανθρώπινα και διαχρονικά.

Η Έντα είναι μια μονίμως ανικανοποίητη νέα γυναίκα και σ’ αυτό φταίει ο τρόπος με τον οποίο έχει ανατραφεί και η ίδια της η καταγωγή. Δεν βρίσκει ευχαρίστηση σε τίποτα, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν να πηγαίνουν πολύ καλά γι’ αυτήν. Θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για μια αντιπαθητική γυναίκα. Στο τέλος του έργου όμως ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι η Έντα δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα θύμα.

Η υπόθεση
Η Hedda Gabler, κόρη του αποθανόντος στρατηγού Gabler, θύμα των υψηλών της απαιτήσεων, βρίσκει στο πρόσωπο του Jürgen Tesman το σύζυγο με τις προοπτικές που μπορεί ίσως να της επιστρέψει τη «χαμένη» κοινωνική και οικονομική αίγλη. Όταν από σύμπτωση ξανασυναντά εκείνον που κάποτε ανομολόγητα ερωτεύθηκε και μαθαίνει ότι, με τη βοήθεια μια άλλης γυναίκας, κατώτερης ταξικής προέλευσης, θα εκδώσει ένα σημαντικό, καινοτόμο βιβλίο και ότι με αυτό είναι ακαδημαϊκός συνυποψήφιος του συζύγου της, συγκλονίζεται και  καταστρέφει αυτό που δεν μπορεί να δεχτεί. Υπονομεύει  τον σύζυγό της με την ψυχρότητα, διαψεύδει την εγκυμοσύνη της, καταστρέφει το έργο ζωής της Tea Elvsted, καίει τα χειρόγραφα του Ejlert Lövborg και τέλος επιλέγει την αυτοκτονία ως την τελευταία διεστραμμένη απόπειρά της για να ικανοποιήσει τη δίψα για ζωή.

Η διανομή
Παρθενόπη Μπουζούρη – Hedda Gabler, Ανδρέας Κωνσταντίνου – Jürgen Tesman, Κωνσταντίνα Αγγελοπούλου – Tea Elvsted, Θάνος Παπακωνσταντίνου – Ejlert Lövborg, Φιντέλ Ταλαμπούκας – δικαστής Μπρακ, Ειρήνη Αϊβαλιώτου – Γιούλε Τέσμαν, Χριστίνα Παπαδοπούλου – Μπέρτα.

Σκηνοθεσία -εικαστική άποψη: Άντζελα Μπρούσκου.
Βοηθός σκηνοθέτη: Στέβη Κουτσοθανάση
Εκτέλεση παραγωγής: Constantly productions.

Το Θέατρο Δωματίου
Το Θέατρο Δωματίου ιδρύθηκε το 1993 από την Άντζελα Μπρούσκου και την Παρθενόπη Μπουζούρη. Αποτελείται από πυρήνα ηθοποιών και άλλων συνεργατών που εργάζονται συστηματικά υπό μορφή εργαστηρίων με στόχο τη διεύρυνση των υποκριτικών μεθόδων και πρακτικών για την κατάκτηση ενός κοινού κώδικα απέναντι στις απαιτήσεις της σύγχρονης θεατρικής αναζήτησης. Ο χαρακτήρας της ομάδας είναι καθαρά ερευνητικός και πειραματικός με την ευρύτερη έννοια του όρου καθώς βασική ανάγκη της είναι να συνδέσει το θέατρο με την ακραία πραγματικότητα που βιώνεται καθημερινά, τόσο από τα μέλη της όσο και από το κοινό. Ο συμβατικός χώρος της παράστασης μέσα από αυτή την προσέγγιση μετατρέπεται σε πεδίο σύγκρουσης, ανοιχτού διαλόγου και σκέψης ανάμεσα σε ηθοποιούς και θεατές, καθώς η τέχνη τοποθετείται στο κέντρο μίας βίαιης επικαιρότητας.

