Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Hanjo - H βεντάλια"

Κριτική για την παράσταση "Hanjo - H βεντάλια"

687

Από την θεατρολόγο Μαρινέλλα Φρουζάκη

Μια πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα κατάφερε να δημιουργήσει και πάλι η νεοεμφανιζόμενη Ζαμπία Πατεράκη. Ο ιδιαίτερος χώρος του Χυτηρίου εναρμονίστηκε πλήρως με το συνολικό κλίμα του έργου, βάζοντας τον θεατή άμεσα μέσα στο πνεύμα της παράστασης. Πολύ όμορφη και η επιλογή της μουσικής πριν την έναρξη του έργου.

Από το πρόγραμμα της παράστασης

Το ποίημα Enkako, από το οποίο εμπνεύστηκε το έργο ο Mishima, παρομοιάζει μια γυναίκα της αυλής με βεντάλια που χρησιμοποιεί ο εραστής της για να δροσιστεί από την κάψα του καλοκαιριού, αλλά σύντομα την ξεχνάει μόλις έρθει το φθινόπωρο.
Ο Zeami Motokiyo εμπνεύστηκε από την εικόνα της βεντάλιας για να δημιουργήσει το πρωτότυπο έργο Νο τον 14ο αιώνα, όπου οι δύο νέοι ερωτεύονται και ανταλλάσουν βεντάλιες ως αμοιβαία εγγύηση αγάπης, και όταν χωρίζονται η κοπέλα χάνει εν τέλει τα λογικά της.
Και στα δύο έργα σημαντική είναι η παρουσία της βεντάλιας. Η ανδρική απεικονίζει ένα χιονισμένο τοπίο, το οποίο συμβολίζει την δυστυχία της ζωής έπειτα από τις εφήμερες χαρές και την περασμένη νεότητα. Η βεντάλια της Χανάκο απεικονίζει ένα νυχτολούλουδο. Όπως αυτό ανθίζει μέσα στη νύχτα, έτσι κι ο έρωτας των δύο νέων είναι υπόθεση της νύχτας.

Για την Χανάκο του Mishima η ανταλλαγή βενταλιών είναι μια δεσμευτική κίνηση αφοσίωσης. Ακόμη κι αν ο εραστής της σύντομα την ξεχνάει, η χειρονομία του την δεσμεύει. Οι δύο εραστές συμβολίζουν δύο εποχές. Ο Γιόσιο είναι η νέα Ιαπωνία, παραδομένη στην πρόοδο χωρίς να αναλογίζεται τις συνέπειες της καταστροφής των παραδοσιακών ηθών. Η Χανάκο συμβολίζει τον κόσμο της παράδοσης, ένα πολύτιμο και ποιητικό πνεύμα πέρα από τη μουντή εποχή του.
Ο παραβατικός, «εγκληματικός» καλλιτέχνης υπάρχει και στο έργο άλλων συγγραφέων, όμως μόνο στο έργο του Mishima η έσχατη προδοσία και το έγκλημα συνυπάρχει με την αφοσίωση. Μελετώντας αυτούς τους τέλεια ψυχογραφημένους χαρακτήρες, δεν υπάρχει τίποτε το αντιπαθητικό επάνω τους. Έτσι και με τον Mishima η αινιγματική του ροπή προς την αυτοκαταστροφή όχι μόνο δεν απωθεί, αλλά μας δημιουργεί μια ειλικρινή συμπάθεια.


Σημείωμα της σκηνοθέτη

Η γραφή του Mishima καθιστά τα έργα του διαχρονικά. Οι προβληματισμοί και ο χαρακτήρας είναι καθαρά ιαπωνικοί, αλλά τα συναισθήματα, οι εικόνες και τα βαθύτερα νοήματα μπορούν να συγκινήσουν το οποιοδήποτε κοινό. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η σχέση των δύο γυναικών. Είναι σπάνιο ένα ερωτικό τρίγωνο, στο οποίο οι γυναίκες μέσα σε αυτό δεν είναι αντίζηλοι, αλλά σύντροφοι. Συζώντας μαζί έχουν δημιουργήσει μια ξέχωρη και ιδιαίτερη πραγματικότητα, αποκομμένη από τον έξω κόσμο. Η Χανάκο ζει στον φαντασιακό της κόσμο, ωστόσο, έχει στιγμές απόλυτης διαύγειας, και η απόρριψη του πρώην εραστή της, καθώς και η επιλογή της να μείνει με την Τζισούκο είναι συνειδητή. Η λύση του έργου δεν φαντάζει απαισιόδοξη, δυσάρεστη ή αναπάντεχη. Στο τέλος βρίσκει κανείς την ελευθερία μιας ποιητικής επιλογής που δεν έχει σχέση με ένα τέλειο και έλλογο νόημα.

Σχετικά με την παράσταση

Η σκηνοθετική προσέγγιση της Ζαμπίας Πατεράκης θεωρώ ότι απέδωσε τα μέγιστα όσον αφορά στην αποτύπωση των ψυχικών διακυμάνσεων των ηρώων, στο οποίο δίνει εξάλλου έμφαση και το ίδιο το έργο του Mishima, καταφέρνωντας να φωτίσει με δεινότητα τις πτυχές αυτού. Το σκηνικό απέπνεε ένα διαχρονικό ενδιαφέρον, με ιδιαίτερες νότες του σύγχρονου κόσμου, συνδυάζοντας το κλασικό με το πιο σύγχρονο, ωστόσο τα γυναικεία κοστούμια θα ήθελα να ήταν λίγο περισσότερο κλασικά.

Η Άλκηστις Βούλγαρη ερμήνευσε με σαφή και πειστικό τρόπο την χαμένη φύση της Χανάκο, ενώ η Μαρίνα Σωκράτη με λιτά υποκριτικά μέσα τόνισε τις υφέσεις και τις εξάρσεις της Τζισούκο. Ο Αργύρης Αποστόλου προστέθηκε στη σκηνή με ερμηνευτική επάρκεια, και όλοι μαζί δημιούργησαν ένα δεμένο σύνολο με περισσότερες ευστοχίες από υστερήσεις, παρά το γεγονός της αμηχανίας της πρώτης παράστασης.

Ο ρυθμός του έργου ήταν σχετικά αργός, κυρίως χάρη στο ρόλο της Χανάκο, χωρίς ωστόσο να κουράζει καθόλου. Οι φωτισμοί, επίσης έδεναν αρμονικά με το όλο σύνολο, παρά την αστοχία στο τέλος του έργου όπου αναβόσβηναν σε γρήγορο ρυθμό, ώστε να τονιστεί η ένταση μεταξύ των ηρώων, το οποίο κατέληξε λίγο κουραστικό.

Σε γενικές γραμμές αισθάνθηκα ότι το σκηνοθετικό σχέδιο απέδωσε καρπούς, εντείνοντας τα λιγότερο ευανάγνωστα σημεία του κειμένου, αφήνοντάς μας τον ευχάριστο απόηχο της ιαπωνικής κοινωνίας του 1950, το άρωμα της οποίας αποτυπώθηκε έντονα στη μνήμη μου.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

Προηγούμενο άρθροΈκθεση | «75 χρόνια Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν - 75 αντικείμενα»
Επόμενο άρθροΣεμινάριο musical theatre jazz με τη Wendy Gibbins