286

Αυτόχειρ

Αρχείο Παίχτηκε από 30/11/2016 έως 26/01/2017
στο Vault
Συγγραφέας: Μιχαήλ Μητσάκης
Σκηνοθέτης: Κώστας Παπακωνσταντίνου
Ερμηνεύουν: Κώστας Παπακωνσταντίνου

Περιγραφή

Το αριστουργηματικό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, “ΑΥΤΟΧΕΙΡ” ανεβαίνει στον Πολυχώρο VAULT, σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Κώστα Παπακωνσταντίνου.

Από την Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2016 έως την Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 21:15.

Το 2016 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τον θάνατο του σημαντικού πεζογράφου Μιχαήλ Μητσάκη. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν γιορτάστηκε η επέτειος αυτή, αλλά κινδυνεύει να περάσει σχεδόν απαρατήρητη. Η παράσταση είναι αφιερωμένη στην μνήμη ενός από τους σημαντικότερους έλληνες λογοτέχνες και καλεί τους θεατές να ανακαλύψουν το έργο του Μιχαήλ Μητσάκη.

100 χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Μ. Μητσάκης παραμένει άγνωστος στους περισσότερους και αγαπημένος στους λίγους. Το διήγημά του «Αυτόχειρ» παρουσιάζεται από τον Κώστα Παπακωνσταντίνου με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τον θάνατό του.

Περισσότερα

Για το έργο
Ο "Αυτόχειρ" αποτελεί ένα από τα αριστουργήματα του Μιχαήλ Μητσάκη. Το διήγημα, γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, μας προσφέρει έναν υπέροχο θεατρικό μονόλογο. Η ιστορία διαδραματίζεται στην πόλη της Πάτρας λίγο πριν το 1900. Ο Μητσάκης, ο οποίος διατηρεί το όνομά του στο κείμενο, φτάνει στην πόλη, όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία ενός ξένου. Ο αυτόχειρας έχει αφήσει ένα σημείωμα με πέντε μόνο λέξεις: "Αυτοκτονώ, ας μην ενοχληθεί κανείς". Καθώς ο συγγραφέας-αφηγητής περιπλανιέται στην πόλη, παρατηρώντας τη ζωή και τους ανθρώπους της,  αναρωτιέται για το ποιός θα μπορούσε να ενοχληθεί από το θάνατο ενός αγνώστου. Το έργο πραγματεύεται το ζήτημα του κύκλου της ζωής και του θανάτου, της φθαρτότητας του ανθρώπου και της διαχρονικότητας της ανθρωπότητας. Ένας πεθαίνει μα η πόλη συνεχίζει να ζει. Ο ήλιος θα ανατείλει και πάλι.

«…και ο ήλιος ανέτελλε, θαυμασίως ομοιόμορφος και απαραμίλλως αναλλοίωτος…»

Ο Μητσάκης μέσα από ένα απλό αφηγηματικό σχήμα, μελετά φιλοσοφικά το φαινόμενο της ζωής, παρατηρώντας και περιγράφοντας την καθημερινότητα των ανθρώπων, δίνοντάς μας έτσι κι ένα υπέροχο «ρεπορτάζ» για την Πάτρα του 1900.

Πρώτη δημοσίευση, εφημερίδα «Ακρόπολις» 1895.

 

Μιχαήλ  Μητσάκης (1863 - 1916)
Δημοσιογράφος και πεζογράφος, ένας εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων της Νέας Αθηναϊκής Σχολής. Γεννήθηκε στα Μέγαρα, καταγόταν όμως από τη Σπάρτη,  όπου έμαθε τα πρώτα γράμματα και τέλειωσε το Γυμνάσιο. Το 1880 γράφεται στην Νομική Σχολή  Αθηνών αλλά μετά από δύο χρόνια την εγκαταλείπει και αφοσιώνεται στη δημοσιογραφία. Η δημοσιογραφική του καριέρα υπήρξε λαμπρή και μέσα σ’ αυτήν εντάχθηκε το λογοτεχνικό του έργο. Δημοσίευσε αφηγήματα, κριτικά δοκίμια, επιγράμματα και ποιήματα στα ελληνικά και τα γαλλικά. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Πρωτοπόρος του νατουραλισμού και θεμελιωτής της αστικής πεζογραφίας. Παρότι υπήρξε υπέρμαχος της Δημοτικής, η γλώσσα των έργων του είναι μεικτή. Η λογοτεχνική του παραγωγή  διακόπηκε απότομα το 1896, λόγω κορύφωσης της ψυχικής του ασθένειας που είχε ξεκινήσει δύο χρόνια πριν. Από το 1914 και μέχρι το θάνατό του, πέρασε τη ζωή του στο Δρομοκαϊτειο, όπου πέθανε από πνευμονία.

Ο Κώστας Παπακωνσταντίνου έχει σκηνοθετήσει στο παρελθόν  το διήγημα  του Αλ.Παπαδιαμάντη  «Οι Χαλασοχώρηδες», το θεατρικό έργο του Στανισλάβ Στρατίεβ «Το Ρωμαϊκό Λουτρό»  και την κινητή παράσταση «Εμείς, οι άλλοι» για το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Αυτήν την περίοδο παρουσιάζεται  στο Θέατρο 104, σε δική του σκηνοθεσία, η νουβέλα  του Αργύρη Εφταλιώτη «Η Μαζώχτρα», ενώ τον Μάιο του 2017 θα σκηνοθετήσει το έργο της  Νάντιας Δρακούλα «Το Σχοινάκι» στη Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», συμμετέχοντας  στη δράση του Εθνικού Θεάτρου «Συγγραφέας του μήνα».

