Από τον Ιωάννη Λάζιο, μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών)
Στο «Όλα… Λάθος!», το έργο των Henry Lewis, Jonathan Sayer και Henry Shields που παρουσιάζεται στο Θέατρο Αθηνά, η σκηνοθεσία της Θέμιδος Μαρσέλλου είναι το πιο δυνατό χαρτί της παράστασης. Έχει φαντασία και επινοητικότητα από την πρώτη στιγμή, ενώ τα σκηνικά, της Μαρίας Φιλίππου, γίνονται μέρος της ίδιας της δράσης: αποδομούνται σταδιακά, σε μια κλίμακα που σπάνια συναντάμε στα ελληνικά θεατρικά δεδομένα. Η σκηνή καταρρέει μπροστά μας και αυτή η κατάρρευση γίνεται ένα από τα πιο απολαυστικά οπτικά ευρήματα της βραδιάς.
Στις ερμηνείες, ο Τζερόμ Καλούτα κερδίζει αμέσως τη συμπάθεια του κοινού. Έχει μια πηγαία, φυσική επαφή με την πλατεία, που λειτουργεί ως ευπρόσδεκτο αντίβαρο στην αυξανόμενη αμηχανία της δράσης. Ο Χάρης Ασημακόπουλος, με τη φυσική σοβαρότητα και την εγκράτειά του, αποδεικνύεται εξαιρετικά ταιριαστός στον ρόλο. Ο Γιάννης Βασιλώττος έχει ανάλαφρη και φρέσκια παρουσία, αν και θα χρειαζόταν να προσέξει τη νωθρότητα που κάποιες στιγμές μοιάζει να καλύπτει τον χαρακτήρα του.
Ο Απόστολος Καμιτσάκης αξιοποιεί πολύ ωραία τις εκφράσεις του προσώπου του και ισορροπεί με άνεση ανάμεσα στο γελοίο και στο αστείο. Η Μαρήλια Μητρούση εντυπωσιάζει με την παρουσία της, αλλά δυσκολεύεται να βρει το αστείο μέσα στη συγκεκριμένη θεατρική σύμβαση. Ο Κωνσταντίνος Μουταφτσής ξεχωρίζει με τη χαρακτηριστική φωνή του, αν και σε ορισμένες στιγμές η έντασή του γίνεται υπερβολική. Η Ελευθερία Μπενοβία κινείται στη σκηνή με τέτοια άνεση, ώστε μας αφήνει να την απολαύσουμε χωρίς να πιέζει την κωμική συνθήκη. Ο Γεράσιμος Παπικινός διαθέτει αυθόρμητο χιούμορ, αναζητά όμως ακόμη τη θέση του μέσα στο έργο και τη σύνδεσή του με το υπόλοιπο σχήμα.
Αυτή η σύνδεση είναι και το βασικό ζητούμενο για την παράσταση συνολικά. Οι ηθοποιοί μοιάζουν ακόμη να αναζητούν τα πατήματά τους και τον κοινό ρυθμό τους, με αποτέλεσμα το σύνολο να εμφανίζεται κατά στιγμές ασύνδετο. Η μεγάλη διάρκεια επιβαρύνει την αίσθηση αυτή: η παράσταση κάνει κοιλιά, ο ρυθμός χαλαρώνει και η κωμική ένταση δεν διατηρείται σταθερά.
Το ίδιο το έργο έχει ενδιαφέρον ως θεατρική κατασκευή, όμως η κωμική του γλώσσα δεν με κερδίζει πάντα. Η φάρσα, η γκάφα και η αποτυχία μιας παράστασης που διαλύεται μπροστά στα μάτια μας μπορούν να γεννήσουν γέλιο, όταν ο ρυθμός είναι ακριβής και η αμηχανία μετατρέπεται σε απολαυστικό παιχνίδι. Εδώ, κάποιες φορές, το γέλιο μοιάζει να γεννιέται περισσότερο από την παρατεταμένη αμηχανία του θεατή παρά από την ίδια την ευρηματικότητα του αστείου.
Είναι, βέβαια, και θέμα προσωπικής αισθητικής. Προτιμώ το χιούμορ που γεννιέται από τον λόγο, τη σκέψη και τις αναφορές στο συλλογικό μας υποσυνείδητο· εκείνο που δεν βασίζεται τόσο στη γκάφα και στη φάρσα, εργαλεία που συχνά κουβαλούν την εποχή τους και δεν διατηρούν πάντα τη δύναμή τους στον χρόνο. Κάποιες συμβάσεις που λειτουργούν εξαιρετικά σε άλλες θεατρικές παραδόσεις δεν μεταφέρονται απαραίτητα με την ίδια ευκολία στη δική μας.
Το «Όλα… Λάθος!» είναι μια αξιοπρεπής παράσταση, με ευρηματική σκηνοθεσία και σκηνικά που μένουν στη μνήμη. Χρειάζεται όμως να βρει γρήγορα τη συνοχή και τον κοινό ρυθμό της. Διαφορετικά, η αμηχανία που επιδιώκει να προκαλέσει ως κωμικό εύρημα κινδυνεύει να γίνει η αμηχανία με την οποία θα φύγει τελικά το κοινό.
Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ


