Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους"

Κριτική για την παράσταση "Ένα φεγγάρι για τους καταραμένους"

1182

Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Το Θέατρο Πορεία, μετά τη Σκακιστική Νουβέλα του Στέφαν Τσβάιχ, συνεργάζεται ξανά με τη Μαριλίτα Λαμπροπούλου και την ομάδα Zero Gravity παρουσιάζοντας από 15 Οκτωβρίου 2018 το κύκνειο άσμα του Ευγένιου Ο' Νηλ «Ένα Φεγγάρι για τους Καταραμένους» (1943) σε συνεργασία με την εταιρία θεάτρου Ακτίς - Μοντέρνοι Καιροί.

Στη σκηνή μια παράγκα και βαρέλια. Πρόκεται για το φτωχικό σπίτι ενός αγρότη στο Κονέκτικατ το οποίο ανήκει στον ενοικιαστή γης Φιλ Χόγκαν. Το έργο εκτυλίσσεται από το μεσημέρι κάποιας μέρας, στις αρχές Σεπτέμβρη του 1923, ως τα ξημερώματα της επομένης.

Η σπαρακτική έως σοκαριστική εισαγωγική σκηνή της καταδίωξης, της προσπάθειας ακινητοποίησης κι εντέλει της μεταφοράς και σφαγής του γουρουνιού, λειτουργεί ως μια έξοχη προοικονομία του εγκλωβισμού του, της παγίδευσης και της τελικής πτώσης, κυριολεκτικά και μεταφορικά, των ηρώων αλλά και του ανθρώπου γενικότερα.

Η κίνηση του ηθοποιού (Ιωκό - Ιωάννης Κοτίδης) είχε το δέοντα τραγικό χαρακτήρα και οδηγούσε τον θεατή, με το σβήσιμο των φώτων πριν την αρχή του έργου, να ενταχθεί πλήρως στο κλίμα καταπίεσης και εγκλεισμού.

Ο Ευγένιος Ο΄Νηλ είναι ο πρώτος αμερικανός δραματουργός που υιοθέτησε στο έργο του τις τεχνικές ρεαλισμού, γνωστές στο ευρωπαϊκό θέατρο από τον Άντον Τσέχωφ, τον Ερρίκο Ίψεν και τον  Αύγουστο Στρίντμπεργκ. Τα έργα του τραγικά και απαισιόδοξα παρουσιάζουν περιθωριοποιημένους  χαρακτήρες, που προσπαθούν να διατηρήσουν ακέραια κάποια όνειρά τους, ώστε να μη χάσουν την ανθρωπιά τους. Σπάνια το καταφέρνουν, ωστόσο ο συγγραφέας τους παρακολουθεί στην απεγνωσμένη πορεία τους προς το χαμό.

Η Τζόσι ( Ιωάννα Παππά) έχοντας φυγαδεύσει και τα άλλα της αδέλφια επιχειρεί να φυγαδεύει και τον αδελφό της Μάικ, μακριά από έναν πατέρα – «αράχνη» και συνάμα «βαμπίρ», ο οποίος υποδουλώνει τα παιδιά του και τα θεωρεί κτήμα του. Ο  Φιλ Χόγκαν ( Γιάννης Νταλιάνης), φτωχός μετανάστης, πότης, προσπαθεί να βρει τρόπους  να κερδίσει χρήματα. Προξενεύει την κόρη του Τζόσι στον αλκοολικό, ξεπεσμένο ηθοποιό Τζιμ Ταϊρόν ( Γιώργος Τριανταφυλλίδης), μαθημένο στη ζωή του Μπρόντγουεϊ και στις νυχτερινές κραιπάλες της Νέας Υόρκης, που οσονούπω θα έχει ένα  μεγάλο κτήμα στην επαρχία όπου ζουν.

Όλοι οι ήρωες είναι μπλεγμένοι σε ένα παρελθόν, που  λειτουργεί όχι μόνο σαν άγκυρα, αλλά και σαν πέτρα στο λαιμό. Αδύνατο να απεμπλακούν από την εικόνα που θέλουν να δώσουν στον άλλο και αδύνατο να μην αποκαλυφθεί η μεγάλη εσωτερική τους διάλυση.

