Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Πόρτες"

Κριτική για την παράσταση "Πόρτες"

426

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή.

Η Χρύσα Σπηλιώτη γράφει θεατρικά έργα από το 1996. Ποιος ανακάλυψε την Αμερική, Σκοτσέζικα Ντους, Αγκά…σφι… και φι…, Με διαφορά στήθους, Φωτιά και Νερό, Ποιος κοιμάται απόψε, Το μάτι της Τίγρης, Η αληθινή σου ιστορία και τώρα οι Πόρτες. Τα έργα της έχουν παραστεί σε διάφορες χώρες του κόσμου και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Στις Πόρτες όλοι οι ρόλοι ερμηνεύονται από τρεις ηθοποιούς. Ο ηθοποιός που παίζει τον Γιατρό ερμηνεύει επίσης και τον Παππού και τον Σερβιτόρο. Ο ηθοποιός που ερμηνεύει τον Πατέρα παίζει επίσης τον Θόδωρο, τον Πέτρο και το Οκτάχρονο Αγόρι. Η ηθοποιός που υποδύεται τη Νίκη παίζει ακόμα τη Μητέρα και τη Γιαγιά. Οι εναλλαγές ρόλων γίνονται με τις λιγότερες δυνατές αλλαγές ή δυνατό η αλλαγή του ρόλου γίνεται με ένα και μόνο αντικείμενο. Αυτή είναι η σκηνική οδηγία της συγγραφέα, της οποίας πια ο τρόπος γραφής είναι πολύ χαρακτηριστικός, το ίδιο και η διερεύνηση των θεμάτων που άπτονται της οικογένειας και της κοινωνίας.

Γράφει ο Αντρέ Ζιντ « Οικογένειες, σας μισώ ! Σπίτια κλειστά, πόρτες κλειδωμένες. Αποκτήματα που ζηλεύουν, επιβουλεύονται την ευτυχία», ελεύθερη μετάφραση του γαλλικού “Familles, je vous hais ! Foyers clos, portes refermées; possessions jalouses du Bonheur”. Νομίζουμε ότι αυτή η δήλωση αποτυπώνει την τραγικότητα του έργου. Η Νίκη    φερ’ ειπείν ήταν, όπως δήλωσε στον ψυχαναλυτή της « ένα καλομαθημένο και μαζί κακοπαθημένο παιδί».

Το έργο αφορά την επίσκεψη της Νίκης στον Ψυχαναλυτή για να διερευνήσει και να θεραπεύσει τον ανεξήγητο πόνο στο στομάχι, έναν δισταγμό, έναν φόβο, κάθε που είναι να περάσει μία πόρτα.

Στον ψυχαναλυτή ανακαλεί τις παιδικές της μνήμες. Ένας παππούς, που την είχε βασίλισσά του και στις δύσκολες παιδικές εμπειρίες της διηγούνταν παραμύθια, ήταν καθώς έλεγε ο σύμμαχός της. Ο γιος του πατέρας της Νίκης εξαρτημένος από τη μητέρα του και ευνουχισμένος και καθόλου αποδεκτός τον πατέρα του, με έναν δύσκολο γάμο με την μητέρα της Νίκης. Η οικογένεια της Νίκης από τον πατέρα της είχαν μια παράδοση με τις κλειδαριές, είχαν μια επιχείρηση με κλειδαριές, που την κλείσανε. Η ίδια η Νίκη σχεδίαζε κλειδαριές, όμως «στο σχολείο , όταν ζωγράφιζε μια πόρτα, δεν της έβαζε ποτέ ούτε κλειδαριά, ούτε πόμολο. Οι δικές της πόρτες δεν άνοιγαν». Ο πατέρας της ήθελε να γίνει τενόρος στην όπερα αλλά τον μπλόκαρε ο πατέρας του και παππούς της Νίκης. Κλείδωσε το πάθος του και δεν δικαίωσε ποτέ τον εαυτό του. Μοιραία ακολούθησε και η ζωή του, μια ζωή καθυποταγμένη και πνιγμένη στο ποτό.

Θαύμαζε τον παππού της γιατί « αν και κλειδαράς , ήταν καλλιτεχνική φύση. Το σπίτι γεμάτο πίνακες, Μπουζιάνης, Τσαρούχης, μεγάλος συλλέκτης. Γύρναγε πάντα αναμαλλιασμένος μουρμουρίζοντας κομμάτια από όπερες…»

Ο παππούς έπαθε αλτσχάιμερ, έγινε ένας γραφικός γέρος με μια εμμονή στον αυνανισμό. Όταν η μητέρα της Νίκης του υπενθυμίζει να σκεφτεί τη ψυχή του εκείνος τη ρωτά πια από τις δυο. « Μια ψυχή έχετε, πατέρα. – το σκουλήκι, άμα χωριστεί στα δυο και πάει το ένα κομμάτι από δω και τ’ άλλο από κει, πόσες ψυχές έχει ;» για να καταλήξει να τη λέει αυτός αγελάδα και εκείνη να λέει ότι αυτός πάσχει από δαιμονισμό.

