Αρχική Κριτικές Κριτική για την παράσταση «Το παγκάκι»

Κριτική για την παράσταση «Το παγκάκι»

139

Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή

Το ίδιο παγκάκι μοιράστηκαν ο Γιώργος  Κιμούλης και η Φωτεινή Μπαξεβάνη, μαζί και τα αδιέξοδά των χαρακτήρων που υποδύθηκαν.

Χειριστικοί διάλογοι, αμέτρητα ψέματα, το ένα  πίσω από το άλλο.  Ανασφάλεια, φόβος της μοναξιάς και του θανάτου, με μια παράλληλη άσκηση εκβιασμού και μια απαίτηση, που τελικά γίνεται παράκληση, έως ικεσία. « Έλα, πάμε σπίτι σου!», λέει εκείνος και «Μείνε μαζί μου σήμερα μόνο γιατί αν μείνω μόνη μου απόψε θα πεθάνω», εκείνη. Αποτυχημένες ζωές, ανικανοποίητες υπάρξεις που σέρνουν το σαρκίο τους από πάρκο σε πάρκο, από έναν χώρο σε έναν άλλο μόνο και μόνο για να αλιεύσουν λίγη ψευδαίσθηση αγάπης, μιας και δεν είναι σε θέση να υποστηρίξουν μιαν κανονική σχέση, ενώ  ξοδεύονται σε αναλύσεις για τη δικαίωση του εαυτού και των απραγματοποίητων ονείρων τους.

Ο Γιώργος Κιμούλης με εκείνο το στακάτο, απολύτως φυσικό ύφος του, με το επαναλαμβανόμενο ψέμα, που τον οδηγεί σε  αδιέξοδο, παγιδεύεται και αμέσως  αντιδρά για να απεμπλακεί με ένα άλλο ψέμα, το οποίο προασπίζεται με τόνο  επιθετικό, προσπαθώντας να επιβάλλει την δική του άποψη και βέβαια να εκμαιεύσει μια ερωτική συνεύρεση. Κατορθώνει να ενσαρκώσει ένα κοινωνικό σώμα, που νοσεί , που προσπαθεί να αγκιστρωθεί από ο,τιδήποτε για να στηριχθεί πριν καταρρεύσει.  Εξαιρετικός και σε αυτόν τον ρόλο ο Γιώργος Κιμούλης.

Η  Βέρα (Φωτεινή Μπαξεβάνη), όπως αίφνης εμφανίζεται στο πάρκο, έτσι αναχωρεί θιγμένη αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να βρεθεί με τον Νικολάι ή Γεγκόρ ή Αντρέι (Γιώργος Κιμούλης), τον οποίο καθυβρίζει γιατί την εξαπάτησε, της υποσχέθηκε πίστη και σχέση για να εξαφανιστεί τελικά. Του προσάπτει ότι δεν μπορεί να αγαπήσει, τον αποκαλεί ηλίθιο. Εκείνος δεν την θυμάται, την ώρα που αυτή ξεδιπλώνει τον εαυτό της, έχοντας τρομερή ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, οπότε προσποιούμενος ότι την θυμήθηκε αναφωνεί: «Βέρα τι κάνεις;» Αυτή απογοητευμένη από τη στάση του θα μπορούσε να τον σκοτώσει. Εκείνος φοβάται και προφασίζεται καρδιακό επεισόδιο. Το ένα συμβάν μετά το άλλο προκαλεί το γέλιο και βέβαια το πικρό εκείνο μειδίαμα για το ελλιπές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Έχουν και οι δυο αποτυχημένους γάμους. Αυτός λέει ότι ο γάμος είναι καλός στην αρχή αλλά μετά περνάει ο καιρός και ασχημαίνει τους ανθρώπους.  Θεωρεί ότι οι πολλές κουβέντες κάνουν κακό σε μια σχέση, γιατί και χρόνος χάνεται αλλά και το ερωτικό ενδιαφέρον. Ο ίδιος μάλλον οκνηρός, αναζητά μια γυναίκα να τον «οργανώσει» και εκείνη που δείχνει στιβαρή ίσως να είναι η ευκαιρία του.

