Από τον Ιωάννη Λάζιο, μέλος της ΕΕΘΜΚ (Ένωση Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών)
Ήξερα ότι η παράσταση «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» έχει βρει την ευρεία αποδοχή κοινού και κριτικών και ήθελα από καιρό να τη δω. Είχα την αγαθή τύχη να βρεθώ στο Θέατρο Σταθμός, τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026, και πραγματικά τι σπουδαία τύχη είναι να γίνεσαι κοινωνός της πραγματικής τέχνης. Τέχνης που δεν εξαντλείται στην εντύπωση, αλλά ασπάζεται τον άχρονο παλμό της ουσίας και ορίζει εκείνο το αόριστο που βαθιά μέσα μας προκαλεί συγκίνηση.
Η παράσταση του Κωνσταντίνου Ντέλλα δεν είναι απλώς μια σκηνική αναφορά στη θεσσαλική λαογραφία, στη μαγεία, στη μαγειρική ή στις γυναίκες ενός παλαιότερου κόσμου. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο. Είναι η υπαρξιακή αγωνία ενός παρελθόντος χρόνου που θέλει να ζήσει, για να αφηγηθεί μια ιστορία που πρέπει να ακουστεί από κάθε νέο άνθρωπο. Γιατί στα χαραγμένα από τον χρόνο πρόσωπα των δικών μας ανθρώπων γράφεται μια ολόκληρη ιστορία που μας αφορά.
Οι γριές της παράστασης δεν παρουσιάζονται ως γραφικές φιγούρες ενός μακρινού χωριού ούτε ως νοσταλγικές αναμνήσεις μιας εποχής που πέρασε. Αντίθετα, εμφανίζονται ως ζωντανά αρχεία μνήμης. Ως πρόσωπα που κουβαλούν μέσα τους έναν κόσμο σιωπών, μόχθου, λαϊκής σοφίας, γυναικείας εμπειρίας και βαθιάς αντοχής. Είναι οι γυναίκες που δεν είχαν πάντα δημόσιο λόγο, αλλά είχαν γνώση. Δεν είχαν εξουσία, αλλά είχαν τρόπο. Δεν καταγράφηκαν πάντοτε στην επίσημη ιστορία, αλλά κράτησαν όρθιες οικογένειες, σπίτια και τόπους.
Το μεγάλο επίτευγμα της παράστασης είναι ότι μετατρέπει αυτό το υλικό σε σκηνική πράξη υψηλής καθαρότητας. Η τσουκνίδα, αυτό το ταπεινό και άγριο φυτό, γίνεται σύμβολο. Τσιμπά, καίει, ενοχλεί, αλλά και θρέφει. Όπως ακριβώς και η μνήμη. Δεν είναι πάντα γλυκιά η επιστροφή στο παρελθόν. Είναι όμως αναγκαία. Γιατί εκεί, μέσα στις μισοειπωμένες ιστορίες των γιαγιάδων μας, μέσα στις χειρονομίες, στις συνταγές, στα γιατροσόφια, στα βλέμματα και στις σιωπές, βρίσκεται κάτι από τη δική μας αρχή.
Ερμηνευτικά, οι τρεις ηθοποιοί, Μιχάλης Αναγνώστου, Μανούσος Γεωργόπουλος και Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος, είναι άψογοι. Με ακρίβεια, ευαισθησία και εσωτερική πειθαρχία, τιμούν τη γιαγιά τους που πάντα κάτι τους έλεγε… Και αυτή η τιμή δεν χρειάζεται μεγάλα λόγια. Αντί για παράσημο, έχει τα βουρκωμένα μάτια των θεατών που θυμούνται ακόμα τη δική τους γιαγιά, εκείνη που πάντα κάτι τους έλεγε, άλλοτε με λέξεις και άλλοτε με τη σιωπή της. Οι ηθοποιοί δεν υποδύονται απλώς τις γριές. Τις αφήνουν να περάσουν μέσα από το σώμα, τη φωνή και την αναπνοή τους.
