Από τη Ναντίν Αθανασίου
Ο Αμερικανός ζωγράφος, Μαρκ Ρόθκο (1903–1970), ένας εκ των σπουδαιότερων εκπροσώπων του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού, δεν αντιμετώπιζε τους πίνακές του ως διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως ζωντανές, υπαρξιακές εμπειρίες. Με τα τεράστια πεδία ασαφών χρωμάτων επεδίωκε να προκαλέσει στον θεατή δέος, τραγωδία, έκσταση και εσωτερικό στοχασμό.
Το έργο του Τζον Λόγκαν (βραβευμένο με 6 βραβεία Tony), τοποθετείται στα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν ο Ρόθκο αναλαμβάνει μια σειρά γιγαντιαίων πινάκων για το πολυτελές εστιατόριο Four Seasons στο κτίριο Seagram της Νέας Υόρκης. Η τραγική ειρωνεία είναι προφανής, ένας καλλιτέχνης, που μισεί την εμπορευματοποίηση της τέχνης και την επιδερμικότητα της αστικής τάξης, καλείται να δημιουργήσει έργα για να «στολίσουν» τα τραπέζια των πλουσίων. Το έργο είναι μια σπουδή πάνω στη σύγκρουση των γενεών, τα όρια της καλλιτεχνικής ακεραιότητας και το τίμημα της δημιουργίας.

Ο Ρόθκο του Γιώργου Κιμούλη είναι ένας άνθρωπος οχυρωμένος πίσω από τις ιδέες του. Ένας δημιουργός, που πίστεψε ότι η τέχνη είναι χώρος υπαρξιακού στοχασμού και τώρα βρίσκεται μπροστά στο πιο σκληρό δίλημμα της ζωής του, να κρεμάσει τα έργα του στο πολυτελές εστιατόριο Four Seasons, δίπλα σε τραπέζια πλουσίων, που θα τρώνε αδιαφορώντας, ή να μείνει πιστός στις αρχές του; Δίπλα του, ο Κεν του Δημήτρη Γκοτσόπουλου δεν είναι απλώς ένας βοηθός, που εκτελεί εντολές. Είναι η νέα γενιά, που καταφθάνει ορμητική.
Η σχέση τους χτίζεται πάνω στο κλασικό μοτίβο δασκάλου και μαθητή, που γρήγορα μετατρέπεται σε μια σχέση πατέρα και γιου. Ο Ρόθκο διδάσκει μ' έναν τρόπο αυστηρό, αυταρχικό, χειμαρρώδη, σχεδόν βίαιο, απαιτώντας από τον νεότερο, όχι απλώς να ανακατεύει μπογιές, αλλά να μάθει να «βλέπει» τη φιλοσοφία και το τραγικό συναίσθημα πίσω από την τέχνη. Όμως, δεν υπάρχει καλλιτεχνική γέννηση χωρίς ρήξη! Για να γίνει ο Κεν ο εαυτός του, πρέπει να σταθεί απέναντι στον δάσκαλό του, να αμφισβητήσει την αυθεντία του και να κάνει αυτή την απαραίτητη «πατροκτονία», χωρίς την οποία δεν υπάρχει εξέλιξη. Αν και ο Ρόθκο εμφανίζεται ως ο αυστηρός κάτοχος της αυθεντίας, η φωνή του Κεν σταδιακά διαπερνά την άμυνά του, αναγκάζοντάς τον να αντικρίσει το δικό του ηθικό δίλημμα και τον συμβιβασμό, που ετοιμάζεται να κάνει.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη λειτουργεί με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο του Λόγκαν, αποφεύγοντας τις περιττές σκηνοθετικές εντυπωσιοθηρίες. Καταφέρνει να μετατρέψει ένα αμιγώς διαλογικό έργο σε μια παράσταση με εξαιρετικό εσωτερικό ρυθμό και θεατρική ένταση (όπως η κορυφαία σκηνική στιγμή που δάσκαλος και μαθητής προετοιμάζουν μαζί έναν καμβά, με χορευτικό ρυθμό). Δίνει έμφαση στη σωματικότητα των ηθοποιών. Η σκηνοθετική του ματιά φαίνεται ιδιαίτερα στον τρόπο, που ενορχήστρωσε τη χημεία των δύο ηρώων, επιτρέποντας στον διάλογο να αναπνεύσει, εκμεταλλευόμενος τις σιωπές και χτίζοντας σταδιακά την κλιμάκωση της έντασης μέχρι τη μεγάλη σύγκρουση, κάνοντας τον θεατή να νιώθει συμμέτοχος στη δημιουργική διαδικασία.
Αυτό, που με άγγιξε ιδιαίτερα στην παράσταση ήταν ο τρόπος, που το συναίσθημα μεταφράστηκε σε εικόνα και ήχο. Καθοριστικό ρόλο σ' αυτό παίζει το περιβάλλον. Ο Μανόλης Παντελιδάκης έχει στήσει έτσι τα σκηνικά, ώστε το στούντιο να μην είναι απλώς ένα σκηνικό φόντο, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός. Έχει δημιουργήσει ένα αυθεντικό ατελιέ κι έναν προσωπικό χώρο ζωγράφου, γεμάτο από τη δημιουργική ακαταστασία της καθημερινής δουλειάς. Η μυρωδιά της μπογιάς, η προετοιμασία των καμβάδων και η χειρονακτική φύση της ζωγραφικής μετατρέπουν τη σκηνή σ' έναν τόπο μυσταγωγίας.

