Κριτική για την παράσταση "Μετά την πρόβα"

1308

Από τη θεατρολόγο Τζούλια Κόγκου

Η παράσταση «Μετά την Πρόβα» του Ι.Μπέργκμαν αναφέρεται στη ζωή, τις σχέσεις και τις αδυναμίες των ανθρώπων του θεάτρου. Πρόκειται για αυτοβιογραφικό κινηματογραφικό έργο του Μπέργκμαν που μεταφέρεται επί σκηνής, το οποίο με ιδιαίτερη επιτυχία ανεβάζει ο Π.Μουστάκης στο θέατρο της οδού Κυκλάδων. Ο σκηνοθέτης στήνει ένα θέατρο εν θεάτρω όπου εναλλάσσεται μεταξύ παρόντα - παρελθόντα χρόνο, πρόβας – παράστασης αναζητώντας τα όρια μεταξύ ζωής και θεάτρου. Η πολυπρισματική σκηνοθετική προσέγγιση τονίζει την επανάληψη και χρησιμοποιεί τους αντικατοπτρισμούς ανάμεσα στο πρόσωπα του έργου αλλά και μεταξύ σκηνής και κοινού. Η δραματουργική απόδοση εμπλουτίζεται με την προσθήκη ενός ακόμη προσώπου, του μικρομέγαλου αγοριού.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το ρυθμό και τη φορμαλιστική κινησιολογία οδηγούν στην απομάκρυνση  από το ρεαλισμό του κειμένου φωτίζοντας με ένα ιδιαίτερο τρόπο την εσωτερική πάλη των χαρακτήρων. Τα πρόσωπα είναι τέσσερα αλλά, τελικά, δύο μόνο οι πρωταγωνιστές επί σκηνής: το αρσενικό και το θηλυκό. Από την μία πλευρά, ο Χένρικ Βόγκλερ με το εσωτερικό του παιδί και από την άλλη,  η Ράκελ με τον αντικατοπτρισμό της, την κόρη της ΄Αννα. Το αρσενικό “παιδί” παρουσιάζεται γερασμένο και ώριμο. Η γνώση των 62 χρόνων δεν τον αφήνουν να παρασυρθεί σε ένα ακόμη ερωτικό παιχνίδι με την γνωστή κατάληξη: να αποτελέσει το τρίτο μέλος μιας σχέσης. Και για αυτό το “παιδί” του Χένρικ δεν “παιδιάζει” και στο τέλος μεταμορφώνεται σε ένα σοβαρό κλόουν. Από την άλλη, το θηλυκό κατ’ επανάληψη προκαλεί και ως Εύα είναι έτοιμο να παρασύρει. Ετεροχρονισμένα, βλέπει τα λάθη του που και πάλι δύσκολα μπορεί να αποφύγει την επανάληψή τους.

Οι ερμηνείες και των τεσσάρων ηθοποιών είναι ξεχωριστές. Η Μ.Ναυπλιώτου ενσαρκώνει τη 46χρονη Ράκελ προσδίδοντάς της όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του ιδιαίτερου ψυχισμού, του ναρκισσισμού, της φιλαρέσκειάς της αλλά και της μοναξιάς, της απόγνωσης και του αδιεξόδου μιας καλλιτέχνιδας που την εγκλώβισαν οι οικογενειακές υποχρεώσεις. Άψογα μελετημένη κάθε στιγμή της σκηνικής της παρουσίας, ο θεατής αδημονεί για την επόμενή της κίνηση.

Ο ρόλος του Π.Μουστάκη είναι αβανταδόρικος: είναι ο σκηνοθέτης που παίζει το σκηνοθέτη σε ένα άλλο έργο οπότε δεν μπορεί παρά να μελετά και να παρατηρεί τις κινήσεις των άλλων που βρίσκονται επί σκηνής και όχι να υποκρίνεται ο ίδιος. Η φαινομενικά ουδετερότητα του εμπλουτίζεται με την παρουσία ενός παιδιού ως η συγκαλυμμένη παιδικότητα από το γέρικο κορμί του. Η επιλογή είναι σε κάθε περίπτωση εξαιρετική.

Η Π.Τσιλίκα ως Άννα κινείται ως μαριονέτα σε ένα έργο προσχεδιασμένο από την μοίρα. Η ηθοποιός υποκριτικά και κινησιολογικά ανταποκρίνεται μοναδικά στις απαιτήσεις του ρόλου της. Ακριβής κάθε στιγμή, συμπληρώνει εύστοχα το σκηνικό κουαρτέτο με την λεπτεπίλεπτη φύση της που κρύβει τη φωτιά της νιότης, τον πόνο και την αδυναμία να απαλλαγεί από ότι είναι προκαθορισμένο.

Το σκηνικό, παρότι λιτό, είναι αποτελεσματικό ως προς την αλλαγή του θεατρικού σύμπαντος και της σχέσης του με το αθηναϊκό κοινό. Στα ίδια πλαίσια, ο φωτισμός παίζει καθοριστικό ρόλο στο ρυθμό και στην δραματουργική προσέγγιση τεκμηριώνοντας την πολυδιάσταση της σκηνοθεσίας κυρίως ως προς την αποκάλυψη των συναισθημάτων και των χαρακτήρων των προσώπων.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

1 ΣΧΟΛΙΟ