Η σκηνοθεσία λειτουργεί με ακρίβεια καλοκουρδισμένης μηχανής, χωρίς όμως να χάνει ούτε στιγμή την ανθρώπινη θερμοκρασία της. Ο ρυθμός είναι πειθαρχημένος, οι παύσεις ουσιαστικές, οι μεταβάσεις καθαρές. Κάθε κίνηση μοιάζει να έχει λόγο ύπαρξης. Κάθε φωτισμός, κάθε σκιά, κάθε σωματική μετατόπιση υπηρετεί την εσωτερική διαδρομή της παράστασης. Το αποτέλεσμα είναι μια σκηνική σύνθεση όπου τίποτα δεν περισσεύει και τίποτα δεν φωνάζει περισσότερο από όσο πρέπει.
Με τόσα λίγα σκηνικά εργαλεία, σκοτάδι και φως, ερμηνευτικό και σκηνοθετικό ταλέντο, σκληρή δουλειά, καθώς και μάσκες και κοστούμια που δεν λειτουργούν διακοσμητικά αλλά τελετουργικά, η τέχνη ανασαίνει στο Θέατρο Σταθμός. Η κατασκευή της μάσκας από τη Μάρθα Φωκά και η επιμέλεια των κοστουμιών από την Κωνσταντίνα Μαρδίκη συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας και στην ανάδειξη των χαρακτήρων. Τα κοστούμια, των οποίων η κατασκευή αποτελεί ευγενική χορηγία του Εργαστηρίου του Λυκείου των Ελληνίδων Αθηνών, δεν αποτελούν απλώς αισθητικές επιλογές, αλλά οργανικό μέρος της σκηνικής αφήγησης. Ενισχύουν τη μεταμόρφωση των ηθοποιών και τη σύνδεση της παράστασης με το τελετουργικό και λαϊκό της υπόβαθρο.
Και αυτό είναι από μόνο του σπουδαίο. Γιατί σε μια εποχή όπου συχνά αναζητούμε το μεγάλο, το φαντασμαγορικό και το εξωτερικά εντυπωσιακό, η παράσταση αυτή μας θυμίζει ότι το θέατρο μπορεί να γεννηθεί από τα απολύτως απαραίτητα: ένα σώμα, μια φωνή, ένα φως, μια μνήμη.
Οι «Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» είναι μια παράσταση βαθιά συγκινητική, όχι γιατί εκβιάζει το συναίσθημα, αλλά γιατί το γεννά φυσικά. Δεν ζητά από τον θεατή να συγκινηθεί. Τον οδηγεί εκεί αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, μέχρι τη στιγμή που εκείνος αναγνωρίζει στη σκηνή κάτι από το δικό του σπίτι, από τη δική του παιδική ηλικία, από τη δική του γιαγιά, από τον δικό του χαμένο χρόνο.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό της επίτευγμα. Ότι μας κάνει να κοιτάξουμε ξανά τη γριά όχι ως εικόνα φθοράς, αλλά ως φορέα ζωής. Όχι ως πρόσωπο που έμεινε πίσω από την ιστορία, αλλά ως εκείνη που τη διατήρησε όταν κανείς άλλος δεν την κατέγραφε. Η παράσταση αυτή είναι ένας φόρος τιμής στις γυναίκες που έζησαν χωρίς να ζητήσουν αναγνώριση, αλλά άφησαν πίσω τους έναν κόσμο ολόκληρο.
Φεύγοντας από το θέατρο, δεν έχεις την αίσθηση ότι είδες απλώς μια καλή παράσταση. Έχεις την αίσθηση ότι άκουσες κάτι που έπρεπε να ακουστεί. Ότι κάποια φωνή, παλιά και δική σου μαζί, βρήκε επιτέλους τον χώρο να μιλήσει.
Πληροφορίες για την παράσταση: εδώ