Ο Χένρικ Ίψεν (Henrik Ibsen, 20 Μαρτίου 1828 – 23 Μαΐου 1906) ήταν Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ένας από τους πρωτοπόρους της σύγχρονης ευρωπαϊκής δραματουργίας. Δεύτερο παιδί μιας εύπορης οικογένειας εγκαταστημένης στο λιμάνι Skien, ο Ίψεν έζησε, μετά την πτώχευση της πατρικής επιχείρησης και τη μετακίνηση της οικογένειάς του στο γειτονικό Vernstpop, δύσκολα παιδικά και εφηβικά χρόνια.

Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Skien, με γονείς τους Knud Ibsen και την Marichen Altenburg. «Οι γονείς μου και από τις δύο πλευρές ήταν μέλη των πιο διάσημων οικογενειών της Skien», γράφει ο ίδιος σε ένα γράμμα του προς τον κριτικό Georg Brandes το 1882. Η μητέρα της Marichen και ο πατριός του Knud ήταν αδέλφια, και οι γονείς του Χένρικ είχαν μεγαλώσει μαζί και πρακτικά ανατραφεί σαν αδέλφια. Η Μarichen Altenburg θεωρούνταν καλή νύφη, ήταν κόρη ενός από τους πλουσιότερους εμπόρους της Skien. Ο πατέρας του Χένρικ προέρχονταν από μια μακριά γραμμή καπετάνιων, αλλά ο ίδιος αποφάσισε να γίνει έμπορος. Ο γάμος του με την Marichen ήταν ένα «υπέροχο οικογενειακό προξενιό». Όταν ο Ίψεν ήταν επτά ετών, η τύχη του πατέρα του άλλαξε προς το χειρότερο, η οικογένεια έχασε την περιουσία της και αναγκάστηκε να μετακομίσει μόνιμα σε ένα μικρό εξοχικό σπίτι στο Ventop, έξω από την πόλη. Η χρεοκοπία του έκανε τον Knud Ibsen έναν δύσκολο και πικραμένο άντρα, ο οποίος στράφηκε στον αλκοολισμό, και η Marichen στράφηκε στην εκκλησία. Η οικογένεια Ίψεν τελικά μετακόμισε σε ένα σπίτι στην πόλη Snipetorp, που ανήκε στον ετεροθαλή αδελφό του Knud, τον πλούσιο τραπεζίτη και ιδιοκτήτη πλοίων Christopher Blom Paus. Η χρεοκοπία και η ταξική πτώση της οικογένειας έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο μετέπειτα έργο του Ίψεν. Οι χαρακτήρες στα έργα του συχνά καθρεφτίζουν τους γονείς του, και τα θέματά του συχνά ασχολούνται με θέματα οικονομικών δυσκολιών, καθώς και ηθικές συγκρούσεις που προέρχονται από σκοτεινά μυστικά κρυφά από την κοινωνία.

Στην ηλικία των δεκαπέντε, ο Ίψεν αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο. Μετακόμισε στη μικρή πόλη Grimstad για να γίνει βοηθός φαρμακοποιού. Προκειμένου να ξεφύγει από την ανιαρή ζωή του Grimstad αρχίζει να διαβάζει και να γράφει. Το 1846, όταν ο Ερρίκος ήταν σε ηλικία 18 χρονών, απόκτησε ένα νόθο παιδί με μια υπηρέτρια, το οποίο αργότερα αναγνώρισε χωρίς όμως ποτέ να γνωρίσει. Η ιστορία του νόθου γιου του πιθανολογείται πως ήταν και η αιτία που διέκοψε κάθε σχέση με την οικογένειά του. Ο Ερρίκος Ίψεν δεν συνάντησε ποτέ ξανά τον πατέρα του, ενώ είδε τη μητέρα του μόνο μια φορά ξανά πριν πεθάνει. Διατηρούσε αλληλογραφία μόνο με μία από τις αδελφές του.

Το 1850, ο Ίψεν μετακόμισε στη Χριστιανία (αργότερα μετονομάστηκε σε Όσλο) με σκοπό να μπει στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκατέλειψε αυτό το σχέδιο, όταν κόπηκε στις εισαγωγικές εξετάσεις, αποτυγχάνοντας στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει σε εφημερίδες και έρχεται σε επαφή με τον μικρό λογοτεχνικό κύκλο της Νορβηγίας της εποχής.

Σύντομα μετακομίζει στο Μπέργκεν όπου περνά τα επόμενα χρόνια δουλεύοντας στο Det norske Theater, όπου είχε αυξημένες αρμοδιότητες και συμμετείχε στην παραγωγή 145 έργων ως συγγραφέας, σκηνοθέτης, δραματολόγος και παραγωγός. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεσμεύονταν από το θέατρο βάσει συμβολαίου, να γράφει ένα έργο το χρόνο για να ανεβαίνει στο συγκεκριμένο θέατρο. Το 1858 επιστρέφει στη Χριστιανία και γίνεται ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Θεάτρου της Χριστιανίας, ενώ ασχολείται και με τη ζωγραφική. Την ίδια χρονιά νυμφεύεται την Suzannah Thoresen, η οποία θα γίνει και μητέρα του γιου του Sigurd (1859). Η σύζυγός του θα τον στηρίξει συναισθηματικά και θα τον ενισχύσει στη σταδιοδρομία του, πείθοντάς τον να αφοσιωθεί αποκλειστικά στη θεατρική τέχνη. Το ζευγάρι έζησε υπό δύσκολες οικονομικές καταστάσεις και σταδιακά ο Ίψεν έγινε πολύ απογοητευμένος από τη ζωή στη Νορβηγία. Το 1864, εγκαταλείπει τη Χριστιανία και πηγαίνει στο Σορέντο της Ιταλίας. Αρχικά φεύγει για ένα χρόνο, αλλά τελικά κάνει 27 χρόνια να επιστρέψει στην πατρίδα του, εργαζόμενος κυρίως στη Νότιο Ιταλία και τη Γερμανία. Εκεί, ο Ίψεν καταξιώνεται πλέον σαν καλλιτέχνης και τελικά γυρίζει στην πατρίδα του το 1895, όπου και συγγράφει τα δύο τελευταία του έργα. Τότε, μπόρεσε να ορθοποδήσει οικονομικά, αγοράζοντας ένα πολύ ακριβό σπίτι απέναντι από τα ανάκτορα του Όσλο, το οποίο σήμερα έχει μετατραπεί σε μουσείο και δέχεται καθημερινά πολλούς επισκέπτες. Ο Ίψεν είχε μια αμφιλεγόμενη σχέση με τον πλούτο, κάτι που αποδεικνύεται και από τη διακόσμηση αυτού του σπιτιού, η οποία διατηρείται στο ακέραιο έως σήμερα. Συνήθιζε επίσης να κάνει καθημερινούς περιπάτους, αλλά δεν επεδίωκε την επαφή με το κοινό (ήταν εσωστρεφής) και τον ενδιέφερε η μελέτη των ανθρωπίνων αντιδράσεων και συμπεριφορών. Διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά και συχνή αλληλογραφία με αρκετές νεαρές κοπέλες, χωρίς ποτέ να αποδειχθεί κάποιο ίχνος απιστίας του σε αυτές. Έπινε σχεδόν σε καθημερινή βάση την μπίρα του στο γνωστό στέκι της πόλης του Όσλο «Grand Cafe», του πολυτελούς ξενοδοχείου «Grand Hotel». Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του υπέφερε από σοβαρά προβλήματα υγείας, αφού είχε υποστεί αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια και ήταν πια ανήμπορος να δημιουργήσει.

Τον Ίψεν χαρακτηρίζει η έντονη διάθεση να θίξει ευαίσθητα θέματα της εποχής του, όπως τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, το κόστος που συνεπάγεται η προσπάθεια διατήρησης του πλούτου και του κοινωνικού status, καθώς και ζητήματα ηθικής τάξης.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Φωτογραφίες

Πότε & Πού

Μπάγκειον - Ξενοδοχείον

από 10/02 έως 25/03
Πλατεία Ομονοίας

Εισιτήρια: 10-15 ευρώ
Πληροφορίες:
Προπώληση: Σε ισχύ προσφορά προπώλησης με 10 ευρώ γενική είσοδο έως 31 Ιανουαρίου στο viva.gr

Ημέρες & Ώρες
Δ
Τ
Τ
Π 21:00
Π 21:00
Σ 21:00
Κ 19:30
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