Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση "Η αποθέωση της τρέλας"

Κριτική για την παράσταση "Η αποθέωση της τρέλας"

366

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Σε παγκόσμια θεατρική πρώτη το αυτοβιογραφικό έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ "Η αποθέωση της τρέλας"  με τον  Γιώργο Παπαπαύλου σε σκηνοθεσία  του Κωνσταντίνου Χατζή στο θέατρο Άλμα.

Πρόκειται για μια πολυπρισματική παράσταση, τόσο από πλευράς σκηνοθεσίας, όσο, κυρίως, και από πλευράς ερμηνείας. Τίποτα δεν ακούγεται τυχαία, ούτε εκφέρεται με αυθόρμητο, ανεπεξέργαστο τρόπο.

Πρόκειται για μία αυτοβιογραφική νουβέλα που γράφτηκε στα γαλλικά -ο πρωτότυπος τίτλος της είναι "Le plaidoyer d’un fou"- εξαιτίας του προκλητικού της περιεχομένου καθώς αναφερόταν σε πρόσωπα της σουηδικής κοινωνίας. Το έργο έχει και κωμικά στοιχεία, αλλά κυρίως επειδή είναι αυτοβιογραφικό αποτυπώνει το μισογυνισμό και τον αντιφεμινισμό του Στρίντμπεργκ. Απευθύνεται κιόλας στον Ίψεν ο οποίος μιλά για την εύθραυστη και ρομαντική φύση της γυναίκας.

Ο Άξελ με τον οποίο ταυτίζεται ο Στρίντμπεργκ είναι ένας νεαρός βιβλιοθηκάριος με «ροπή στον πεσιμισμό». Λέει ότι: «το μόνο που είναι αποδεδειγμένο είναι ότι δεν πειθαρχούμε. Ας ζήσουμε τότε!» Μιλά για την τέχνη και βρίσκει ότι οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για τα επιτεύγματα, τα μεγάλα κατορθώματα και δεν σκέφτονται ότι ο Κολόμβος για παράδειγμα, ήταν ευτυχέστερος όσο αναζητούσε αυτό που έψαχνε, παρά όταν το βρήκε. Μας προσκαλεί ν’ ακούσουμε την ιστορία του και μετά να τον κρίνουμε. Σε ένα σκηνικό με τρία κεκλιμένα επίπεδα με μια καρέκλα τα καθένα.

Ξεκινά να διηγείται τη σταδιακή διολίσθησή του στην παράνοια και τις συνθήκες που τον οδήγησαν σε αυτήν.  Ο πατέρας του  παντρεύτηκε τη μητέρα του, που ήταν παραδουλεύτρα της οικογένειας λίγους μόνο μήνες πριν τη γέννησή του και όταν αυτή πέθανε προτού περάσει χρόνος από το θάνατό της, ξαναπαντρεύτηκε τη νεαρή γκουβερνάντα των παιδιών του. Μεγάλωσε μέσα στη μιζέρια και τις στερήσεις. Η μάνα του δεν ήθελε να τον γεννήσει γιατί φοβόταν τον πόνο  και μετά  συνετρίβη από την κακία της μητριάς του. Ο πατέρας του πέθανε τρελός σε τρελοκομείο.  Όλα αυτά τον έχουν επιβαρύνει με αποτέλεσμα να γίνει ένα παιδί υπερευαίσθητο και αντιδραστικό, οξύθυμο και καχύποπτο. Από τα τραυματικά αυτά βιώματα της παιδικής ηλικίας του, δεν κατόρθωσε να απαλλαγεί ποτέ.