Η Ιωάννα Παππά, δείχνει, ενώ δεν είναι, όπως θα αποκαλυφθεί, μια εύκολη κοπέλα, που νταραβερίζεται με τους άντρες της περιοχής. Όμως δεν παντρεύεται κανέναν. Αρχικά συμπεριφέρεται σαν αγοροκόριτσο απέναντι σε έναν σκληρό πατέρα, τον οποίο δεν πρόκειται να εγκαταλείψει ποτέ. Θυσιάζει τον εαυτό της για να απελευθερώσει τα αδέλφια της, ταυτίζεται μαζί του, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι όμοιοι. Δεν επιτρέπει στον εαυτό της να ερωτευτεί και η άμυνά της είναι η εικόνα που τέλεια υποστηρίζει, αυτή της εύκολης.

Ο πατέρας με τρόπο μεθοδικό προωθεί τον Τζιμ Ταϊρόν στην Τζόσι, επιχειρεί να της καλλιεργήσει την πεποίθηση ότι του αρέσει, ενώ φροντίζει παράλληλα να εξομαλύνει την άγρια εικόνα του Ταϊρόν, λέγοντάς της ότι «κάνει τον σκληρό και το χυδαίο, για να αντέξει τη ζωή, που τον βασανίζει. Αυτό δεν κάνουμε όλοι;»  Αυτή είναι η μεγάλη αλήθεια του έργου. Όλοι κάπως αλλιώς παρουσιάζονται, σε σημείο που δεν ξέρει κανείς πια είναι η πραγματική φύση τους. Ο Ταϊρόν το λέει καλά «Εμπιστοσύνη δείχνουν μόνο τα κορόιδα».

Η μετάφραση και η ερμηνεία αποδίδουν ακριβώς την παρακμή καθώς ο λόγος είναι ακραία ρεαλιστικός. Η Τζόσι διέπεται από μια ανομολόγητη ανάγκη να αγαπηθεί. Ωστόσο δεν το δείχνει καθόλου. Αντίθετα κάνει ό,τι μπορεί για να το κρύψει. Στον Ταϊρόν βλέπει ευαισθησίες, που μπορεί και να μην έχει, προβάλλοντας σ’ αυτόν τις δικές της, ίσως, ανησυχίες.

Σε συνεννόηση με τον πατέρα της, κλείνει ραντεβού με τον Ταϊρόν προκειμένου να γίνουν ζευγάρι , οδηγώντας τον σε μια καλοστημένη παγίδα για να τους παραχωρήσει το κτήμα. Η  μια ανατροπή διαδέχεται την άλλη. Τον μεθά όσο μπορεί, υποδύεται την εύκολη και διαθέσιμη, προδίδεται όμως, καθώς δε μπορεί να το υποστηρίξει επηρεασμένη σ’ ένα βαθμό κι απ’ τα αισθήματά της γι’ αυτόν, ο οποίος παρόλα αυτά αποκαλύπτει τη βίαιη, ελλειμματική του προσωπικότητα, που καθώς φαίνεται όσο και να θέλει δε μπορεί να αγαπήσει καθώς είναι πολλά τα ψυχικά χρέη του παρελθόντος. Αν και ο Ο΄Νηλ είναι ο πατέρας του σύγχρονου ρεαλιστικού θεάτρου, διακρίνεται στο έργο του και μια μεταφυσική διάσταση για όσα μοιραία καταδικάζουν τον άνθρωπο. Ενδιαφέρουσα και αυτή η θεώρηση, καθώς διερευνά πολλαπλά επίπεδα των τραγικών του ηρώων.

Οι ηθοποιοί προσπάθησαν από την πλευρά τους να αποδώσουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τον πολυεπίπεδο αυτόν προβληματισμό του συγγραφέα και αξίζουν συγχαρητήρια. Στο ρόλο του Φιλ Χόγκαν ο Γιάννης Νταλιάνης έχει τη στόφα του μεγάλου ηθοποιού κατορθώνοντας να είναι την ίδια ώρα μεθύστακας, συμφεροντολόγος και ένας αξιοθρήνητα ανασφαλής και λούμπεν χαρακτήρας μέσα σε μια ανταγωνιστική κοινωνία. Με την ίδια ανασφάλεια και ακόμα μεγαλύτερη η Ιωάννα Παππά στο ρόλο της Τζόσι Χόγκαν μοιάζει να απεκδύεται τη γυναικεία της φύση, καθώς και τη συνδεόμενη μ’ αυτή διάθεση για τεκνοποίηση. Πώς να μην κάνει κάτι τέτοιο, όταν παρατηρεί τα θύματα της οικογένειας στο ίδιο το δικό της περιβάλλον.