Ο φωτισμός της Στέλλα Κάλτσου δεν είναι απλώς ένα τεχνικό βοήθημα, αλλά ένας επιπλέον ηθοποιός πάνω στη σκηνή. Ο τρόπος, που το φως πέφτει πάνω στους πίνακες αποκαλύπτει την ψυχική κατάσταση των ηρώων, αναδεικνύοντας την πάλη ανάμεσα στο «κόκκινο» της ζωής και του πάθους και στο «μαύρο» της κατάθλιψης και του φόβου της λήθης. Παράλληλα, η επιλογή της κλασικής μουσικής δίνει στο στούντιο μια ατμόσφαιρα σχεδόν ιερή. Η μουσική δεν συνοδεύει απλώς τη δράση, αλλά υπογραμμίζει την εσωτερική ένταση και την έκσταση της δημιουργίας.
Ο Γιώργος Κιμούλης αποδίδει έναν Ρόθκο επιβλητικό, εγωκεντρικό, αλλά και τραγικά εύθραυστο. Με στιβαρή άρθρωση, επιβλητική παρουσία και εσωτερική ένταση, φανερώνει έναν άνθρωπο, που βασανίζεται από τον φόβο ότι το «μαύρο» (ο θάνατος, η λήθη) θα καταστρέψει το «κόκκινο» (τη ζωή, το πάθος). Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος μεταμορφώνεται πειστικά από έναν συνεσταλμένο παρατηρητή σ’ έναν θαρραλέο αμφισβητία, που διεκδικεί τον δικό του χώρο, τη δική του καλλιτεχνική και υπαρξιακή ταυτότητα, κορυφώνοντας την ερμηνεία του στη μεγάλη σύγκρουση.
Υπάρχει μια στιγμή στο «Κόκκινο» του Τζον Λόγκαν, που συνειδητοποιείς πως το στούντιο του Μαρκ Ρόθκο δεν είναι απλώς ένας χώρος ζωγραφικής, αλλά ένα πεδίο μάχης! Βγαίνοντας από το Θέατρο Μουσούρη, αυτό, που σου μένει δεν είναι απλώς η ιστορία ενός μεγάλου ζωγράφου, αλλά η αίσθηση ότι παρακολούθησες μια αιώνια, αναπόφευκτη σύγκρουση, αυτή που συμβαίνει όταν η μία γενιά πρέπει να δώσει τη σκυτάλη στην επόμενη! Μια παράσταση, που προβληματίζει τον θεατή για το αν η τέχνη μπορεί να επιβιώσει σ’ έναν εμπορευματοποιημένο κόσμο και πόσο αυτή αντέχει όταν έρχεται αντιμέτωπη με τον συμβιβασμό;

Μία από τις καλύτερες παραστάσεις, που δεν πρέπει να χάσετε!
Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ



