336

Φροσύνη

Αρχείο Παίχτηκε από 20/02/2019 έως 10/04/2019
στο Άβατον
Συγγραφέας: Στέφανος Παπατρέχας
Σκηνοθέτης: Λάζαρος Βαρτάνης – Στέφανος Παπατρέχας
Σκηνογραφία: Έλλη Εμπεδοκλή
Κοστούμια: Έλλη Εμπεδοκλή
Ερμηνεύουν: Σύνθια Μπατσή

Περιγραφή

Φροσύνη είναι ο τίτλος του νέου θεατρικού έργου του Στέφανου Παπατρέχα, που θα ανέβει στο θέατρο Άβατον από τις 20 Φεβρουαρίου 2019. Τη σκηνοθεσία του μονολόγου συνυπογράφουν ο Λάζαρος Βαρτάνης και ο συγγραφέας του έργου. Ερμηνεύει η Σύνθια Μπατσή.

Περισσότερα

Για 8 παραστάσεις

Μία γυναίκα ηθοποιός καλείται, στο πλαίσιο ενός αυτοσχεδιασμού, να ετοιμάσει ένα μονόλογο πάνω στην Κυρά-Φροσύνη, το ιστορικό πρόσωπο-θρύλο των Ιωαννίνων που πνίγηκε από τον Αλί Πασά στη λίμνη Παμβώτιδα.

Ψάχνοντας πληροφορίες και υλικό για εκείνη, βρίσκει πράγματα που τη γοητεύουν, την προκαλούν. Δοκιμάζει ρούχα, στάσεις, φωνές, αυτοσχεδιάζει πάνω στην τελευταία νύχτα της Φροσύνης, πάνω στη ζωή, τον γάμο, τα παιδιά της, τον έρωτά της για τον γιο του Αλί Πασά, Μουχτάρ, τις απαιτήσεις των άλλων για εκείνη, τις απαιτήσεις του έρωτά της για Εκείνον.

Πια δεν είναι η ηθοποιός, δεν είναι η Φροσύνη. Είναι μια γυναίκα δέσμια των επιθυμιών τόσο των γύρω της, όσο και των δικών της. Μια γυναίκα που της μέλλεται να πνιγεί, να μείνει στη μνήμη όλων, ως αυτό που οι άλλοι κατάλαβαν για εκείνη, αφήνοντας ξεχασμένο το πραγματικό της πρόσωπο.

«Η πόρνη, η γυναίκα που πρόδωσε την πατρίδα, η ξεδιάντροπη…

Κι εγώ σαν ένα παιδί σε ένα σταυροδρόμι, μόνη, μετέωρη ανάμεσα σε όλα αυτά.

Σαν απλός θεατής της ζωής μου»

Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Φωτογραφίες – Trailer – Σχεδιασμός αφίσας: Ναταλία Β.
Βοηθός σκηνοθέτη: Αλέξανδρος Καναβός
Επικοινωνία παράστασης: Μαριάννα Παπάκη

Φωτογραφίες

Βίντεο

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από τη θεατρολόγο Μαρία Μαρή
    Μία γυναίκα ηθοποιός καλείται να προετοιμάσει έναν αυτοσχεδιασμό για μια επαγγελματική audition. Πρέπει λοιπόν να επιμεληθεί έναν μονόλογο για την Κυρά-Φροσύνη, το ιστορικό πρόσωπο-θρύλο των Ιωαννίνων που πνίγηκε από τον Αλί Πασά στη λίμνη Παμβώτιδα.

    Τη βλέπουμε να μπαίνει στο σπίτι της, και υπερκινητική και δραστήρια όπως είναι μιλά στο τηλέφωνο αναζητώντας συγχρόνως στον υπολογιστή της πληροφορίες για το πρόσωπο αυτό, που της ήταν παντελώς άγνωστο. Το κείμενο, η σκηνοθεσία καθώς και η ερμηνεία της Σύνθιας Μπατσή, οδηγούν το θεατή σε μια καθηλωτική κλιμάκωση, διεγείροντας την σκέψη και τα συναισθήματά μας. Ενδιαφέρουσα η σύλληψη που κάνει το ατομικό να γίνεται συλλογικό, ή όταν η ηθοποιός μέσα από αυτή τη διαδρομή αφήνει να ωριμάσει μέσα της ο ρόλος και να αποκτήσει τη διάσταση που εκείνη θα δώσει στον αυτοσχεδιασμό της, που αποτελεί παράλληλα και συνθήκη της δικής της ζωής.