Καμία διαφυγή. Όλα, η οικογένεια κι η κοινωνία στραγγαλίζουν τα μέλη τους, αφήνοντάς τα κενά, ψυχικά λειψά και βαθιά εγκαταλελειμμένα. Το ίδιο κι ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης στο ρόλο του Τζιμ Ταϊρόν. Δοκίμασε μια καριέρα στο  Μπρόντγουεϊ, διεφθάρη, επέστρεψε και μεταφέρει τα βιώματά του, όπως η χελώνα το καβούκι της. Γίνεται μέθυσος για να διαφύγει από ό,τι τον πονά. Το αλκοόλ και η σκληρότητα απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους. Η αδυναμία απαγκίστρωσης από το νοσηρό παρελθόν τους καθιστά όλους καταραμένους.

Ο Ντίνος Γκελαμέρης αξιοπρόσεκτος στο ρόλο του Μάικ Χόγκαν, του θυμωμένου, αλλά δραστήριου νέου, έτοιμου να πετάξει με την ώθηση της αδελφής του μακριά. Κανένα από τα αδέλφια αφότου έφυγαν δεν ξαναγύρισαν να τη δουν. Μόνο έτσι μπορείς να ξεφύγεις από την οικογενειακή κατάρα αν απομακρυνθείς από την πληγή, αλλιώς αυτή λειτουργεί σα δίνη και δε ξεμπλέκεις ποτέ. Δεν πρέπει να ξανακοιτάξει κανείς πίσω. Τα αδέλφια της το κατάφεραν, οι υπόλοιποι όμως όχι. Μέσα από σπαράγματα λόγων προκύπτει ότι δε μπορούν να είναι καν ο εαυτός τους, γιατί αυτός έχει πια αλλοιωθεί σε τέτοιο βαθμό, που τον έχουν πια ξεχάσει. Καμία απόλαυση! «Δεν πάει στο διάολο και το φεγγάρι!»

Ο Ιωάννης Κοτίδης στο ρόλο του Στέντμαν Χάρντερ, προσωποποιεί αυτήν την κοινωνία που συνθλίβει τον αδύναμο γιατί απλά μπορεί. Τον εμπαίζει λίγο ο Χόγκαν, πριν ο Χάρντερ βάλει τον πατέρα του να τους κατατροπώσει.

Όλα σωστά ρυθμισμένα και μελετημένα με την διεισδυτική ματιά της σκηνοθέτιδας Μαριλίτας Λαμπροπούλου, που φαίνεται ότι μελέτησε τον Ευγένιο Ο΄Νηλ και οργάνωσε έτσι τη σκηνική δράση από την αρχή της παράστασης ως το τέλος, ώστε να αντιληφθεί ο θεατής το αδιέξοδο των ανθρώπων, που έχουν περιπέσει σε τέτοιο εσωτερικό χάος, ώστε νε μη μπορούν να απολαύσουν ούτε το φως του φεγγαριού.

Η μετάφραση των Θοδωρή Τσαπακίδη και της Ισμήνης Φραγκιουδάκη απέδωσε με αξιοθαύμαστη πιστότητα τη σκέψη του συγγραφέα και σκηνικά μπόρεσε να μεταδόσει την εντύπωση της τραχιάς, αμερικάνικης προφοράς των περιθωριοποιημένων ανθρώπων.

Απολύτως λειτουργικά τα σκηνικά  και τα  κοστούμια της Νίκης Ψυχογιού. Οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη, έδωσαν στο χώρο την αίσθηση που έπρεπε να έχει, αναδεικνύοντας τη μελαγχολία ενός φτωχικού και μίζερου αγροτικού καταλύματος, την κρισιμότητα της κάθε ώρας και βέβαια το φεγγάρι. Σε όλα αυτά σημαντικός ο ρόλος της μουσικής του Κώστα Γάκη.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