Μέσα από τα γραπτά του σατιρίζει την σουηδική κοινωνία των χαλαρών ηθών της εποχής του. Στο πλαίσιο αυτό γνώρισε και τη γυναίκα του, τη βαρώνη Σίρι φον Έσσεν, η οποία χώρισε για χάρη του τον πρώτο άντρα της. Περιγράφει το φλερτ τους, την παρέα τους όσο ήταν παντρεμένη με τον βαρώνο, τη νεαρά κυρία, που «κρατούσε συντροφιά» στον βαρώνο, τους χειρισμούς της βαρώνης και πώς εν τέλει εκείνος υπέκυψε στον έρωτα της. Εξαιρετικός ο Γιώργος Παπαπαύλου στις εκφράσεις, όχι μόνο του Άξελ, που αρχικά είναι αρνητικός για τον έρωτα αυτόν και σιγά σιγά υποκύπτει, αλλά και στα καπρίτσια της βαρώνης, τις χειριστικές της εκφράσεις, τις γαλιφιές. Ο έρωτάς του για τη βαρώνη είναι άραγε αδυναμία του μυαλού ή της σάρκας; Η αλήθεια είναι ότι τον ξεμυάλισε, τον σαγήνευσε σπεύδοντας στη συνέχεια εκείνη να τα ομολογήσει όλα στον βαρώνο. Το πάθος του για αυτή οδηγεί τον Άξελ στην τρέλα και στην απόπειρα αυτοχειρίας. Στην "Αποθέωση της τρέλας" σκιαγραφείται η περιπλοκότητα των ερωτικών σχέσεων. Το πώς δύο σύντροφοι δυσκολεύονται, δεν αντέχουν ο ένας τον άλλον και χωρίζουν, αλλά και πώς επιμένουν να συνεχίζουν να ζουν μέσα στην τοξικότητα. «Στην Μαρία ο Άξελ αναζήτησε τον άγγελο που θα του δάνειζε τα φτερά του και συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Έπεσε στην αγκαλιά ενός γήινου πνεύματος που τον έπνιξε με τα πούπουλα που έκρυβε μες στα φτερά του». Όσο ήταν ευτυχισμένος στο γάμο του, είχε συγγραφικές επιτυχίες. Γρήγορα όμως άρχισε να ζηλεύει με τη βαρώνη να καλλιεργεί και να τροφοδοτεί αυτό το συναίσθημα είτε με μια νεαρή φίλη της είτε με συναναστροφές με το άλλο φύλλο όταν αποφασίζει να ικανοποιήσει το όνειρό της και να γίνει ηθοποιός. Έτσι αρχίζουν να καυγαδίζουν. Η μητρική εγκατάλειψη, η ελλειμματική μητρική φιγούρα έχουν δημιουργήσει ένα έλκος, μια πληγή που πυορροεί από τη συμπεριφορά της βαρώνης και του προκαλώντας του μια έντονη εσωτερική δυσφορία κι οδηγώντας τον σε αδιέξοδο, τρέφοντας το μισογυνισμό του και την απέχθειά του για το γάμο και την οικογένεια.

Ο Γιώργος Παπαπαύλου δημιουργεί ωραίες εικαστικές εικόνες, πάνω στα κεκλιμένα επίπεδα, έχοντας μια εκπληκτική φυσική κατάσταση, άλλοτε ασυγκράτητος από πόθο, άλλοτε αλλόφρων από ζήλεια τριγυρνώντας σαν αγρίμι και ισορροπώντας πάνω σε ένα ολισθηρό έδαφος, όπως επικίνδυνη ολισθηρή επιφάνεια είναι η ψυχική  κατάσταση του ήρωα, μια επιφάνεια, όπου όλα κατρακυλούν, συσσωρεύονται και ταράζουν την σκέψη του. Έτσι προκύπτει η «μάχη των φύλων», ως μια προαιώνια και αδιάλειπτη μονομαχία άντρα και γυναίκας, βρίσκοντας την πλήρη έκφρασή της στα έργα του συγγραφέα, πολλά από αυτά αριστουργήματα ψυχολογικής ανάλυσης.

Μέσα από το έργο του φαίνεται ότι ποτέ δεν μπόρεσε να αποβάλλει τις ψυχικές ιδιορρυθμίες του. Έκανε τρεις γάμους και διαζύγια και βίωσε την απόλυτη μοναξιά.

Η υπέροχη ερμηνεία, η τρομερά ελεγμένη κίνηση, η παράνοια, ο θυμός, το γέλιο, η σύγκρουση, ο φόβος , η απελπισία, όλα ανάγλυφα μέσα από μια βαθιά διεργασία του ηθοποιού, μια επίπονη ενδοσκόπηση για να μπορέσει να τα αναδείξει όλα αυτά στη σκηνή σε μια ευρηματική σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Χατζή, που είχε διαμοιράσει τη δράση στα επίπεδα, δημιουργώντας ένα τέλειο αισθητικό αποτέλεσμα, στηριζόμενο στην κατασκευή της Λίας Ασβεστά και στις διαβαθμίσεις του φωτισμού, αλλά κυρίως της κίνησης, που επιμελήθηκε η Χριστίνα Βασιλοπούλου. Η μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, έδωσε ένα λόγο με ροή, με ένταση, ώστε να παρασταθεί ξεκάθαρα το στριμπεργκικό ψυχικό σύμπλεγμα και η δυστυχία ενός ανθρώπου, που δεν αγαπήθηκε από κανέναν, ούτε βέβαια και από τον εαυτό του.

Πληροφορίες για την παράσταση: Εδώ