    Καθώς διαβάζει για την ηρωίδα της, βρίσκει τις τομές που την ενώνουν με εκείνη. Ατίθαση, έξυπνη, πνευματώδης, φιλελεύθερη, γοητευτική η Φροσύνη γοητεύει τον Μουχτάρ, το γιο του Αλί Πασά, ο οποίος την ερωτεύεται. Η ηθοποιός διασκεδάζει στην αρχή μ’ αυτό λέγοντας: «ο Μουχτάρ, μας γουστάρ».

    Ο Αλί Πασάς διατάσσει τον πνιγμό της κυρά Φροσύνης μαζί με 17 ακόμη γυναίκες με την κατηγορία του έκλυτου βίου οπότε δεμένες οδηγούνται στον βυθό της Παμβώτιδας. Για εκείνες σήμαινε το τέλος.

    Ψάχνοντας στον υπολογιστή ακούει ένα συνοπτικό χρονικό των γεγονότων με τη φωνή του Αιμίλιου Χειλάκη και το πώς ο πνιγμός της ηρωίδας της έγινε μια ρωμαίικη λαϊκή τραγωδία, ενώ ακούγεται κάποια στιγμή και το γνωστό τραγούδι «Ο Αλή Πασάς» με το Δημήτρη Μητροπάνο.

    Νιώθει φυλακισμένη, παγιδευμένη σε λέξεις και στερεότυπα που την κάνουν να ασφυκτιά στο δωμάτιο.

    Αρχίζει σταδιακά να παρασύρεται σε μια επισκόπηση των δικών της εμπειριών. Μέσα από το μπαούλο στο δωμάτιο βγάζει τα ρούχα και τα μυρίζει, προσπαθώντας να πιάσει τη στιγμή. Τόσο δύσκολο να ξεχωρίσεις την κάθε στιγμή. Καθεμιά έχει τη μυρωδιά της. Έτοιμη να ενδυθεί το ρόλο ξεντύνεται και πέφτει στο κρεβάτι, ένα κρεβάτι άστρωτο, κρεβάτι πάθους, με μαξιλάρες και παπλώματα. Ξεκινά ένα νέο μυστήριο, μια νέα βάφτιση, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, μια διαδρομή επώδυνης αυτογνωσίας. Σκέφτεται ότι όταν γεννιέται ο άνθρωπος περιβάλλεται από τις επιλογές του. Μέσα στη ζωή κάνουμε τις επιλογές μας και εκείνη εκφράζοντάς το αυτό κινησιολογικά φορά το ένα ρούχο πάνω στο άλλο, όπως ο ηθοποιός «φορά» τους ρόλους του.

    Η κυρά Φροσύνη κόρη ευγενούς και ευκατάστατης οικογένειας, σύζυγος ενός εύπορου ανθρώπου, μητέρα δυο παιδιών, αισθάνεται εγκλωβισμένη σε αυτή τη ζηλευτή ζωή και ενδίδει στον έρωτα του Μουχτάρ, που είναι επίσης παντρεμένος και πατέρας πέντε παιδιών. Δέχεται το δαχτυλίδι του, το οποίο ωστόσο πουλά την επόμενη μέρα, δηλώνοντας φανερά την άρνηση υποταγής της, για να φτάσει αυτό τελικά στα χέρια της γυναίκας του και έτσι να οδηγηθεί η ανυπότακτη στον Αλί Πασά και στο θάνατο. Πολλά τα σενάρια για τον έρωτα αυτόν. Ήθελε να βοηθήσει τους έλληνες; Ήθελε να ξεφύγει από τον προκαθορισμένο βίο της γυναίκας; Ήταν επαναστάτρια ή μια κοινή μοιχαλίδα;

    Ό,τι και να ήταν, αυτή τουλάχιστον, τόλμησε γι΄αυτό και ξεσήκωσε το μένος κυρίως των γυναικών που ποτέ δεν εκπλήρωσαν τα όνειρα και τις προσδοκίες τους.

    Η ηθοποιός μπαίνει σε μια μέθεξη. Αναρωτιέται πού βρίσκεται εκείνη μέσα σε όλες αυτές τις επιλογές της Φροσύνης: Κόρη, σύζυγος, μητέρα, ερωμένη, πόρνη, γυναίκα που πρόδωσε την πατρίδα της.