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από την θεατρολόγο Μαρία Μαρή

    Σε μια σκηνή με το σώμα του μόνο ο ηθοποιός και μια κλασική καρέκλα Louis XVI μπόρεσε να δώσει την εικόνα μιας πόλης της Πάτρας, λίγο πριν το 1900, με αφορμή το πέρασμά του από εκεί και τη συγκυρία της αυτοκτονίας ενός τουρίστα, που διέμενε στο ξενοδοχείο του, ο οποίος αυτοκτόνησε με πιστολιά στη καρδιά αφήνοντας ένα σημείωμα «Αυτοκτονώ, ας μην ενοχληθεί κανείς!»

    Ο ήρωας περιφέρεται στην πόλη συναντά ανθρώπους με τους οποίους συνδιαλέγεται ή και όχι και περιγράφει γλαφυρά τη ζωή τους, την κίνησή τους, τη συμπεριφορά τους, τον τρόπο ομιλίας τους, ανάλογα με την ιδιότητά τους, αυτή του αστυνομικού , του πωλητή γαρίδας, του αγοριού με το καροτσάκι «φωνάζων στεντορείως Bάάάρδααα!, ωσάν να ήτον δεκατρείς φορές μεγαλήτερο από την εμπρός άμαξαν.» Kαι είναι καταπληκτικό πως η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, δίνει χρώμα και εικόνες ζωντανές στον ήδη νατουραλιστικό λόγο του Μιχαήλ Μητσάκη.

    Η παράσταση ξεκινά και τελειώνει με ένα μικρό φιλμ από την πόλη, ίσως κάνοντας ευδιάκριτη τη θέση του σκηνοθέτη ηθοποιού Κωνσταντίνου Παπακωνσταντίνου, την προσπάθειά του δηλαδή να δώσει ζωή στην πόλη αυτή όπως προκύπτει από τον γάργαρο λόγο του συγγραφέα. Τον έβλεπες να προχωρά μέσα από τα δρομάκια της παλιάς πόλης, μέσα από την εργατική συνοικία, από την αγορά, στο καμπαρέ καφέ- σαντάν, την πλατεία του Αγ. Γεωργίου, τη συνοικία του ΑΓ. Ανδρέα, μόνο μπροστά από το ξενοδοχείο κοιτά με περισυλλογή το κερί στο δωμάτιο του αποθανόντα. Ας μην ενοχληθεί κανείς!

    «Aς μην ενοχληθή κανείς! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η χειρ του Θανάτου σημειόνει με την μαύρην σφραγίδα της! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δι' όσους η αρπάγη του Πάθους, της Nόσου ή της Aνάγκης σκορπίζει εις τα τετραπέρατα του ορίζοντος, αγέλην οικτρών σφαγίων! Ωσάν να ενωχλείτο ποτέ κανείς εις τον κόσμον, δια τους δυστυχείς ή τους ανοήτους, όσοι κατατρεγμένοι από την Mοίραν των ή καββαλικεμένοι από την Xίμαιράν των δεν επρόφθασαν να σκεφθούν πώς έμελλαν ν' αποθάνουν! Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή για την ευγενίαν του ο άγνωστος αυτός ξένος, ο οποίος ήρθε χθες μία νύχτα για να κοιμηθή σήμερα τον τελευταίον του ύπνον εις ένα ξενοδοχείον;»
    Κανείς δεν ενοχλήθηκε. Και ποιος να ενοχληθεί.

    «Ποίος λοιπόν ήθελε να ενοχληθή γι' αυτόν, ο νέος αυτός που ερωτολογούσε με την κόρην, η κόρη αυτή η οποία έφερε τα γιούλια εις το στήθος, και εχαριεντίζετο, με κελάδημα τρυγόνος, ανακλίνουσα τον λαιμόν; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν της εκκλησίας η κατάκλειστοι θύραι, οι άσπροι τοίχοι και ο κοιμώμενος σταυρός, μήπως ήθελε να ενοχληθούν οι δουλεύοντες μέσα εις τον ατμόμυλον, τον βογγώντα εν την νυκτί, και παρασκευάζοντες με ίδρωτα το ψωμί, το οποίον θρέφει τον κόσμον; Mήπως ήθελε να ενοχληθούν οι γλεντώντες αυτοί, εις το καφφέ-σαντάν, και χάσκοντες προ των ευρώστων κνημών και προ των λιγωμένων βλεμμάτων των γυναίων;»

    Η πόλη χαράζει την προδιαγεγραμμένη πορεία της, χωρίς κανείς να πτοηθεί από τον θάνατο αυτό. Κομβικό αυτό το σημείο του κειμένου και της παράστασης , όπως και η δις επανειλημμένη διαπίστωση του συγγραφέα, εμφανώς πικραμένου και απογοητευμένου από τη ζωή: «― Θέλεις φίλε μου να σ' εκτιμάη και να σ' αγαπάη ο άλλος; Nαν του κάνης κακό!...»

    Ένας μονόλογος με υπαινιγμό για την παρουσία πολλών ανθρώπων, με κίνηση και με διαλόγους, που ο ηθοποιός εμψυχώνει στη σκηνή, εμβαθύνοντας στον ιδιάζοντα λόγο και την ταραγμένη σκέψη του συγγραφέα.

    Η παράσταση είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μιχαήλ Μητσάκη, ενός από τους σημαντικότερους έλληνες λογοτέχνες ,με την ευκαιρία της συμπλήρωσης το 2016, 100 χρόνων από τον θάνατό του.