Η Γιαγιά μια γυναίκα φιλάρεσκη, με εραστή τον Θόδωρο, τον χασάπη, ψάχνει να βρει που έχει κρυμμένους πίνακες ο παππούς για να τους εκποιήσει και να ικανοποιήσει την κοκεταρία της. Θέλει να κλείσει τον άντρα της σε ίδρυμα, όμως καθώς την επαναφέρει ο γιος της δεν υπάρχουν λεφτά για αυτό.

Ο πατέρας λέει ότι ψάχνει για δουλειά και βρωμοκοπάει πετρέλαιο, όπως παρατηρεί η μάνα του. Τον ρωτά αν τον περιμένει καμιά γκόμενα, αλλά σιγά μην κοιτάξει καμιά τον τενόρο, τον απαξιώνει και με τη δουλειά, θέση νυχτοφύλακα θα βρει μέσα στο βράδυ, εκείνος τρέχει άσκοπα με το αυτοκίνητό του για να μην σκέφτεται. Η μάνα του λέει ότι θα σκοτώσει καμιά γριά στο δρόμο και θα τον κλείσουν φυλακή. Πάει να φύγει και η πόρτα δεν ανοίγει είναι κλειδωμένη. Ο παππούς είναι κλειδωμένος για να μην φεύγει και αυτοί το ίδιο όμως.

Όλοι δέσμιοι σε κάποιο προσωπικό τους αδιέξοδο. Έχει δοθεί τέλεια η ατμόσφαιρα του εγκλεισμού , του ψυχολογικού εγκλεισμού, του προσωπικού τους αδιεξόδου. Θυμίζει λίγο το δωμάτιο από το Κεκλεισμένων των θυρών του Σαρτρ. Βέβαια μόνο στο σημείο της αναγκαστικής, της επιβαλλόμενης κράτησης και της ασφυκτικής αναφοράς σε έγκλημα. Εδώ στο έργο της Χρύσας Σπηλιώτη έχουν διαπραγεί κατά συρροή εγκλήματα, εναντίον του εαυτού, αλλά και εναντίον του άλλου.

Ο παππούς διαβάζει τα ατελείωτα συμπτώματα της ασθένειας που λένε ότι έχει. Μεταξύ αυτών και η μη αναγνώριση των οικείων. « Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ βασίλισσα !» αναφέρεται στη μικρή Νίκη στο καροτσάκι. Στο μεταξύ βλέπει ότι τον έχουν κλέψει, του έχουν ρημάξει τα υπάρχοντά του, του παίρνουν τους πίνακες του. Καθησυχάζει την μικρή ότι για εκείνη έχει κρύψει κάπου έναν θησαυρό και συνεχίζει μια από τις διηγήσεις του για τον Μύθο του Σπηλαίου και τον ήρωα που «επιτέλους φτάνει στο άνοιγμα της σπηλιάς και στραβώνεται από το φως, έτσι έχει δυο επιλογές ή να προχωρήσει στον ήλιο ή να γυρίσει στον πάτο της σπηλιάς, όπου είχε ζήσει όλη του τη ζωή. Και ξαφνικά εκείνη η σπηλιά φαντάζει σαν την αγκαλιά της μάνας που μπορεί να τον προστατεύσει μέσα στο γνώριμο σκοτάδι της. Τώρα θέλει να γυρίσει πίσω και να ξεχάσει τα πάντα.» Αυτή είναι η περίπτωση του παππού και του προσωπικού του εγκλεισμού. Μετά που έζησε πολλά και χόρτασε φοβισμένος κλείστηκε στη σπηλιά της λήθης και της «φροντίδας» των άλλων.

Στην συνάντηση με τον γιατρό η Νίκη γίνεται κοριτσάκι και θυμάται μια σκηνή με ένα αγόρι, την πάλη τους, τη διάθεσή της να τον κάνει να ζηλέψει, τον ερωτισμό της που εγκλωβίστηκε στον χαρακτηρισμό, από το αγόρι, της γιαγιάς της ως «πουτάνα», που όλοι ξέρουν ότι έχει γκόμενο τον χασάπη.

Η μνήμη παίζει περίεργα παιχνίδια. Δεν ξέρει κανείς τι γίνεται με το πίσω μέρος του μυαλού. Ο Γιατρός της λέει ότι δεν μπορεί να ελέγξει το παρελθόν της. Εκείνη ανταπαντά ότι οι γονείς της ήταν καλοί αλλά θα μπορούσε να έχει και καλύτερους. Της έλλειψε η αγάπη, η ασφάλεια και η προστασία.

Η Νίκη γδύνεται και μένει με ένα μαύρο κομπινεζόν και υποδύεται τη γιαγιά της, που συνευρίσκεται με τον Θόδωρο. Γκροτέσκο σκηνή που διακόπτεται από το βλέμμα της μικρής που τους πιάνει επ’ αυτοφώρω. Ο Θόδωρος νιώθει να πνίγεται σαν να παθαίνει εγκεφαλικό.

Ο γιατρός υποδεικνύει στη Νίκη να βρει τις ψηφίδες της ζωής της για να μπορέσει να περνά άνετα τις πόρτες.

Οι προβολές στο σκηνικό δείχνουν τον λαβύρινθο του μυαλού, τις διαδρομές, τις πόρτες που συνειδητά ή και ασυνείδητα δεν ανοίγουμε, τον εγκλωβισμό μας, μιας και όλοι είμαστε κλειδοκράτορες του δικού μας λαβύρινθου.

Στο Μεξικό με τον Πέτρο προσπαθεί να ανοίξει τις πόρτες, που η καθεμιά οδηγεί σε μια άλλη πραγματικότητα. Ενώ είναι με τον Πέτρο ξεπετάγεται ο παππούς η Νίκη τον ρωτά τι θέλει για να απαντήσει εκείνος αυτό που φαίνεται τρυφερό και γλυκό είναι όμως απειλητικό « Όπου πας εσύ κοριτσάκι έρχομαι και εγώ, τι να κάνω, εσύ με σέρνεις μαζί σου. Όπου και να πας, κουβαλάς τον κόσμο σου, έτσι δεν είναι πάντα ;» Τον βλέπει και ο Πέτρος γιατί όλα αυτά έχουν στοιχειώσει τον άνθρωπο που αγαπά τη Νίκη, είναι οι εμμονές της, που δεν της επιτρέπουν να προχωρήσει. Όταν αυτό ωρίμασε μέσα της παρουσιάστηκε ο παππούς για να τη συμβουλέψει να προχωρήσει όπως ο ήρωας του Σπηλαίου, που εκείνη πάντα τον ήθελε να σπάει τα δεσμά του και να βγαίνει στο Φως. Μπορεί λίγο στην αρχή να πονάει αλλά μετά θα είναι υπέροχα.

Η οικονομική δυσχέρεια , οι καυγάδες του παππού με τη γιαγιά για τον εραστή της, για τα λεφτά, ο πατέρας που σκότωσε επιτέλους εκείνη τη γριά που πέρναγε τον δρόμο όταν αυτός οδηγούσε πιωμένος λέει στον πατέρα του «Εσύ μ’ άφησες μισό άνθρωπο. Δεν πρόκειται να φύγεις ζωντανός από τα χέρια μου. Δεν θέλεις να σου κάνω ένα ξυρισματάκι, μπαμπά, σαν αυτά που μου έκανες εσύ στα δεκαπέντε μου; Έλα να σε ξυρίσω.» Δεν θέλει γιατί έχει ελιές ούτε όμως και εκείνος ήθελε τότε γιατί είχε σπυράκια και έτρεχαν τα αίματα. Τον χτυπά και μετά τον αγκαλιάζει κλαίγοντας. Τρομερές σκηνές ρεαλιστικής , αλλά και μεταφορικής ενδοοικογενειακής βίας.

Η μία σκηνή οδηγεί στην άλλη με μια φυσικότητα μοναδική. Φεύγει ο πατέρας και έρχεται η Νίκη , η οποία ανησυχεί για τον κουλουριασμένο κάτω στο πάτωμα παππού ενώ εκείνος την οδηγεί στην καταπακτή του σπιτιού , που αγνοούσε η Νίκη, να της δείξει αυτό που φύλαγε εκεί για εκείνη, έναν αυθεντικό πίνακα το Θεόφιλου. Θυμάται πως απέκτησε τον πίνακα και την βίαιη συνεύρεσή του με μια ξανθιά δίπλα στο στρατόπεδο. Η σκηνή μετατίθεται μέσα στο εγκεφαλικό του χάος και ταυτίζει την ξανθιά εκείνη με την εγγονή του με το μοιραίο αποτέλεσμα. Για τη Νίκη « Πώς φαίνεται ο κόσμος απ’ την ανάποδη ; Το φως σκοτάδι, η τάξη χάος, ο σύμμαχος εχθρός; Ο μόνος της σύμμαχος, ο μόνος, ο πιο δικός της.» Κατηγορεί τον εαυτό της , τον θεωρεί βρώμικο και κλείνει όλες τις πόρτες. Ο παππούς εμφανίζεται πάλι «Τι έπαθες παιδί μου, γιατί κλαις ; Ποιος σε πείραξε να τον σκοτώσω ;»