    Καταλαβαίνει ότι η Φροσύνη ήταν ξεχωριστή. Η γυναίκα λέει είναι σαν τη θάλασσα, άλλοτε φιλική και άλλοτε άγρια, επικίνδυνη, απρόβλεπτη. Όσες φορές και να προσπαθούσε να ξεφύγει από τον Μουχτάρ, ήξερε ότι κάθε φορά που θα τον έβλεπε, ένα κομμάτι δικό της που είχε μέσα του την καλούσε, επιθυμώντας να βρεθεί με το άλλο του υπόλοιπο, να ενωθεί. Έτσι ενώ ήξερε ότι επέστρεφε στη γυναίκα του, όταν τον ξανάβλεπε ήταν πάλι δικός της.

    Η ανασφάλειά μας δεν θα δεχόταν αυτή την εικόνα του ήρωα, οπότε για τη Φροσύνη είπαν ότι δέχτηκε στην αγκαλιά της τον εχθρό για να τον εκδικηθεί. Η ηθοποιός με μια υπέροχη κίνηση αναρωτιέται «πόση δειλία κρύβουμε πίσω από τους ήρωές μας; Είμαστε άραγε ελεύθεροι ή σκλαβωμένοι και μας εξουσιάζει ο μέσα εχθρός;»

    Η Φροσύνη θα ήθελε να ποθεί και να ποθείται. Χαίρεται την κούραση του έρωτα και τη αναπολεί μέσα στα σκεπάσματα η ηθοποιός. «Καλύτερα ο θάνατος, παρά η έλλειψη ζωής». Και μετά ξεκινά ο έλεγχος του περίγυρου, τα λόγια, μιας και ο άντρας της έλειπε πολύ και οι «γυναίκες τρωκτικά» εκστόμιζαν βρωμιές για εκείνη για να σβήσουν την εικόνα της ακόμα και στα παιδιά της.

    Μέσα σε αυτήν την αναζήτηση η ηρωίδα χάνει πια τον εαυτό της, νιώθει να την καταπίνει η Παμβώτιδα, όπως τον καθένα από εμάς στη διαδρομή της ζωής του και στη δικαίωση των επιλογών του. Πριν το τέλος ο φόβος είναι μεγάλος, οι αναιρέσεις πολλές, καθώς μπορεί κάποιος να λιποψυχήσει, να κλάψει, να μετανοήσει. Πάντως ομολογεί ότι αγάπη είναι να δίνεις σε κάποιον τη δύναμη να σε πληγώσει.

    Σε ένα σκηνικό απόλυτα μελετημένο με το γραφείο της σύγχρονης ηρωίδας, με το μπαούλο που περιέχει τα ρούχα της, τους διάφορους ρόλους που όλοι καλούμαστε να «φορέσουμε», σύμβολο του εγκιβωτισμού της ίδιας της ζωής αλλά και του θανάτου, και βέβαια το κρεβάτι, το κρεβάτι του έρωτα του ζωοποιού αλλά και του θανατηφόρου.

    Το κείμενο του Στέφανου Παπατρέχα είναι βαθύ, με προεκτάσεις στην πραγματική ζωή, και με ρομαντισμό. Είναι όμως παράλληλα και ένα κείμενο που διδάσκει στην προσέγγιση ενός ρόλου. Η Σύνθια Μπατσή σε μια εξαιρετική ερμηνεία, μπόρεσε να περάσει από όλα τα πιθανά μονοπάτια του ρόλου της και τελικά να δώσει μια συμπυκνωμένη παρουσίαση όλης της ζωής.

    Οι σκηνοθέτες Λάζαρος Βαρτάνης και Στέφανος Παπατρέχας, χρησιμοποιώντας κατάλληλα το φωτισμό (Λευτέρης Παυλόπουλος) και τη μουσική (Σίσσυ Βλαχογιάννη) δημιούργησαν εικόνες, ανέσκαψαν συναισθήματα, κάνοντας μια σοφή χρήση του χώρου και διδάσκοντας κίνηση και ερμηνεία που παρέπεμπαν σε σκηνές λάγνες και ερωτικές, όταν η Φροσύνη, βάζει το άρωμά της ή χορεύει, ή κυλιέται στα σκεπάσματα ή βυθίζεται στο νερό. Όλες σκηνές με αμεσότητα και δυναμική.

  2. Πολύ ωραία παράσταση με εξαιρετική ερμηνεία και υπέροχο κείμενο.
    Ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη η πλοκή και τα συναισθήματα που νιώσαμε.
    Η έκφραση " από που ξεκίνησε , που πήγε και που κατέληξε" ταιριάζει στην παράσταση αυτή.
    Όλοι οι θεατές φύγαμε ενθουσιασμένοι.