Είναι μια χωρισμένη γυναίκα, που όπως όλες οι χωρισμένες, μιλούν για τον πρώην τους και βέβαια κουβαλούν όλα τα κακά βιώματα, που θεωρούν ότι θα τα «ξεφορτώσουν» στη νέα σχέση τους. Εκείνη είναι από αυτές που ενώ από την αρχή βλέπουν τα ανάποδα  νομίζουν ότι θα αλλάξουν τον σύντροφό τους υπομένοντας και επιμένοντας. Έτσι ξεκινά το παιχνίδι φθοράς. Εκείνη επιμένει αυτός να της μιλήσει για τον εαυτό του, ώστε να πει κάτι απ’ το οποίο θα πιαστεί και εκείνη. Τον προκαλεί να της μιλήσει για τα πράγματα που θα ήθελε να αποκτήσει και δεν τα έχει καταφέρει και εκείνος της απαντά με μεγάλη άνεση ότι θα ήθελε να έχει μια τραγιάσκα γκρι να τη φορά και τα κυκλοφορεί γυμνός στο σπίτι της. Στόχος του είναι το σπίτι της και ό,τι αυτό εκπροσωπεί, μια μικρή φευγαλέα ικανοποίηση, χωρίς δέσμευση, και χωρίς να γιατρεύει τη μοναξιά της ψυχής του.  Εκείνη του προτείνει ένα ταξίδι και αυτός δηλώνει ότι τα απεχθάνεται εξαιτίας της ματαιότητάς τους λέγοντας ότι το χειρότερό είναι πως επιστρέφεις εκεί από όπου ξεκίνησες. Εκείνη την ώρα περιγράφει το αδιέξοδό τους, χωρίς να το ξέρει. Και οι δυο θέλουν να φύγουν πρόσκαιρα χωρίς να θεραπεύουν αυτό που τους ενοχλεί στη ζωή τους.

Ενώ έχει ακούσει όλα του τα ψέματα, τα οποία και εκείνη υποψιάζεται, χρησιμοποιεί τη γυναικεία της πονηριά του και το ζητά τη ζακέτα του, γιατί δήθεν κρυώνει για να δει την ταυτότητά του, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες της. Αυτός γίνεται έξαλλος που εκείνη έψαξε τα πράγματά του και δεν τον πιστεύει και εκείνη μαγικά συρρικνώνεται σε ένα παιδί που το μαλώνουν για να μην επαναλάβει την κακή της πράξη.

Και οι δυο δεν έχουν λεφτά και φοβούνται να πεθάνουν μόνοι τους.

Ο Αλεξάντερ Γκέλμαν, αυτός ο γνωστός και επιτυχημένος ρώσος συγγραφέας κάνει μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχής, αποδίδοντας με το κείμενό του απολύτως την ανδρική και τη γυναικεία φύση. Ο άνδρας ακόμα και εν αδίκω, είναι ωστόσο πάντα δυναμικός και ευέλικτος, ενώ η γυναίκα προσπαθεί παρασκηνιακά να κινήσει τα νήματά της και να πλέξει τον δικό της ιστό είτε ζητώντας του το λόγο, είτε κλαίγοντας, είτε εκβιάζοντας, είτε ικετεύοντας, είτε τελικά, δηλώνοντας διαρκή διαθεσιμότητα. Εξαιρετική και η Φωτεινή Μπαξεβάνη  στο γυναικείο ρόλο, ντυμένη, με ρούχα σαν να ήταν άστεγη, δηλώνοντας την εξαθλίωση της, την οικονομική και την προσωπική.

Η σκηνοθεσία και τα απλά σκηνικά του Γιώργου Κιμούλη, απλά και απολύτως λειτουργικά, έτσι που να ενισχύουν τις υπέροχες ερμηνείες των δυο ηθοποιών και βέβαια το κείμενο. Υπέροχοι και οι φωτισμοί της Σοφίας Νικολαΐδη αποδίδουν μια  μέρα στο πάρκο, σαν κάτι σύνηθες και δυστυχώς επαναλαμβανόμενο.

Μια παράσταση που δεν πρέπει να χάσει το θεατρόφιλο κοινό, ειδικά σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε, που μοιάζουμε να απομονωνόμαστε και να αποξενωνόμαστε από τους γύρω μας και από την ίδια τη ζωή, καθώς το χαμόγελο είναι ίσως το ισχυρότερο μέσο για να αντιμετωπίσουμε το αδιέξοδο.

Πληροφορίες για την παράστασηΕδώ