Για να προχωρήσει πρέπει να τους συγχωρέσει όλους. Ο παππούς εμφανίζεται και της ζητά συγγνώμη, αφού πρώτα ο Γιατρός της έχει αναλύσει τη διαταραχή που προκαλεί το Αλτσχάιμερ. « Ήρθα να σε αποχαιρετήσω, βασίλισσα. Συγχώρεσέ με συγχώρεσε το θρυμματισμένο μου μυαλό.» Συνεχίζει εκείνος μιλώντας για τον πατέρα της « Κι ένα βλέμμα μπορεί να σε καθηλώσει όταν είσαι ένα τόσο δα μικρό πλάσμα. Θυμάμαι τον πατέρα σου μικρό… τραγουδούσε όμορφα. Ποτέ δεν το παραδέχθηκα μέχρι που τον αχρήστευσα. Ποιος είπε πως οι γονείς δεν φθονούν, χωρίς να το ξέρουν ; Συγχώρεσέ τους, συγχώρεσέ με.» Η Νίκη νιώθει καταρρακωμένη « ο πιο δικός μου , γίνεται ξαφνικά εχθρός…» Ο παππούς εξηγεί ότι έτσι είναι πάντα « Από γενιά σε γενιά… ο πιο δικός μας σκοτώνει… με μια λέξη, ένα βλέμμα… με τις πιο καλές προθέσεις… σχεδόν πάντα με τις πιο καλές προθέσεις.»

Απελπισμένη ρωτά τι να κάνει για να δώσει την λύση ο παππούς της μιλά για μια εξαγνιστική φωτιά «Άσε την πληγή να σε καταλάβει… παραδέξου την… παραδόσου σ’ αυτήν… Κι ύστερα, άναψε μια ιερή φωτιά στο κέντρο της ύπαρξής σου, στο μυαλό και την καρδιά… καψ’ τα όλα κι ασ’ τα να ξεπλυθούν στη βροχή… Υπάρχουν πάντα δυο ζωές, Αυτή που γραπώνεται στον πόνο κι η άλλη που ανοίγεται. Ανοίξου, προχώρα.»

Δεν υπάρχει πιο δυναμικό και ελπιδοφόρο τέλος από αυτή την παρότρυνση για ζωή. Η Νίκη απελευθερώνεται από τους δικούς της Βρυκόλακες.

Η σκηνή του τέλους όπου ο Γιατρός χορεύει με τα κοστούμια του γαμπρού και της νύφης είναι μια λυρική σκηνή με τέλεια κίνηση και υπέροχο συμβολισμό.

Το έργο βρίθει από σημειολογικές αναφορές, γεγονός που ακολουθεί και η παράσταση, όχι μόνο στην υπόκριση των ηθοποιών και στην μεταφορά τους από τον ένα ρόλο στον άλλο, αλλά και στη σκηνοθεσία και βέβαια στη σκηνογραφία ακόμα και με αυτό το απλό τρίπτυχο του σκηνικού που κάθε φορά έχει και ένα σημαντικό για τη δράση ρούχο, στην αρχή ένα ροζ ταγιέρ, εργατική φόρμα, σαλοπέτα και μια ρόμπα , αργότερα νυφικό και κοστούμι γαμπριάτικο.

Η παράσταση έχει ρυθμό, έχει άποψη έχει καταπληκτικές ερμηνείες από όλους. Διακρίνεται η Ευγενία Αποστόλου και ο Σπύρος Βάρελης. Η σκηνοθεσία ευρηματική, εκμεταλλεύτηκε όλες τις δυνατότητες του χώρου και ακολούθησε τις οδηγίες της συγγραφέα.

Δημιουργήθηκε εκείνη η ασφυκτική ατμόσφαιρα και το έργο έγινε άμεσο και άγγιξε τον θεατή, γιατί δεν υπάρχει περίπτωση να μην έχει κάποιος τουλάχιστον κάποιο όνειρο κλειδωμένο , κάποια ανεξήγητη αναστολή που να οφείλεται σε κάποιο αδικαιολόγητο φόβο. Ας μην παραβλέπουμε οι ενήλικες κυοφορούν μέσα τους το παιδί που κάποτε ήταν. Είναι παιδιά μεταμφιεσμένα σε ενήλικες.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